Ο Άγγλος σαιξπηριστής σκηνοθέτης επισημαίνει ότι δεν είναι δουλειά του θεάτρου να θεραπεύει αλλά να καλλιεργεί την ενσυναίσθηση.
Συνεργάτης της Royal Shakespeare Company και δημιουργός με διεθνή εμπειρία σε μεγάλους θεατρικούς οργανισμούς και ποικίλα πολιτισμικά περιβάλλοντα, μετακλήθηκε από τον ΘΟΚ για να ανεβάσει τη «Δωδέκατη Νύχτα». Ωστόσο, ο Όουεν Χόρσλεϊ αποτινάσσει την ετικέτα του «ειδικού» και στην πρώτη του δουλειά στην Κύπρο επενδύει στην αυτενέργεια των ηθοποιών, προσεγγίζοντας το έργο όχι ως ιερό μνημείο, αλλά ως ζωντανό πεδίο έρευνας και συλλογικής εμπειρίας. Στη συνέντευξη μιλά για τον «μαγνήτη» Σαίξπηρ, το θέατρο σε μια εποχή διχασμών και για τον λόγο που επιμένει να βλέπει τη σκηνή ως περιοχή αμφιβολίας.
–Πώς μπήκε το θέατρο στη ζωή σου; Oι γονείς μου δεν είχαν καμία σχέση με το θέατρο. Ο πατέρας μου είναι αστυνομικός και η μητέρα μου δούλευε σε γραφείο. Ως παιδί ήμουν δύσκολος στον ύπνο. Ξυπνούσα μέσα στη νύχτα και τους χτυπούσα την πόρτα. Έτσι μου αγόρασαν κασέτες με σαιξπηρικά έργα, με τη σκέψη ότι ακούγοντας Σαίξπηρ, θα πλήξω και θα με πάρει ο ύπνος. Τους άφησα ήσυχους, όχι επειδή κοιμόμουν αλλά επειδή απλώς τις άκουγα ξανά και ξανά. Τις έβρισκα εκπληκτικές. Από τότε «βούτηξα» στον Σαίξπηρ. Αργότερα στο σχολείο είχα έναν εξαιρετικό καθηγητή θεάτρου, πήγα σ’ ένα νεανικό θέατρο και σκηνοθέτησα μια σχολική παράσταση. Από τα 15 μου ήξερα ότι ήθελα να γίνω σκηνοθέτης.
–Άρα φταίνε οι γονείς σου; Είναι απολύτως δικό τους φταίξιμο, ναι. Τους το «χτυπάω» μέχρι σήμερα (γέλια).
–Σήμερα τι λένε; Είναι περήφανοι. Το θέατρο δεν ανήκε στο ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον. Ήταν μια επιλογή ολότελα δική μου, κάτι που ανακάλυψα μόνος και μου έδωσε πολλή χαρά. Νομίζω ότι από νωρίς συνειδητοποίησαν ότι θα ακολουθούσα έναν δημιουργικό δρόμο.
–Ποια ήταν η αρχική σου εντύπωση από το νησί και πώς επηρέασε την προσέγγισή σου; Όταν έφτασα, ένιωθα ότι δεν γνώριζα πολλά. Έκανα κάποια έρευνα, γνώρισα ανθρώπους, καλλιτέχνες που ζουν και εργάζονται εδώ. Τώρα γνωρίζω λίγο περισσότερα για την ιστορία του νησιού, τη μακρά περίοδο βρετανικής κυριαρχίας, την ανεξαρτησία και φυσικά όσα συνέβησαν τη δεκαετία του ’70. Τα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα διαμορφώνουν τον πολιτισμικό χαρακτήρα του τόπου και των ανθρώπων του. Έχει ενδιαφέρον να αποκτά κανείς αυτή τη γνώση και να σκέφτεται μετά πώς μπορεί να την εντάξει σ’ ένα έργο που μιλά για το πένθος και την αγάπη. Είναι ίσως η πιο σκοτεινή κωμωδία του Σαίξπηρ. Αγγίζει σκοτεινά θέματα, αλλά ταυτόχρονα είναι αστεία. Έχει ενδιαφέρον πώς αυτά τα δύο συνυπάρχουν στην Κύπρο, πώς λειτουργούν το πένθος και η αγάπη μέσα στο κυπριακό συγκείμενο, μέσα από τη βιωμένη εμπειρία των ηθοποιών και του κοινού. Είναι εντελώς διαφορετικό σε σχέση με το Ηνωμένο Βασίλειο.
