Κάποια πράγματα μπορούν να αντιμετωπιστούν με απλή κοινή λογική. Δεν απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις ή εμπειρία.
Όταν ένα κράτος σκέφτεται να επιβάλει περιορισμούς στην άσκηση εμπορικής δραστηριότητας, υπάρχει ένα βασικό σημείο εκκίνησης: η ελευθερία της οικονομικής δραστηριότητας και η ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών και υπηρεσιών αποτελούν τον κανόνα. Οποιοσδήποτε περιορισμός είναι η εξαίρεση... Θα έπρεπε να ήταν η εξαίρεση.
Η δυνατότητα επιβολής τέτοιων περιορισμών δεν είναι απεριόριστη. Επειδή συχνά η κοινή λογική υποχωρεί μπροστά σε συμφέροντα, ψηφοθηρία ή προχειρότητα, το Δικαστήριο της ΕΕ έχει διαμορφώσει ένα αυστηρό πλαίσιο αρχών, το οποίο μας δεσμεύει πλήρως.
Κάθε περιορισμός —είτε πρόκειται για άδεια λειτουργίας, είτε για πρόσθετες προϋποθέσεις, είτε για διοικητικά εμπόδια— θεωρείται εκ προοιμίου ύποπτος ως προς τη νομιμότητά του. Το βάρος απόδειξης μετατίθεται στο κράτος, σε αυτόν που τον εισηγείται και τον προωθεί.
Τα βασικά κριτήρια είναι τρία:
(Α) Θεμιτός σκοπός: Ο περιορισμός επιτρέπεται μόνο εάν εξυπηρετεί πραγματικό δημόσιο συμφέρον, όπως η προστασία της υγείας, της ασφάλειας των καταναλωτών.
(Β) Αναλογικότητα: Αυτό αποτελεί την «καρδιά» του ελέγχου. Το μέτρο πρέπει να είναι:
κατάλληλο για την επίτευξη του στόχου,
αναγκαίο (να μην υπάρχει λιγότερο περιοριστική εναλλακτική),
και ανάλογο υπό στενή έννοια (να μην επιβαρύνει υπερβολικά την οικονομική δραστηριότητα).
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι νέες άδειες ή πρόσθετες διαδικασίες πρέπει να δικαιολογούνται επαρκώς. Αν ο ίδιος στόχος μπορεί να επιτευχθεί με υφιστάμενα ή ηπιότερα μέτρα, ο περιορισμός είναι παράνομος.
(Γ) Αρχή της μη διάκρισης: Οι κανόνες πρέπει να εφαρμόζονται ομοιόμορφα, χωρίς να δημιουργούν πλεονεκτήματα για συγκεκριμένες επιχειρήσεις ή επαγγελματικές ομάδες. Απαγορεύονται ακόμη και οι έμμεσες διακρίσεις — μέτρα που φαίνονται ουδέτερα αλλά στην πράξη πλήττουν συγκεκριμένους φορείς.
Με απλά λόγια: κάθε αρμόδιος φορέας —υπουργείο, βουλευτής, κρατική υπηρεσία— πριν καν προχωρήσει σε διαβούλευση για ένα νέο περιορισμό (π.χ. αδειοδότηση), οφείλει να απαντήσει σε αυτά τα βασικά ερωτήματα. Το ίδιο ισχύει και για τη Βουλή κατά την εξέταση σχετικών νομοσχεδίων.
Αν έστω και μία από τις απαντήσεις είναι αρνητική, το μέτρο πρέπει να εγκαταλείπεται άμεσα. Δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι πίσω από αυτό κρύβονται άλλα κίνητρα, όπως αύξηση εσόδων ή εξυπηρέτηση συμφερόντων.
Τόσο απλά.
Ίσως είναι καιρός να ξεκινήσει μια συνολική επαναξιολόγηση όλων των υφιστάμενων νόμων και κανονισμών που αφορούν αδειοδοτήσεις, προσόντα και κριτήρια. Τα συμπεράσματα δεν έχω αμφιβολία θα είναι αποκαλυπτικά.
Όταν ο κανόνας γίνεται εξαίρεση
Το άρθρο αναλύει τη σχέση μεταξύ κανόνων και εξαιρέσεων στην οικονομική δραστηριότητα. Υποστηρίζει ότι η ελευθερία της οικονομικής δραστηριότητας και η ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών και υπηρεσιών αποτελούν τον κανόνα, ενώ οποιοσδήποτε περιορισμός σε αυτές πρέπει να θεωρείται εξαίρεση και να υπόκειται σε αυστηρό έλεγχο. Το Δικαστήριο της ΕΕ έχει θεσπίσει τρία βασικά κριτήρια για τη νομιμότητα των περιορισμών: τη θεμιτότητα του σκοπού, την αναλογικότητα του μέτρου και την αρχή της μη διάκρισης. Η αναλογικότητα, ειδικότερα, απαιτεί το μέτρο να είναι κατάλληλο, αναγκαίο και να μην επιβαρύνει υπερβολικά την οικονομική δραστηριότητα. Το άρθρο τονίζει ότι κάθε αρμόδιος φορέας πρέπει να εξετάζει προσεκτικά αυτά τα κριτήρια πριν επιβάλει οποιονδήποτε περιορισμό και ότι μια αρνητική απάντηση σε οποιοδήποτε από αυτά θα πρέπει να οδηγήσει στην εγκατάλειψη του μέτρου. Τέλος, προτείνεται μια συνολική επαναξιολόγηση των υφιστάμενων νόμων και κανονισμών για αδειοδοτήσεις και προσόντα.