Ζούμε σε μια χώρα όπου αυτό που βλέπουμε μπορεί να μην υφίσταται. Όχι επειδή δεν συνέβη αλλά επειδή κρίθηκε ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί. Μας απατούν τα μάτια μας ή, πιο σωστά, η πραγματικότητα υποχωρεί μπροστά στους τύπους. Αυτό ήταν, στην ουσία, το μήνυμα της απόφασης του Κακουργιοδικείου στην υπόθεση του Al Jazeera, που κατέληξε στην αθώωση του πρώην προέδρου της Βουλής Δημήτρη Συλλούρη. Δεν έχουμε προσωπική εμπάθεια με τον κύριο Δημήτρη, απεναντίας: Full support. Είναι εξάλλου από τους λίγους που πλήρωσαν σε αυτόν τον τόπο πολιτικό κόστος. Αναγκάστηκε να παραιτηθεί από πρόεδρος της Βουλής, έγινε αντικείμενο χλεύης και ειρωνείας, έχασε φίλους και γνωστούς που για μήνες τον απέφευγαν.
Αυτό που μας ενοχλεί είναι το προηγούμενο που πάει να δημιουργηθεί. Το μήνυμα προς την κοινωνία είναι σαφές και επικίνδυνο: αυτό που είδατε δεν υπάρχει, όχι επειδή χρειάζεστε κατ' ανάγκη όλοι οφθαλμίατρο αλλά επειδή ...αυτό που όλοι είδατε δεν καταγράφηκε με τον «σωστό» τρόπο. Κυριολεκτικά ομιλούντες, «το έστι δίκης οφθαλμός» πάει περίπατο και ναι πάντοτε κυριολεκτούντες «η Δικαιοσύνη είναι τυφλή», ίσως και θεότυφλη.
Το βίντεο που συγκλόνισε την Κύπρο δεν απορρίφθηκε επειδή αποδείχθηκε πλαστό ή παραποιημένο. Απορρίφθηκε επειδή οι δημοσιογράφοι που το κατέγραψαν δεν εμφανίστηκαν στο δικαστήριο για να περιγράψουν τι έβλεπαν την ώρα της καταγραφής. Απορρίφθηκε επίσης επειδή ο πρωταγωνιστής του δεν έδωσε τη συγκατάθεσή του να καταγραφεί, άρα –σύμφωνα με το δικαστήριο– παραβιάστηκαν τα προσωπικά του δεδομένα.
Με απλά λόγια: αν σε πιάσουν σε βίντεο να συνομιλείς για διευκολύνσεις, διασυνδέσεις και «δουλειές» που ακουμπούν την καρδιά της διαφθοράς αλλά δεν σου ζητήσουν άδεια, τότε το πρόβλημα δεν είσαι εσύ. Είναι αυτοί που σε κατέγραψαν. Αυτό δεν είναι απλώς μια νομική ερμηνεία. Είναι θεσμική αποξένωση από την κοινωνία.
Το άλλοθι της διαδικασίας
Κάποιοι βεβαίως μας ανακαλούν στη σοβαρότητα. Η ποινική Δικαιοσύνη, λένε, δεν λειτουργεί με βάση την ηθική αγανάκτηση ή τη δημόσια αίσθηση του «είδαμε όλοι τι έγινε». Λειτουργεί με κανόνες απόδειξης, με εγγυήσεις δίκαιης δίκης και με αυστηρές προϋποθέσεις για το πώς συλλέγεται και εισάγεται ένα αποδεικτικό μέσο. Αν το δικαστήριο αρχίσει να αποδέχεται υλικό που έχει ληφθεί με παράνομο ή αμφίβολο τρόπο, ανοίγει η πόρτα σε επικίνδυνα προηγούμενα: αυθαίρετες καταγραφές, παγίδες, παρακολουθήσεις χωρίς όρια.
Επιπλέον, η απουσία των δημοσιογράφων του Αλ Τζαζίρα και του μεσίτη που θα μεσολαβούσε για την πώληση από το δικαστήριο δημιούργησε πραγματικό πρόβλημα αλυσίδας απόδειξης. Ποιος τράβηξε το βίντεο; Υπήρξε μοντάζ; Τι ειπώθηκε πριν και μετά; Το δικαστήριο δεν μπορούσε να βασιστεί αποκλειστικά σε ένα οπτικό προϊόν, χωρίς ζωντανή μαρτυρία για τις συνθήκες δημιουργίας του.