–Τι διακυβεύεται συναισθηματικά σ’ αυτό το έργο, εδώ και τώρα; Ο Σαίξπηρ έγραψε το έργο την ίδια περίοδο με τον Άμλετ. Γνωρίζουμε ότι είχε έναν γιο, τον Άμνετ, που πέθανε μικρός, θέμα που πραγματεύεται και η ταινία της Κλόι Ζάο. Το παιδί αυτό είχε δίδυμη αδερφή. Η «Δωδέκατη Νύχτα» μιλά για ένα δίδυμο, όπου το ένα πιστεύει ότι το άλλο έχει πεθάνει, μέχρι την επανένωσή τους. Συνδέεται άμεσα με μια περίοδο της ζωής του Σαίξπηρ όπου διαχειριζόταν το πένθος. Είναι ταυτόχρονα συγκινητικό και διασκεδαστικό, με υπέροχους, κωμικούς χαρακτήρες. Για πολλούς υποβόσκει η αίσθηση της απώλειας. Μερικές φορές, όταν βιώνεις πένθος, αισθάνεσαι ότι δεν «δικαιούσαι» να νιώσεις χαρά ή έρωτα. Γεννιέται μια ενοχή. Αυτό είναι βαθιά ανθρώπινο.
–Η Ιλλυρία, στη δική σου ανάγνωση, είναι τόπος διαφυγής ή τόπος όπου το πένθος δεν έχει πού να κρυφτεί; Η δική μας Ιλλυρία μοιάζει να ήταν κάποτε τόπος πραγματικής ελευθερίας: έκφρασης, ταυτότητας, φύλου, σεξουαλικότητας. Ύστερα, ο θάνατος του αδελφού της Ολίβιας έριξε τη σκιά του στη χώρα. Την πάγωσε, έχασε τη χαρά, την ελευθερία, την αγάπη. Το έργο διαπραγματεύεται την επανανακάλυψή τους. Μιλά για μια κοινότητα ανθρώπων που τη συναντάμε σε μια στιγμή μεγάλης δυσχέρειας και θλίψης.
–Το έργο παρουσιάστηκε στην Κύπρο μόλις την περασμένη άνοιξη, σε υπαίθρια, περιπατητική ανάγνωση. Τι αποκαλύπτουν οι απανωτές αναγνώσεις του ίδιου σαιξπηρικού κειμένου, σε διαφορετικές μορφές και συμφραζόμενα; Ο Σαίξπηρ είναι σαν μαγνήτης. Όπου κι όποτε τον ανεβάσεις, έλκει τον τόπο, τον χρόνο και τους ανθρώπους. Δεν μπορείς να το αγνοήσεις αυτό, γιατί τα έργα του θέτουν ερωτήματα αλλά δεν δίνουν απαντήσεις. Προσωπικά, έχω ανεβάσει αυτό το έργο τέσσερις φορές, σε διαφορετικά πλαίσια και κάθε φορά ανακαλύπτω κάτι καινούργιο. Αυτή τη φορά το κάνω εδώ, μ’ αυτούς τους ανθρώπους, σε μια γλώσσα που δεν μιλάω.
