Politis

Υδατικό: Η καμπάνα κτύπησε με 20 χρόνια καθυστέρηση - Τα στοιχεία μιλούσαν από το 2006

Δημοσιεύτηκε Φεβρουάριος 8, 2026, 12:28
Υδατικό: Η καμπάνα κτύπησε με 20 χρόνια καθυστέρηση - Τα στοιχεία μιλούσαν από το 2006

Βρισκόμαστε στον πέμπτο χρόνο ανομβρίας κι αυτό δεν αποτυπώνεται μόνο στα αποθέματα νερού στα φράγματα που, με την περιορισμένη ποσότητα που εισήλθε κατά το φετινό υδρολογικό έτος, μόλις που ξεπερνά το 13%. Αποτυπώνεται και στην απελπιστική κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα υπόγεια ύδατα ποσοτικά και ποιοτικά κι ας μην είναι κάτι που μπορούμε να δούμε με γυμνό οφθαλμό. Φαίνεται βεβαίως και στα τελευταία μέτρα, που μπάζουν… νερό, σύμφωνα με καταγγελίες των ΕΟΑ, τα οποία αποφάσισε υπό την πίεση των έκτακτων συνθηκών η κυβέρνηση με αποκοπές τόσο στην άρδευση όσο και στην ύδρευση.
Το καμπανάκι της υδατικής κρίσης στην Κύπρο δεν κτύπησε, ωστόσο, ούτε πέρσι, που φέραμε άρον άρον 14 κινητές ενεργοβόρες μονάδες αφαλάτωσης από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα οι οποίες λειτουργούν από τα μέσα του καλοκαιριού παράγοντας 15 χιλιάδες κυβικά μέτρα ημερησίως, ούτε φέτος που θα μας κόβουν το νερό μέρα παρά μέρα. Αλλά ούτε η κλιματική κρίση ούτε η ξηρασία μπορεί να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για την απουσία ενός μακροπρόθεσμου ρεαλιστικού σχεδιασμού.
Η χώρα μας ζει το άγχος της έλλειψης νερού εδώ και δεκαετίες. Παρ' όλα αυτά οι πολιτικές που εφαρμόζονται μοιάζουν πάντα πρόχειρες και βραχυπρόθεσμες. Δεν είναι τυχαίο που σήμερα ξεμείναμε κυριολεκτικά από νερό. Το πολυτιμότερο αγαθό για την ανθρώπινη ύπαρξη και τη συνέχεια του τόπου, με την ανάπτυξη μπροστά σε αυτά τα δεδομένα απερήμωσης να μπαίνει σε δεύτερη μοίρα.
Διαβάστε επίσης:
- Υδατικό: Ανοχή σε υπεραντλήσεις και αστοχίες στην καταμέτρηση νερο
- 2 σεντ η χρέωση νερού στα γκολφ, 5 στα νοικοκυριά! - Αντιδράσεις για τα διαφορετικά τέλη
- Πυρ και μανία οι αγρότες με αναδρομικά τέλη γεωτρήσεων - Το ζήτημα πάει στη Βουλή
- Μόνο 7 ξενοδοχεία προχωρούν με αφαλατώσεις - Τι τους κρατά πίσω
- Περικοπές σε ύδρευση και άρδευση το 2026 - Βαρύ πλήγμα για γεωργία, με 33% μείωση
- Σενάρια περικοπών λόγω εικόνας φραγμάτων και απουσίας αφαλάτωσης
- Υδατικό: Δεν ελκύουν τους ιδιώτες οι κρατικές γεωτρήσεις - Αβοήθητο το Τμήμα Γεωλογικής Επισκόπησης
Δραματική πτώση βροχόπτωσης
Ας δούμε καταρχάς τα ανησυχητικά δεδομένα των βροχοπτώσεων, τα οποία επεξεργάστηκε για τον «Π» ο διευθυντής του Τμήματος Μετεωρολογίας, Φίλιππος Τύμβιος.
- Η περίοδος 1980-2025 παρουσιάζει αυξημένη μεταβλητότητα με συχνότερα ξηρά ή οριακά έτη και λίγα αλλά έντονα υγρά έτη, τα οποία δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν τη συνολική τάση.