Υπάρχει ακόμη και το ζήτημα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Αν το κράτος αγνοήσει πλήρως τέτοιες παραβιάσεις κινδυνεύει να νομιμοποιήσει πρακτικές που αύριο μπορεί να στραφούν εναντίον οποιουδήποτε πολίτη, όχι μόνο ισχυρών πολιτικών προσώπων.
Πολιτικά πρόσωπα
Όλα τα πιο πάνω είναι νομικά ορθά. Και όμως, κάτι παραμένει βαθιά προβληματικό για δύο λόγους: Τεχνολογικά ομιλούντες μπορεί να διακριβωθεί με περισσή άνεση αν ένα βίντεο είναι αυθεντικό ή παραποιημένο. Πολιτικά ομιλούντες έχουμε μεγαλύτερο πρόβλημα, διότι εδώ δεν μιλάμε για έναν ιδιώτη. Μιλάμε για τον πρόεδρο της Βουλής. Έναν θεσμικό πυλώνα της Δημοκρατίας. Μιλάμε για μια υπόθεση που δεν αποκαλύφθηκε από κουτσομπολιό ή υποκλοπή αλλά από διεθνή δημοσιογραφική έρευνα, η οποία οδήγησε σε πολιτικές παραιτήσεις και διεθνή διασυρμό της χώρας.
Όταν η Δικαιοσύνη απαντά σε όλα αυτά με μια στεγνή επίκληση της διαδικασίας, τότε δεν προστατεύει απλώς τα δικαιώματα του κατηγορουμένου. Αδειάζει ίσως το δημόσιο συμφέρον από κάθε περιεχόμενο.
Εν ολίγοις, το κενό δεν είναι απλώς αποδεικτικό. Είναι θεσμικό. Όταν η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να αξιοποιήσει αυτό που η κοινωνία θεωρεί αυταπόδεικτο, τότε η ευθύνη μεταφέρεται αλλού: στο πολιτικό σύστημα που δεν αυτοκαθαρίστηκε, στο κράτος που δεν θωρακίστηκε έγκαιρα, στους μηχανισμούς ελέγχου που απέτυχαν πριν φτάσουμε στο δικαστήριο.
Η Κύπρος ως εξαίρεση, όχι ως κανόνας
Σε άλλες ευρωπαϊκές έννομες τάξεις, η σύγκρουση μεταξύ προσωπικών δικαιωμάτων και δημοσίου συμφέροντος δεν λύνεται με αυτόματο αποκλεισμό της πραγματικότητας. Υπάρχει στάθμιση. Υπάρχει διάκριση ανάμεσα στην παράνομη κρατική παρακολούθηση και στη δημοσιογραφική αποκάλυψη. Υπάρχει αναγνώριση ότι οι πράξεις των ισχυρών δεν ανήκουν αποκλειστικά στην ιδιωτική τους σφαίρα. Στην ίδια υπόθεση, π.χ., ο δικηγόρος Ανδρέας Πιττάτζης, με βάση το ίδιο βίντεο που κατέθεσε, αθωώθηκε στα μάτια της Νομικής Υπηρεσίας η οποία έκανε αναστολή δίωξης, διότι απέδειξε (σε σχέση με το πλήρες βίντεο) ότι το μοντάζ που έγινε ήταν κατά βάση παραπλανητικό για τον ίδιο. Το ίδιο βίντεο γιατί δεν κατατέθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου, είτε για την αθώωση είτε την καταδίκη των κυρίων Συλλούρη και Τζιοβάνη; Γιατί το βίντεο που όλοι είδαμε στη μια περίπτωση ήταν έγκυρο και συνέτεινε στην αθώωση του κ. Πιττάτζη και στην άλλη απορρίφθηκε γιατί λήφθηκε παράνομα;
Ακόμη και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν κρίνει μια δίκη μεμονωμένα από το πώς αποκτήθηκε ένα στοιχείο αλλά από το αν, συνολικά, η διαδικασία ήταν δίκαιη. Στην Κύπρο, όμως, η δίκαιη δίκη μετατρέπεται συχνά σε λατρεία της φόρμας, εις βάρος της ουσίας.