–Ποια τα κριτήρια για την επιλογή της συγκεκριμένης μετάφρασης; Τι είδους σαιξπηρική «φωνή» αναζητούσες στα ελληνικά; Έχω δουλέψει και σε άλλες γλώσσες, όπως στην Ιαπωνία και στην Κίνα. Όταν προσεγγίζεις μια μετάφραση, πρέπει να έχεις ξεκάθαρη ιεράρχηση προτεραιοτήτων. Το αγγλικό μέτρο και ο ρυθμός δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτούσια. Υπάρχουν, όμως, στον Σαίξπηρ άλλοι ρυθμοί που μπορούν να μεταφραστούν: ο ρυθμός της σκέψης, η ομοιοκαταληξία, οι ποιότητες του λόγου. Επιδίωξη είναι να παραμένει η γλώσσα «ανυψωμένη» και να μην ακούγεται σαν να παραγγέλνεις καφέ. Πρέπει να περιέχει ποίηση. Το πρώτο ζητούμενο ήταν να παραμείνει ζωντανό το σαιξπηρικό πνεύμα. Η Δωδέκατη Νύχτα χρειάζεται μετάφραση παιγνιώδη, με ταχύτητα και καθαρότητα. Οι διάλογοι πρέπει να μοιάζουν με «τένις». Η μετάφραση είναι κάτι ζωντανό. Δεν εμφανίζεσαι την πρώτη μέρα των προβών μ’ ένα κείμενο ακλόνητο. Κινείται, διαμορφώνεται στην πορεία. Μέχρι σήμερα κάνουμε ακόμη αλλαγές.
–Σκηνοθετείς σε μια χώρα με σύνθετη γλωσσική και πολιτική πραγματικότητα. Επηρεάζει αυτό τον τρόπο που σκέφτεσαι τον Σαίξπηρ στα ελληνικά; Δεν μπορούμε να το υπεραναλύσουμε, γιατί στο τέλος της ημέρας οι ηθοποιοί πρέπει να πουν και τα λόγια. Δεν ήρθα εδώ για να επιβάλω μια θεωρητική σύλληψη ή να κάνω μια δήλωση σχετικά με τη γλώσσα. Εντούτοις, αν ένας χαρακτήρας σηκώνει διακρίσεις στον τρόπο ομιλίας, αποχρώσεις, ιδιωματισμούς που βοηθούν την αφήγηση, αυτό είναι χρήσιμο. Μαθαίνω από τους ανθρώπους. Αν θέσω ένα ερώτημα και εξηγήσω ποια ήταν η πρόθεση του Σαίξπηρ, αλλά οι ηθοποιοί επισημάνουν ότι δεν αποδίδεται ακριβώς στη γλώσσα, τότε ξεκινά μια συζήτηση για το πώς μπορεί να διατυπωθεί. Είναι ένας συνεχής διάλογος.
–Πώς αντηχεί η σαιξπηρική εξερεύνηση της εξαπάτησης σε μια εποχή παραπληροφόρησης και αμφισβητούμενων πραγματικοτήτων; Πρόκειται για ένα έργο γεμάτο ψέματα και σκληρότητα. Παίζονται πολλά παιχνίδια εξαπάτησης μεταξύ των χαρακτήρων. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου είμαστε πιο πρόθυμοι να φερθούμε σκληρά στους άλλους, συχνά επειδή κρυβόμαστε πίσω από μια οθόνη. Νιώθουμε ότι μπορούμε να είμαστε σκληροί χωρίς συνέπειες. Το έργο τοποθετεί αυτή τη σκληρότητα μπροστά μας, ζωντανά. Και θέτει ένα ερώτημα που μιλά άμεσα στο σημερινό κοινό: έχει άραγε κάποιος από εμάς συμπεριφερθεί όπως κάποιος από τους χαρακτήρες; Για μένα, αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του έργου στο σύγχρονο πλαίσιο.