- Κατά την περίοδο αυτή η βροχόπτωση γίνεται πιο «επεισοδιακή»: Μεγάλα ποσά βροχής σε λίγα έτη, με μεγάλα διαστήματα χαμηλών αθροισμάτων.
- Την περίοδο 1975/76-1984/85 η μέση βροχόπτωση ανήλθε στα 498,6 mm (χιλιοστόμετρα), τη δεκαετία 1985/86-1994/95 μειώθηκε στα 476,2 mm, από το 1995/96 έως το 2004/05 έπεσε στα 459,5 mm, τη δεκαετία 2005/06-2014/15 υπήρξε αύξηση στα 472,5 mm και την περίοδο 2015/16-2024/25 μειώθηκε στα 461,2 mm.
- Αν πάμε ακόμα πιο πίσω θα δούμε πως την 30ετία 1941 -1970 η μέση βροχόπτωση ήταν τα 533 mm, την περίοδο 1951-1980 ο μέσος όρος βροχόπτωσης ήταν τα 515 mm, την 30ετία 1961-1990 έπεσε στα 503 mm και την περίοδο 1971-2000 η μέση βροχόπτωση ήταν 463 mm.
Τα φράγματα στράγγισαν
Ίσως η πιο μεγάλη τομή που έγινε μέχρι σήμερα για αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, παρά τις οικολογικές επιπτώσεις για τα ποτάμια συστήματα, ήταν η απόφαση που λήφθηκε αρχές της δεκαετίας του ’80 για κατασκευή μεγάλων ταμιευτήρων νερού. Μικρότερα φράγματα ήδη προϋπήρχαν από τη δεκαετία του ’50.
Το πρώτο μεγάλο φράγμα της Κύπρου κατασκευάστηκε το 1982 στον Ασπρόκρεμμο, το 1988 κατασκευάστηκε το φράγμα του Κούρρη, το μεγαλύτερο στην Κύπρο, ενώ το 2010 κατασκευάστηκε το τελευταίο μεγάλο φράγμα, αυτό της Σολέας.
Σήμερα η χωρητικότητα των φραγμάτων ξεπερνά τα 300 εκατ. κυβικά μέτρα νερού. Ωστόσο ο μέσος όρος εισροής από το υδρολογικό έτος 1987-1988 μέχρι το 2024-2025 δεν ξεπέρασε τα 84 εκατ. κυβικά μέτρα νερού. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω 38ετίας, μόνο 16 υδρολογικά έτη ξεπεράστηκε ο μέσος όρος, ενώ για 18 υδρολογικά χρόνια η εισροή νερού ήταν κάτω των 50 εκατ. κυβικών μέτρων νερού, εκ των οποίων τα 12 από το 2003 και μετά.
Συνεπώς οι περίοδοι που τα φράγματα στραγγίζουν αυξάνονται με αποτέλεσμα να καθίστανται ένας αναξιόπιστος σύμμαχος στη διαχείριση του υδατικού εδώ και πολλά χρόνια.
«Φάγαμε» τα υπόγεια ύδατα
Η αδιαφορία και η απραξία στη λήψη μέτρων εγκαίρως, παρότι τα σημάδια ήταν εκεί, συνιστούν την πρώτη πράξη του εγκλήματος. Η δεύτερη πράξη δεν είναι άλλη από τη συστηματική υπεράντληση των υπόγειων υδροφόρων στρωμάτων, ακριβώς για να αντιμετωπιστεί η έλλειψη νερού. Εδώ και δεκαετίες, νερό μεγάλης ηλικίας, που αποθηκεύτηκε στη γη χιλιάδες χρόνια πριν και θα έπρεπε να αποτελεί την παρακαταθήκη του μέλλοντος, αντλείται στην επιφάνεια αλόγιστα.
Από τις ενόργανες μετρήσεις του Τμήματος Γεωλογικής Επισκόπησης, η στάθμη των υπογείων νερών παρουσιάζει πτωτική τάση εδώ και δεκαετίες. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Χρίστο Χριστοφή, ανώτερο λειτουργό στο Τμήμα Γεωλογικής Επισκόπησης:
- Το 1970 ο ετήσιος εμπλουτισμός των υπογείων νερών για ολόκληρη την Κύπρο υπολογίστηκε στα 450 εκατ. κυβικά μέτρα νερού.