Το χάσμα που μεγαλώνει
Επαναλαμβάνουμε ότι αυτό δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι η κυπριακή Δικαιοσύνη «έκανε λάθος» νομικά. Δείχνει όμως ότι επέλεξε τη στενότερη, πιο τυπική και λιγότερο τολμηρή ερμηνεία. Μια ερμηνεία που προστατεύει απολύτως τα ατομικά δικαιώματα αλλά αφήνει εκτεθειμένο το δημόσιο συμφέρον όταν αυτό συγκρούεται με τους τύπους.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία του προβλήματος: σε μια μικρή χώρα με ιστορικό διαπλοκής, η αυστηρή προσήλωση στη διαδικασία, χωρίς παράλληλη θεσμική αυτοκάθαρση, δεν ενισχύει την εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη. Την αποδυναμώνει στα μάτια της κοινωνίας.
Σε άλλες ευρωπαϊκές έννομες τάξεις, το ζήτημα των παράνομα ληφθέντων αποδεικτικών στοιχείων –ιδίως όταν αφορούν σοβαρό δημόσιο συμφέρον– αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερη ευελιξία και στάθμιση.
Στη Γερμανία, για παράδειγμα, τα δικαστήρια δεν αποκλείουν αυτομάτως υλικό που έχει ληφθεί χωρίς συγκατάθεση. Εφαρμόζεται αρχή στάθμισης (βλέπε BVerfG, απόφαση 1 BvR 2378/98 (2002) όπου εξετάζεται η σοβαρότητα του αδικήματος, η ιδιότητα του προσώπου (ιδίως αν είναι δημόσιο αξίωμα) και το δημόσιο συμφέρον αποκάλυψης. Σε υποθέσεις διαφθοράς ή κατάχρησης εξουσίας, βίντεο ή ηχογραφήσεις μπορούν να γίνουν δεκτά ακόμη και αν η λήψη τους ήταν προβληματική, ακριβώς επειδή το διακύβευμα υπερβαίνει την ιδιωτική σφαίρα.
Στη Γαλλία, η νομολογία (Cour de cassation, Chambre criminelle, 31 janvier 2007 -Υπόθεση ηχογραφήσεων χωρίς συναίνεση) έχει δεχθεί επανειλημμένα ότι αποδεικτικό υλικό που προσκομίζεται από τρίτους –όπως δημοσιογράφους– μπορεί να αξιοποιηθεί, εφόσον δεν έχει παραχθεί κατ’ εντολήν των διωκτικών Αρχών. Δηλαδή, άλλο πράγμα η παράνομη κρατική παρακολούθηση και άλλο η δημοσιογραφική αποκάλυψη.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο (Khan v. United Kingdom 2000 -Άρθρο 6 ΕΣΔΑ) τα δικαστήρια διαθέτουν διακριτική ευχέρεια να αποδεχθούν αποδεικτικά στοιχεία εφόσον κρίνουν ότι ο αποκλεισμός τους θα έπληττε την απονομή της δικαιοσύνης περισσότερο από την παραβίαση που προηγήθηκε. Δεν υπάρχει αυτόματη ακύρωση της πραγματικότητας.
Ακόμη πιο καθοριστική είναι η προσέγγιση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το δικαστήριο δεν εξετάζει μεμονωμένα αν ένα αποδεικτικό μέσο αποκτήθηκε παράνομα αλλά αν, συνολικά, η δίκη ήταν δίκαιη. Έχει κρίνει ότι ακόμη και παράνομα αποκτηθέν υλικό δεν παραβιάζει κατ’ ανάγκην το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, εφόσον ο κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να το αμφισβητήσει και να υπερασπιστεί τον εαυτό του.