-Το κλασικό θέατρο — Σαίξπηρ, αρχαία τραγωδία, Μολιέρος — βρίσκεται συνεχώς αντιμέτωπο με το ζήτημα της επικαιρότητας. Πού τοποθετείς τον εαυτό σου σ’ αυτή τη συζήτηση; Το εξωτερικό πλαίσιο αυτών των έργων αλλάζει διαρκώς. Αυτό που τα διατηρεί ζωντανά είναι ότι η ανθρώπινη συνθήκη στην ουσία της δεν έχει αλλάξει. Ακόμη νιώθουμε αγάπη, φιλοδοξία, προδοσία, πόνο, χαρά. Είναι, κατά μία έννοια, μια επιστροφή στην ουσία του ποιοι είμαστε. Το αρχαίο ελληνικό δράμα είναι ελαφρώς διαφορετική περίπτωση. Στα δικά μου μάτια είναι περισσότερο θέατρο εκπαίδευσης και ενσυναίσθησης. Το γεγονός ότι σε κάθε σωζόμενο έργο ο κεντρικός χαρακτήρας είναι είτε γυναίκα, είτε ξένος, είτε δούλος, είναι σημαντικό. Αυτό προσφέρει στο κοινό τη δυνατότητα να μπει στη θέση της ευάλωτης μειονότητας- κάτι κρίσιμο, ίσως ακόμη περισσότερο σήμερα απ’ ό,τι τότε. Αυτά τα έργα δεν γεννήθηκαν από αφηρημένες ιδέες, αλλά από την ανάγκη να ειπωθούν ιστορίες με τις οποίες το κοινό μπορεί να συνδεθεί. Δεν λύσαμε ακόμη αυτά τα προβλήματα· ούτε καν τα πλησιάσαμε. Σήμερα είναι ακόμη πιο σύνθετα, γι’ αυτό αυτά τα έργα μοιάζουν ακόμη πιο απαραίτητα. Στην ουσία, δεν προσφέρουν απαντήσεις αλλά ερεθίσματα για διερεύνηση.
–Βασικός μηχανισμός του έργου είναι η μεταμφίεση, η παρενδυσία και η ρευστότητα της επιθυμίας. Τα βλέπεις ως στοιχεία μεταφορικά, κυριολεκτικά ή πολιτικά; Η ίδια η πράξη του drag είναι πολιτική, είτε το θέλουμε είτε όχι. Όταν πρωτοπαίζονταν τα έργα του Σαίξπηρ, οι θίασοι αποτελούνταν αποκλειστικά από άντρες. Ένας νεαρός υποδυόταν μια γυναίκα. Από μόνο του αυτό είναι πολιτική πράξη. Σήμερα, ακόμη περισσότερο. Ζούμε σε μια κοινωνία ακόμη πιο συντηρητική πάνω σε ζητήματα φύλου και σεξουαλικότητας απ’ ό,τι ίσως ήταν την εποχή του Σαίξπηρ. Βεβαίως, τότε η σοδομία ήταν παράνομη, αλλά έπρεπε να αποδειχθεί, κάτι σχεδόν αδύνατο. Στη συνέχεια, περνώντας από την ελισαβετιανή στη βικτωριανή περίοδο, η σεξουαλικότητα και η ομοφυλοφιλία ποινικοποιήθηκαν αυστηρά: άνθρωποι φυλακίστηκαν, διώχθηκαν, καταστράφηκαν. Στη δική μου οπτική, δεν έχουμε απομακρυνθεί πολύ απ’ αυτό το πλαίσιο αναφοράς. Ακόμη και σήμερα δυσκολευόμαστε να αποδεχτούμε τη ρευστότητα του φύλου και της σεξουαλικότητας. Αντιθέτως, κινούμαστε όλο και περισσότερο προς μια δυαδική, μανιχαϊκή αντίληψη. Δεν είμαι εδώ για να πω στους ανθρώπους τι να σκέφτονται. Τουλάχιστον προσπαθώ να θέσω το ερώτημα: γιατί έχει τόση σημασία;
–Πώς εκλαμβάνεις προσωπικά τον όρο «wokeness» στον χώρο του θεάτρου; Το θέατρο οφείλει να αντανακλά τον κόσμο στον οποίο ζούμε. Κι αυτός ο κόσμος συζητά για τη φυλή, το φύλο, τη σεξουαλικότητα. Αντί να προσποιείται ότι δεν συμβαίνει, οφείλει να φέρνει αυτή τη συζήτηση στη σκηνή. Μέσα στον ασφαλή χώρο του θεάτρου, το κοινό καλείται να εμπλακεί στον διάλογο. Ανατρέχοντας ξανά στο παράδειγμα της αρχαίας τραγωδίας, βλέπουμε ότι το θέατρο εξαρχής υπήρξε ένας χώρος όπου οι άνθρωποι μπορούσαν να συζητήσουν και να διαφωνήσουν με ασφάλεια. Το «Woke» είναι απλώς ένας όρος, μια λέξη που έχει εργαλειοποιηθεί και χρησιμοποιείται με αρνητική χροιά. Δεν είναι παρά η ανταπόκριση σ’ έναν κόσμο που αλλάζει. Κάποιοι θέλουν ν’ αλλάξουν μαζί του και κάποιοι άλλοι να παραμείνουν ίδιοι. Το θέατρο πάντως δεν μπορεί να παραμένει άκαμπτο, γιατί τότε παύει να είναι τέχνη. Το μεγάλο, ειδικά σε μια διχασμένη κοινωνία, είναι να φέρεις στο θέατρο εκείνους που έχουν ανάγκη να το δουν και το απορρίπτουν εκ των προτέρων, επειδή έχει χαρακτηριστεί «woke». Είναι ακριβώς αυτοί που χρειάζεται να βρίσκονται στην πλατεία.