- Τo 2002 ο εμπλουτισμός στις ελεύθερες περιοχές ήταν μόλις 305 εκατ. κυβικά μέτρα νερού.
Σήμερα όπως υπολογίζει το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων, «ο φυσικός εμπλουτισμός έχει μειωθεί κατά περίπου 40–60% σε σχέση με παλαιότερες δεκαετίες, αντανακλώντας χαμηλότερες βροχοπτώσεις και μεγαλύτερη διακύμανση».
Αρνητικό ισοζύγιο έως 70%
Για να είναι βιώσιμη η εκμετάλλευση της υπόγειας υδροφορίας, η άντληση δεν πρέπει να ξεπερνά τον μέσο ετήσιο εμπλουτισμό. Περαιτέρω, για να υπάρξει ανάκαμψη της στάθμης σε ένα ήδη ελλειμματικό ισοζύγιο, η άντληση θα πρέπει να είναι μικρότερη του μέσου ετήσιου εμπλουτισμού.
Σύμφωνα με το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων (ΤΑΥ), σε αρκετούς υδροφορείς, η μείωση εκτιμάται μεταξύ 30-70% από τη δεκαετία του 1960, «με ταχύτερη επιδείνωση τις τελευταίες δεκαετίες», κάτι που αποδίδεται στην «αυξημένη ζήτηση, την εκτεταμένη άρδευση και την κλιματική ξηρασία».
Το ΤΑΥ υπολογίζει το ετήσιο έλλειμμα από τα υδροφόρα στρώματα μεταξύ 20–40 εκατ. κυβικά μέτρα και αντικατοπτρίζει την απόσταση μεταξύ κατανάλωσης και φυσικής αναπλήρωσης, δημιουργώντας τη σωρευτική πίεση στους υδροφορείς. Αυτό σημαίνει πως σιγά – σιγά στραγγίζουν και τα υπόγεια ύδατα.
Υπεράντληση 40% από το 2002
Είναι αξιοσημείωτο πως σε μελέτη του 2002, που έγινε από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων, σε συνεργασία με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) των Ην. Εθνών, και στόχευε στην ανασκόπηση των επιλογών διαχείρισης των υδάτων και στην αναθεώρηση της υδατικής πολιτικής, οι υπόγειοι υδάτινοι πόροι της Κύπρου φάνηκε να αντλούνταν τότε κατά 40% πέραν της επιτρεπόμενης άντλησής τους. «Με αποτέλεσμα τη συνεχή πτώση της στάθμης τους, την εξάντληση των αποθεμάτων τους και τη ραγδαία και συνεχή επέκταση των περιοχών των υδροφορέων που καταστρέφονται από τη διείσδυση της θάλασσας, με πολύ σοβαρές επιπτώσεις για την ύδρευση και τη γεωργία», όπως αναφερόταν στο σχετικό σημείωμα. Η μελέτη, δε, προειδοποιούσε: «Αν δεν επιτραπεί στους υδροφορείς να ανακάμψουν η καταστροφή που έχουν υποστεί θα καταστεί μη αναστρέψιμη. Η άμεση ανάγκη διάσωσης των αποθεμάτων υπογείων υδάτων επιβάλλει όπως οι αρνητικές συνθήκες που επικρατούν όχι μόνο ελεγχθούν αλλά και αντιστραφούν». Φωνή βοώντος.
8 από 22 σε καλή κατάσταση
Αν δούμε τους χάρτες, η σημερινή κατάσταση των υπογείων υδάτων είναι τραγική. Από τα συνολικά 22 συστήματα υπογείων υδάτων στις ελεύθερες περιοχές μόνο οκτώ βρίσκονται σε καλή ποιοτική κατάσταση (στοιχεία 2018). Όλα τα υπόλοιπα συστήματα βρίσκονται σε κακή χημική κατάσταση, γεγονός που αποδίδεται κυρίως σε υφαλμύρινση, γεωργική νιτρορύπανση, καθώς και σε ρυπαντικά φορτία από κτηνοτροφικές ή άλλες δραστηριότητες.