Το πραγματικό πρόβλημα
Το πραγματικό πρόβλημα εδώ δεν είναι η αθώωση. Είναι αυτό που ακολουθεί. Η αθώωση χρησιμοποιείται ως «πολιτικό πλυντήριο». Ως οριστική απάντηση. Ως «τέλος συζήτησης». Κανείς δεν αναλαμβάνει πολιτική ευθύνη. Κανένας θεσμός δεν νιώθει την ανάγκη να αναστοχαστεί. Κανένα σύστημα δεν αυτοδιορθώνεται. Απεναντίας, δημιουργεί και ισχυρό προηγούμενο. Αλήθεια, τι περιθώρια για διαφορετική απόφαση υπάρχουν αν τελικά το Videogate, με τους ανθρώπους του Προέδρου να συζητούν εισφορές στο Ταμείο της πρώτης κυρίας, οδηγηθεί ενώπιον του δικαστηρίου;
Κάπως έτσι η κοινωνία μένει με μια πικρή διαπίστωση, σωστή ή λανθασμένη δεν έχει σημασία, ότι μπορεί να είδαμε όλοι το ίδιο πράγμα αλλά το κράτος μάς λέει ότι δεν συνέβη. Ότι δεν έχει σημασία. Ότι δεν χωρά στο δικαστικό καλούπι. Μέσα από αυτή τη (σωστή ή λανθασμένη) διαπίστωση ο κόσμος διαμορφώνει άποψη και ψηφίζει, μετατρέποντας ένα θέμα που κάποιοι θεωρούν νομικό σε βαθυτατα θεσμικό και πολιτικό.
Όταν η Δικαιοσύνη μέσα από στενόχωρες ερμηνείες μπορεί να καλυφθεί ότι νομικά έχει δίκιο αλλά χάνει τη μάχη της εμπιστοσύνης, τότε κάτι έχει σπάσει. Σε μια προβληματική Δημοκρατία όπως η Κύπρος, οι Πολίτες θεωρούν ότι το κράτος ζητά από τους πολίτες του να αμφισβητούν τι βλέπουν τα μάτια τους για να σωθεί το σύστημα. Κάπως έτσι γεννιούνται στρατιές κατά φαντασία αντισυστημικών, οι οποίοι θέλουν να καταργήσουν το σύστημα χωρίς να έχουν τίποτα να αντιπροτείνουν.
Όταν η Δικαιοσύνη μας ζητά να κλείσουμε τα μάτια
Το άρθρο αναφέρεται στην αθωωτική απόφαση για τον πρώην πρόεδρο της Βουλής, Δημήτρη Συλλούρη, στην υπόθεση του Al Jazeera και στην κριτική που ασκείται στην ελληνική Δικαιοσύνη. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η απόφαση δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο, καθώς απορρίφθηκε το βίντεο που καταδεικνύει πιθανές παράνομες ενέργειες, επειδή δεν είχε ληφθεί η συγκατάθεση του πρωταγωνιστή και οι δημοσιογράφοι δεν κατέθεσαν στο δικαστήριο. Αυτό, σύμφωνα με τον συγγραφέα, υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη και δημιουργεί την εντύπωση ότι η πραγματικότητα μπορεί να αγνοηθεί από τους νομικούς τύπους. Ο συγγραφέας αναγνωρίζει τη σημασία των κανόνων απόδειξης και της δίκαιης δίκης, αλλά υποστηρίζει ότι η απόφαση αυτή δίνει προτεραιότητα στη διαδικασία έναντι της ουσίας και αφήνει περιθώρια για αμφισβήτηση της ακεραιότητας της Δικαιοσύνης. Επιπλέον, τονίζει το ζήτημα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και τον κίνδυνο να χρησιμοποιηθεί αυτό ως άλλοθι για την απόκρυψη παράνομων ενεργειών. Συνολικά, το άρθρο εκφράζει μια έντονη κριτική προς την ελληνική Δικαιοσύνη και προειδοποιεί για τις αρνητικές συνέπειες που μπορεί να έχει η αθωωτική απόφαση για το πολιτικό σύστημα και την κοινωνία.
You Might Also Like
Κύριε Λοϊζίδη, ξεπερνάς κάθε όριο, άσε τον Φυτιρή να πολεμήσει το οργανωμένο έγκλημα
Φεβ 10
Η Annie Alexui και ο μοναχικός καβαλάρης
Φεβ 14
Τι πραγματικά συζητάμε όταν μιλάμε για ταινίες;
Φεβ 15
11χρονος σκότωσε τον θετό του πατέρα ενώ κοιμόταν επειδή του πήρε το Nintendo
Φεβ 21
Η αθώωση ως σύμπτωμα ενός καθεστώτος
Φεβ 22