–Τι σε κάνει να επιστρέφεις ξανά και ξανά στον Σαίξπηρ; Θα ήμουν ευτυχής να σκηνοθετώ Σαίξπηρ για το υπόλοιπο της ζωής μου, γιατί με κάνει καλύτερο άνθρωπο. Με βοηθά να σκέφτομαι με τρόπους που δεν είναι δυαδικοί. Τίποτα δεν είναι «άσπρο ή μαύρο». Πρέπει να αποδεχτούμε ότι η αμφισημία υπάρχει. Και το μόνο που οφείλουμε να κάνουμε ως άνθρωποι είναι να συνεχίζουμε να ερευνούμε και να συνδεόμαστε με τους άλλους. Ο Σαίξπηρ με ωθεί να αναστοχάζομαι και να κοιτάζω τους άλλους με περισσότερη συμπόνια. Όλα αυτά είναι αντιδημοφιλή σήμερα, γιατί νιώθουμε ότι πρέπει να καταλαβαίνουμε τα πάντα και να λύνουμε κάθε πρόβλημα. Ο Σαίξπηρ μου επιτρέπει ακριβώς να εξερευνώ την αβεβαιότητα.
–Πιστεύεις ότι υπάρχει «σωστή» σαιξπηρική ερμηνεία ή μόνο γόνιμες «παρερμηνείες»; Η ερμηνεία είναι το παν. Χωρίς αυτήν, η τέχνη θα είχε χαθεί. Ο Σαίξπηρ θα σοκαριζόταν αν ήξερε ότι τα έργα του παίζονται ακόμη τόσα χρόνια μετά. Κι όμως, αυτό συμβαίνει ακριβώς λόγω της μορφής και της δομής τους: επειδή προσφέρουν στους ανθρώπους τη δυνατότητα να εκφραστούν, να τοποθετήσουν τον εαυτό τους μέσα σ’ αυτά, να τα διαβάσουν αλλιώς. Δεν έχει να κάνει με το αν κάτι είναι καλό ή κακό. Κατά έναν παράδοξο τρόπο, αν προσπαθήσεις να «το κάνεις σωστά», αυτομάτως γίνεται νεκρό.
-Εμπιστεύεσαι τον όρο «οικουμενικός» ή πιστεύεις ότι αφορά κάτι που τίθεται υπό διαπραγμάτευση -ή και υπό αμφισβήτηση- πάντα σε τοπικό επίπεδο; Ανέβασα τον Ερρίκο Ε’ στην Κίνα. Είναι ίσως το πιο «πατριωτικό», το πιο «αγγλικό» σαιξπηρικό έργο. Τι ακριβώς είναι «οικουμενικό» για ένα τέτοιο έργο και πώς βγάζει νόημα εκεί; Κι όμως, ο βασικός πρωταγωνιστής είναι ο πόλεμος και αφορά την ηγεσία. Το κινεζικό κοινό αναγνώρισε απολύτως τα συμφραζόμενα. Έτσι επιστρέφουμε στην ιδέα του «μαγνήτη»: οι θεματικές κάθε σαιξπηρικού έργου εντοπίζονται μέσα σε οποιοδήποτε πλαίσιο. Αυτό έχει αποδειχθεί παγκοσμίως, εδώ και αιώνες.