Ο βαθμός επηρεασμού δεν είναι ίδιος για όλους τους υδροφόρους. «Οι επιπτώσεις», σύμφωνα με τον γεωλογικό λειτουργό υδρολογίας κ. Χριστοφή, «τείνουν να είναι πιο έντονες στους ελεύθερους υδροφόρους και στις πηγές του Τροόδους, αφού αυτά τα συστήματα εξαρτώνται πολύ πιο άμεσα από τη βροχόπτωση και τον εμπλουτισμό. Αντίθετα, οι υπό πίεση και συνήθως βαθύτεροι υδροφόροι παρουσιάζονται πιο ανθεκτικοί στην ανομβρία με τις επιπτώσεις από αυτή να είναι πιο μακροπρόθεσμες». Οι παράκτιοι υδροφορείς, από την άλλη, έχουν υποστεί θαλάσσια διείσδυση, περιορίζοντας έτσι τη δυνατότητα χρήσης τους για σκοπούς ύδρευσης ή και άρδευσης.
Στην παρούσα φάση, το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων βρίσκεται στη διαδικασία επεξεργασίας και αξιολόγησης των δεδομένων της περιόδου 2019–2024, με την ολοκλήρωση της οποίας θα μπορεί να τεκμηριωθεί κατά πόσο η πρόσφατη ανομβρία έχει επιφέρει περαιτέρω επιπτώσεις στην ποιότητα των υπόγειων υδάτων.
«Τρώμε» νερό μεγαλύτερης ηλικίας
Σύμφωνα με τον κ. Χριστοφή, «η πτώση της στάθμης και η ανάγκη άντλησης από μεγαλύτερα βάθη απαιτούν περισσότερη ενέργεια και αναπόφευκτα αυξημένο κόστος».
Όπως εξηγεί, η πίεση που υφίστανται τα υπόγεια ύδατα επηρεάζει και τον χημισμό τους. «Με την πτώση της στάθμης, το αντλούμενο υπόγειο νερό είναι συνήθως μεγαλύτερης ηλικίας. Αυτό σημαίνει ότι ο χρόνος επαφής νερού-πετρώματος είναι αυξημένος και κατά συνέπεια, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, οι συγκεντρώσεις αλάτων ή και ιχνοστοιχείων στο υπόγειο νερό είναι επίσης αυξημένες». Η γενικότερη τάση, προσθέτει, είναι να αυξάνονται τα άλατα με την πτώση της στάθμης. «Σε αυτές τις περιπτώσεις, η συγκέντρωση των θειικών αλάτων, του νατρίου, των χλωριόντων, του βορίου κ.ά. τείνει να αυξάνεται το καλοκαίρι όταν η στάθμη είναι στα χαμηλότερα επίπεδα και μειώνεται μετά τον εμπλουτισμό, με την επαναφορά της στάθμης». Για σκοπούς ύδρευσης αυτό σημαίνει πως το νερό πρέπει να περάσει από μεγαλύτερη επεξεργασία.
Μέτρα αποκατάστασης
Όπως ανέφερε ο κ. Χριστοφή, μόνο στους αλλουβιακούς υδροφόρους της Έζουσας και του Ακρωτηρίου το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων εφαρμόζει τεχνητό εμπλουτισμό με τη χρήση ανακυκλωμένου νερού, σε μια προσπάθεια ισολογισμού άντλησης-εμπλουτισμού και αντιμετώπισης της θαλάσσιας διείσδυσης.
Οι «δράκοι» του νερού
Σύμφωνα με το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων, η εκτιμώμενη ετήσια ζήτηση νερού για τις ελεύθερες περιοχές ανέρχεται σε 270 εκατ. κυβικά μέτρα. Βεβαίως η ζήτηση δεν είναι κάτι στατικό. Με βάση τα τελευταία στατιστικά στοιχεία, το 2025 φαίνεται να ξεπέρασε τα 300 εκατ. κυβικά μέτρα. Κάθε χρόνο καταγράφεται νέο ρεκόρ ζήτησης ειδικά στην ύδρευση.
Από τη συνολική ζήτηση:
- 59,1% αντιστοιχεί στον γεωργικό τομέα,
- 29,6% καλύπτει τις ανάγκες ύδρευσης του πληθυσμού,
- 3% πάει στις ανάγκες της βιομηχανίας,
- 4,9% στον τουρισμό και
- 3,3% αντλείται από τον τομέα της κτηνοτροφίας.
Σήμερα η χωρητικότητα των φραγμάτων ξεπερνά τα 300 εκατ. κυβικά μέτρα νερού. Ωστόσο ο μέσος όρος εισροής από το υδρολογικό έτος 1987 – 1988 μέχρι το 2024 – 2025 δεν ξεπέρασε τα 84 εκατ. κυβικά μέτρα νερού.
Ύδρευση: 100% αφαλάτωση
Από πού όμως τροφοδοτείται η Κύπρος σε νερό; Η εξάρτηση από τα φράγματα και τα υπόγεια ύδατα τείνει να μειώνεται χρόνο με τον χρόνο. Άλλωστε δεν υπάρχει πλέον νερό. Σύμφωνα με τη διευθύντρια του Τμήματος Αναπτύξεως Υδράτων Ηλιάνα Τόφα, «στο σκέλος της άρδευσης, χρησιμοποιούνται διαθέσιμα αποθέματα φραγμάτων, υπόγειοι υδροφορείς υπό αυστηρή παρακολούθηση και, όπου είναι εφικτό, επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων υδάτων είτε απευθείας είτε μέσω τεχνητού εμπλουτισμού και άντλησης. Οι αφαλατώσεις καλύπτουν το 70%, ενώ από το 2025 μέχρι και το καλοκαίρι θα φράσουμε στο 80%. Ο στόχος μας είναι να φτάσουμε το 100% μέχρι το 2029 με τις επιπλέον δύο μόνιμες μονάδες αφαλάτωσης που θα κατασκευάσουμε».
Σε ό,τι αφορά τις Μονάδες Αφαλάτωσης αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε λειτουργία πέντε μόνιμες σε Πάφο, Επισκοπή, Βασιλικό, Λάρνακα και Δεκέλεια, συνολικής δυναμικότητας 77 εκατ. κυβικών μέτρων ετησίως. Παράλληλα, έχουν προωθηθεί με επισπευσμένες διαδικασίες επτά κινητές μονάδες αφαλάτωσης, εκ των οποίων οι τρεις βρίσκονται σε λειτουργία. Με την πλήρη λειτουργία τους, αναμένεται αύξηση της συνολικής παραγωγής αφαλατωμένου νερού κατά περίπου 32%.
Όσον αφορά τη συνεισφορά των γεωτρήσεων στην κάλυψη των αναγκών σε πόσιμο νερό, αυτή ανήλθε συνολικά σε 6,8 εκατ. κυβικών μέτρων το 2025, εκ των οποίων 3,8 εκατ. διατέθηκαν για την ύδρευση της πόλης της Λεμεσού και τα υπόλοιπα 3 εκατ. για την ύδρευση της πόλης και επαρχίας Πάφου.
Η εξάρτηση από τα φράγματα εξακολουθεί να είναι μεγάλη, παρότι ακόμη είναι άδεια, συνεισφέροντας 36 εκατ. κυβικά μέτρα νερού.
Εξοικονόμηση
Η διευθύντρια του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων, αναφερόμενη στην αύξηση της ζήτησης, η οποία και λόγω του τουρισμού την τελευταία εξαετία αυξάνεται δραματικά (ο τουρισμός το 2025 ξεπέρασε τα 4,4 εκατ. σε σχέση με 3,9 εκατ. το 2019 και αντίστοιχα ο πληθυσμός αυξήθηκε κατά 100 χιλιάδες πλησιάζοντας το 1 εκατ.), επισημαίνει πως η κατά 5% ετήσια αύξηση στις ανάγκες του νερού οφείλεται και στην απουσία υδατικής συνείδησης. «Στην Κύπρο δεν καταναλώνουμε νερό. Υπερκαταναλώνουμε ή, για να το πούμε καλύτερα, σπαταλάμε το νερό. Αυτό έχει συμβάλει αρνητικά στο ήδη βεβαρημένο υδατικό μας ισοζύγιο».