–Ποιο ήταν το δικό σου «κλειδί» για τη Δωδέκατη Νύχτα; Δεν βλέπω το έργο ως πρόβλημα προς επίλυση. Με απασχολεί το τι μου κινεί το ενδιαφέρον. Με απασχολεί το πένθος και τι κακά και αψυχολόγητα πράγματα μπορεί να κάνουν οι άνθρωποι όταν πενθούν. Το πένθος είναι τόσο ολοκληρωτικό που ορισμένες φορές αποφασίζουμε απλώς να το αγνοήσουμε. Και τότε κάνουμε αλλόκοτα πράγματα. Μ’ ενδιαφέρουν τα μικρά, ανθρώπινα στοιχεία του έργου, τα οποία αλλάζουν ανάλογα με τη φάση στην οποία βρίσκομαι. Σήμερα, όντας μόνος στην Κύπρο, μπορώ να καταλάβω καλύτερα την απομόνωση των χαρακτήρων μέσα από προσωπική εμπειρία. Δεν ανήκω στο είδος του σκηνοθέτη που έρχεται να πει «αυτό είναι το έργο, αυτή είναι η ιδέα». Μπαίνω σε μια διαδικασία ανακάλυψης μαζί με τους ηθοποιούς.
–Σε βαραίνει η ετικέτα του «ειδικού»; Δεν νιώθω άνετα με την ετικέτα του «ειδήμονα» στον Σαίξπηρ που έρχεται από το Ηνωμένο Βασίλειο. Πού είναι τότε η αυτενέργεια των ηθοποιών; Πού είναι η συμβολή τους; Το θέατρο είναι συλλογική διαδικασία. Θέλω οι ηθοποιοί να έχουν άποψη, σκέψη, συναίσθημα, να βάζουν τον εαυτό τους μέσα στο έργο. Προσωπικά, δεν βρίσκω καμία χαρά στο να είμαι σκηνοθέτης που λέει: «κάνε αυτό». Ειλικρινά, δεν το απολαμβάνω.
–Αν, υποθετικά, είχες την ευκαιρία να ρωτήσεις τον ίδιο τον Σαίξπηρ κάτι για το συγκεκριμένο έργο, τι θα ήταν αυτό; (Σκέφτεται) Νομίζω ότι θα τον ρωτούσα για έναν συγκεκριμένο χαρακτήρα: τον Φέστε, τον γελωτοποιό. Θα ήθελα πολύ να μάθω γενικά για τη σχέση του Σαίξπηρ με τους γελωτοποιούς. Θα του έλεγα: «Άραγε, είσαι εσύ; Είναι ο Φέστε η φωνή σου;»
-Ίσως είναι κάθε φωνή στα έργα του… Έχεις δίκιο. Κι αυτή είναι η ιδιοφυΐα του ως συγγραφέα: ότι μπορεί να μιλά μέσα από κάθε χαρακτήρα. Παρ’ όλα αυτά, έχοντας δουλέψει αυτό το έργο αρκετές φορές, ο Φέστε παραμένει για μένα εξαιρετικά μυστηριώδης και γοητευτικός. Ποιανού η φωνή μιλά μέσα από αυτόν τον ρόλο; Αν είχα τη δυνατότητα, θα ήθελα επίσης να συζητήσω μαζί του, με όσο το δυνατόν περισσότερη ευαισθησία, για τον θάνατο του γιου του, του Άμνετ. Νιώθω ότι είναι καθοριστικός. Θα ήθελα να καταλάβω πώς κατάφερε να γράψει τη Δωδέκατη Νύχτα βιώνοντας παράλληλα αυτή την απώλεια.