Η μειωμένη παροχή νερού που αποφάσισε η κυβέρνηση κατά 10% σημαίνει 10 εκατ. κυβικά μέτρα νερού λιγότερα.
«Αν γίνει εξοικονόμηση, ευελπιστούμε ότι δεν θα έχουμε άτακτες περικοπές», αναφέρει η κ. Τόφα. Για να βοηθήσει τους πολίτες να κάνουν εξοικονόμηση, το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων θα προμηθεύσει τα νοικοκυριά με ακροφύσια που θα εγκατασταθούν στις βρύσες. Οι άμεσες δράσεις εξοικονόμησης νερού προβλέπουν, επίσης, επιχορήγηση από το ΤΑΥ συνεργείων των ΕΟΑ για άμεση επέμβαση σε περίπτωση διαρροής.
Άρδευση από βρόχινο νερό
Σε σχέση με την άρδευση, η διευθύντρια του ΤΑΥ κ. Τόφα επισημαίνει ότι το κράτος έχει εκπονήσει ένα μεγάλο πακέτο με μέτρα για στήριξη των γεωργών για απώλεια εισοδημάτων. «Δεν είναι η λύση αλλά μια ανάσα για γεωργούς που δεν μπορούν να έχουν πλήρη ανάπτυξη των καλλιεργειών τους». Σημαντικό μέτρο θεωρεί η ίδια την αξιοποίηση των επενδυτικών σχεδίων για εγκατάσταση έξυπνων συστημάτων άρδευσης τα οποία συλλέγουν και αξιοποιούν το βρόχινο νερό.
Υποαξιοποίηση ανακυκλωμένου
Καλεί επίσης τους γεωργούς να επαναξιολογήσουν το θέμα της χρήσης του επεξεργασμένου νερού. «Θα ήταν καλό πλέον οι γεωργοί να στραφούν σε αυτό το νερό, υπήρχε μία άρνηση στη χρήση του και ως εκ τούτου πήγαινε για εμπλουτισμό των ποταμών. Είναι η κατάλληλη στιγμή να το επαναξιολογήσουν. Είναι μια μόνιμη πηγή».
Όπως εξήγησε, το ανακυκλωμένο νερό στις επαρχίες Λεμεσού και Πάφου αξιοποιείται πλήρως για σκοπούς άρδευσης, ενώ στη Λάρνακα έχουν μείνει πίσω κάποια έργα αποθήκευσης και μεταφοράς του στο φράγμα Τερσεφάνου. Όταν δεν υπάρχει ζήση απορρίπτεται στη θάλασσα. Στη Λευκωσία ολοκληρώθηκε τελευταίως το δίκτυο στον σταθμό της Ανθούπολης και άρχισε να παραχωρείται το νερό για άρδευση. Από το ανακυκλωμένο νερό ποτίζονται κήποι και χώροι πρασίνου αλλά υπάρχει ακόμη μεγάλο περιθώριο για αξιοποίησή του.
Τα σημάδια ήταν εκεί: Την 30ετία 1941 -1970 η μέση βροχόπτωση ήταν τα 533 mm, την περίοδο 1951- 1980 ο μέσος όρος βροχόπτωσης ήταν τα 515 mm, την 30ετία 1961 – 1990 έπεσε στα 503 mm και την περίοδο 1971 – 2000 η μέση βροχόπτωση ήταν 463 mm.
Διευθύντρια Τμήματος Υδάτων, Ηλιάνα Τόφα: «Έπρεπε να είχε κτυπήσει το καμπανάκι από το 2006»
Η Ηλιάνα Τόφα, διευθύντρια του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων τα τελευταία δυόμισι χρόνια, δεν μασάει τα λόγια της.