-Πώς φιλτράρονται στις καλλιτεχνικές σου επιλογές οι σημερινές παγκόσμιες αγωνίες; Υπάρχει κάτι να ειπωθεί για τον ρόλο της κωμωδίας σε τέτοιες περιστάσεις, αλλά αυτό είναι από μόνο του κάπως απλοϊκό. Φυσικά και χρειαζόμαστε το γέλιο. Σήμερα όλα κινούνται με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Κανείς δεν έχει χρόνο να επεξεργαστεί κάτι σε βάθος. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε ως καλλιτέχνες είναι να «παγώσουμε» τον χρόνο. Να σταθούμε για να αναλύσουμε τα πράγματα χωρίς πίεση. Με πλακώνει ένα αίσθημα αδυναμίας αυτή την περίοδο. Τι μπορούμε να κάνουμε πέρα από το να προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε για το κοινό μια εμπειρία; Να βάλουμε έστω ένα μικρό λιθαράκι που ίσως το βοηθήσει να δει τα πράγματα λίγο διαφορετικά;
–Είναι αυτό ένα είδος θεραπείας; Δεν είναι δουλειά του θεάτρου να θεραπεύει, αλλά να καλλιεργεί την ενσυναίσθηση. Η ενσυναίσθηση είναι σαν μυς: αν δεν την εξασκείς, ατροφεί. Δυστυχώς, το θέατρο δεν εκτιμάται όσο θα έπρεπε. Γι’ αυτό οι άνθρωποί του είναι επιρρεπείς σε επιλογές όπως το κυνήγι του χρήματος και της προβολής. Το θέατρο λειτουργεί έτσι σήμερα επειδή δεν υπάρχει επαρκής χρηματοδότηση, επειδή οι κυβερνήσεις δεν το σέβονται και ίσως το φοβούνται. Στην αρχαία Αθήνα οι (πιο άποροι) πολίτες πληρώνονταν για να παρακολουθούν θέατρο. Λάμβαναν από το κράτος αμοιβή (σ.σ. το θεωρικόν) για να παρίστανται σε παραστάσεις μέσω των οποίων η πόλη επιβεβαίωνε τη δημοκρατική της ταυτότητα. Μπορείς να το φανταστείς αυτό να συμβαίνει σήμερα;
- INFO «Δωδέκατη Νύχτα» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, από 6/2 και κάθε Παρασκευή, Σάββατο 8μ.μ. & Κυριακή 6μ.μ. στην Κεντρική Σκηνή «Εύης Γαβριηλίδης» του ΘΟΚ, 77777745, tickets.thoc.org.cy
Ελεύθερα, 25.1.2026
Όουεν Χόρσλεϊ: Ο Σαίξπηρ θα σοκαριζόταν αν ήξερε ότι τα έργα του παίζονται ακόμη
Ο Άγγλος σκηνοθέτης Όουεν Χόρσλεϊ, γνωστός για τη δουλειά του με τη Royal Shakespeare Company, ανέλαβε να σκηνοθετήσει τη «Δωδέκατη Νύχτα» του Σαίξπηρ για τον ΘΟΚ. Ο Χόρσλεϊ δεν θεωρεί τον εαυτό του ειδικό στον Σαίξπηρ, αλλά προσεγγίζει το έργο ως ένα πεδίο έρευνας και συλλογικής εμπειρίας, δίνοντας έμφαση στην αυτενέργεια των ηθοποιών. Αναφέρει ότι από παιδί τον γοήτευε ο Σαίξπηρ, ακούγοντας τις ηχογραφήσεις των έργων του για να τον βοηθήσουν να κοιμηθεί. Σκέφτεται πώς τα θέματα του πένθους και της αγάπης, που διατρέχουν το έργο, μπορούν να συνομιλήσουν με το κυπριακό συγκείμενο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορία και τις κοινωνικές συνθήκες του νησιού. Θεωρεί ότι το θέατρο δεν έχει ως στόχο να θεραπεύσει, αλλά να καλλιεργήσει την ενσυναίσθηση και να δημιουργήσει χώρο αμφιβολίας.
You Might Also Like
Αριστοτέλης: Πώς γινόμαστε καλοί;
Ιαν 17
Βάλτερ Πούχνερ: Ζούμε εδώ και δεκαετίες την τυραννία του σκηνοθέτη
Ιαν 20
Ελένη Αναστασίου: Το θέατρο ανοίγει ρωγμές στην υπερπληροφόρηση
Ιαν 23
Keffiye made in China: Όταν το τραύμα γίνεται εμπόρευμα
Ιαν 26