«Πριν από μία δεκαετία υπήρχε μεγαλύτερη εξάρτηση από τα επιφανειακά ύδατα, με καλύτερες μέσες εισροές στα φράγματα. Πριν από μία πενταετία οι πιέσεις είχαν ήδη αυξηθεί αλλά όχι στον σημερινό βαθμό. Σήμερα, το ισοζύγιο έχει μετατοπιστεί σαφώς προς μη συμβατικούς πόρους (αφαλάτωση, επαναχρησιμοποίηση) και πιο συντηρητική χρήση υπόγειων υδροφορέων. Φυσικά τα επιστημονικά στοιχεία είναι δημοσιευμένα από το 2006 και θα έπρεπε να είχαν κτυπήσει καμπανάκι ήδη από τότε θέτοντας τα υδατικά έργα στην ίδια προτεραιότητα που είναι σήμερα», τονίζει.
Η ίδια αποδίδει τα ελλείμματα στην υδατική πολιτική σε διάφορους παράγοντες. «Υπάρχει ένας κατακερματισμός στα θέματα αδειοδοτήσεων και πολιτικών. Εμείς, καθαρά τεχνοκρατικά, δώσαμε από πολύ νωρίς τις τάσεις, αυτά υπάρχουν, είναι καταγεγραμμένα, συζητήθηκαν, αλλά είναι θέματα πολιτικής. Άλλοι αποφασίζουν. Αν κρίνουμε εκ των υστέρων θα μπορούσαμε να κάνουμε κάτι άλλο».
Φέρει ως παράδειγμα τις κινητές μονάδες αφαλάτωσης που είχαν έρθει στην Κύπρο με συμβόλαια τριών χρόνων. «Παρά τις δικές μας πιέσεις ότι έπρεπε να μείνουν, για να ξαναχρησιμοποιηθούν, απομακρύνθηκαν», αναφέρει.
«Είναι βεβαίως και η υλοποίηση και ο προγραμματισμός των έργων που γίνονται με τους ρυθμούς του Δημοσίου και με καθυστέρηση. Υπάρχει έλλειμμα προσωπικού… Άρα είναι σε πολλά επίπεδα οι δυσκολίες που είχαμε κι έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Μετά από αυτή την κρίση, είναι η ώρα να μπουν μαζί κάποια πράγματα για να υπάρξει αποτέλεσμα. Η πολιτική γεωργίας, η πολιτική τουρισμού, η οικονομία γενικότερα είναι θέματα που πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα της υδατικής πολιτικής. Γιατί είναι όλα ζήτημα κόστους οφέλους».
Επισημαίνει πως δεν μπορούν να παραγραφούν και όσα έγιναν. «Έγιναν πάρα πολλά, έγιναν υποδομές, αγωγοί, μόνιμες μονάδες αφαλάτωσης. Θέλουν χρόνο όλα αυτά. Περάσαμε δύο χρόνια με τη χειρότερη εισροή από το 1901 που υπάρχουν δεδομένα. Και ήταν η 4η χρονιά ανομβρίας. Δεν ήταν ποτέ στα προβλεπόμενα όλα αυτά. Περάσαμε μια πολύ δύσκολη χρονιά το 2025 και ήταν άθλος το ότι περάσαμε ένα καλοκαίρι χωρίς περικοπές. Κάναμε υπεράνθρωπες προσπάθειες για να μην υπάρχουν απώλειες. Και δυσκολευόμαστε ιδιαίτερα για το 2026. Για αυτό έπρεπε να ληφθούν μέτρα».
Αφαλάτωση η μόνη λύση;
Όπως επισημαίνει, αυτή τη στιγμή «η αφαλάτωση είναι κεντρικός αλλά όχι μοναδικός πυλώνας της υδατικής πολιτικής. Συμπληρώνεται από εξοικονόμηση στη ζήτηση, επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων υδάτων στην άρδευση, τεχνητό εμπλουτισμό, βελτιστοποίηση αρδεύσεων (στάγδην, αισθητήρες εδάφους) και μείωση απωλειών δικτύων. Ο συνδυασμός μέτρων αυξάνει την ανθεκτικότητα και για αυτό και η Κυπριακή Δημοκρατία επιδοτεί τα έξυπνα συστήματα».
Ζητείται παράταση για τις «δανεικές»
Στο μεταξύ, όπως ακολάλυψε στον «Π» η κ. Τόφα, το ΤΑΥ έχει ήδη ζητήσει από το Υπουργείο Γεωργίας να αιτηθεί παράταση της παραμονής των 14 κινητών μονάδων που η χώρα εξασφάλισε δωρεάν πέρσι το καλοκαίρι από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Για άλλα δύο χρόνια. Οι μονάδες θα έμεναν στην Κύπρο μέχρι το καλοκαίρι φέτος.
Ελαφρυντικό η κλιματική κρίση αλλά δεν παραγράφει τα λάθη
Αν κοιτάξουμε τα στοιχεία που παραχώρησε στον «Π» ο Φίλιππος Τύμβιος, η τελευταία δεκαετία -2015/16 με 2024/25- χαρακτηρίζεται από αυξημένη μεταβλητότητα, κυριαρχία ξηρών και υποκανονικών ετών και απουσία διαδοχικών υγρών περιόδων. Παρά την παρουσία ενός εξαιρετικά υγρού έτους (2018/19 – του δεύτερου καλύτερου υδρολογικού έτους που καταγράφηκε ποτέ μετά το 1968-69), η δεκαετία στο σύνολό της παρουσιάζει σαφές υδρολογικό έλλειμμα, γεγονός που επιβαρύνει τη βιωσιμότητα των υδατικών πόρων.
«Η υδρολογική περίοδος 2015/16–2024/25 δεν αποτελεί μεμονωμένη ανωμαλία αλλά ευθυγραμμίζεται πλήρως με τη μακροπρόθεσμη κλιματική τάση που καταγράφεται στην Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο», επισημαίνει ο διευθυντής της Μετεωρολογίας, που εκδηλώνεται ως ακολούθως:
- Μείωση της μέσης βροχόπτωσης: Κλιματικές μελέτες και περιφερειακά σενάρια συγκλίνουν στο ότι η Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί hotspot κλιματικής αλλαγής, με σταδιακή μείωση της μέσης χειμερινής βροχόπτωσης, μετατόπιση των συστημάτων κακοκαιρίας βορειότερα, συχνότερη επικράτηση αντικυκλωνικών συνθηκών. Η δεκαετία 2015/16–2024/25, με πλειοψηφία ξηρών ή υπο-κανονικών υδρολογικών ετών, επιβεβαιώνει αυτή την τάση.
- Αύξηση της μεταβλητότητας και «επεισοδιακή» βροχή: Παρατηρείται σαφής μετάβαση από συνεχόμενες υγρές περιόδους, σε σποραδικά, έντονα υγρά έτη ή επεισόδια, τα οποία αυξάνουν τα ετήσια αθροίσματα αλλά δεν αποκαθιστούν το υδρολογικό ισοζύγιο. Το εξαιρετικά υγρό 2018/19 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα: Κλιματικά συμβατό με αυξημένη ενεργειακή φόρτιση της ατμόσφαιρας αλλά δεν σηματοδοτεί αλλαγή καθεστώτος, αφού ακολούθησαν ξηρά έτη.
- Αποδυνάμωση της υδρολογικής ανάκαμψης: Η κλιματική τάση δεν εκφράζεται μόνο στη μείωση της βροχής αλλά και στη συρρίκνωση της διάρκειας της υγρής περιόδου, στη μετατόπιση της βροχόπτωσης σε λιγότερες ημέρες και στην αυξημένη εξάτμιση λόγω υψηλότερων θερμοκρασιών. Αποτέλεσμα είναι ότι ακόμη και έτη με μέτρια ή αυξημένη βροχόπτωση δεν οδηγούν σε ουσιαστική αναπλήρωση φραγμάτων και υδροφορέων, ιδίως όταν προηγούνται ή ακολουθούνται από ξηρές χρονιές.
Καταλήγοντας ο κ. Τύμβιος τονίζει πως «η υδρολογική περίοδος 2015/16–2024/25 επιβεβαιώνει τη μακροπρόθεσμη κλιματική τάση μείωσης της βροχόπτωσης και αύξησης της μεταβλητότητας στην Κύπρο. Παρά την παρουσία μεμονωμένων υγρών ετών, η απουσία συνέχειας και η επικράτηση ξηρών περιόδων οδηγούν σε σωρευτικό υδρολογικό έλλειμμα, καθιστώντας τη διαχείριση των υδατικών πόρων ολοένα και πιο κρίσιμη».