Του Πατριάρχη
Η συζήτηση για τις βρετανικές βάσεις στην Κύπρο μοιάζει συχνά με έναν λαβύρινθο νομικών ερμηνειών, όπου η ουσία χάνεται ανάμεσα σε παραγράφους διεθνών συνθηκών και δυσνόητους όρους. Ωστόσο, αν παραμερίσουμε την πολυπλοκότητα των νομικίστικων επιχειρημάτων, αναδύεται μια αλήθεια που είναι πρωτίστως πολιτική και, πάνω από όλα, βαθιά ηθική. Στο σωτήριο έτος 2026, η διατήρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων μιας ξένης δύναμης επί ευρωπαϊκού εδάφους δεν αποτελεί απλώς έναν αναχρονισμό, αλλά μια ανοιχτή πληγή στο σώμα της αξιοπρέπειας ενός ανεξάρτητου κράτους.
Η συγκυρία που διανύουμε λειτουργεί ως καταλύτης αποκαλύψεων. Η Βρετανία, εγκλωβισμένη στις δικές της εσωτερικές και εξωτερικές αντιφάσεις μετά την έξοδο από την ευρωπαϊκή οικογένεια, αδυνατεί πλέον να πείσει ότι η παρουσία της αποτελεί εγγύηση ασφάλειας. Αντιθέτως, η στάση της έχει καταδείξει πως οι εγκαταστάσεις αυτές λειτουργούν περισσότερο ως μαγνήτης κινδύνων παρά ως ασπίδα προστασίας για τον πληθυσμό που ζει εντός και πέριξ αυτών. Είναι παράδοξο και ηθικά μη αποδεκτό, μια χώρα που δεν ανήκει πια στην Ευρωπαϊκή Ένωση να κατέχει τμήματα εδάφους ενός κράτους μέλους, την ώρα που το νησί υφίσταται ήδη την οδυνηρή πληγή της τουρκικής κατοχής στο 37% των εδαφών του.
Το επιχείρημα περί εμπλοκής τρίτων μερών ή της τουρκοκυπριακής κοινότητας στη συζήτηση για διαχείριση του καθεστώτος των βάσεων στερείται σοβαρής πολιτικής βάσης. Η συμφωνία εγκαθίδρυσης συνομολογήθηκε με την Κυπριακή Δημοκρατία ως ενιαία οντότητα μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της. Συνεπώς, ο μοναδικός νόμιμος και θεσμικός συνομιλητής του Λονδίνου είναι η επίσημη κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κάθε προσπάθεια διεύρυνσης της ατζέντας με την εισαγωγή των άλλων εγγυητριών δυνάμεων στην όποια διαπραγμάτευση αποτελεί έναν επικίνδυνο αντιπερισπασμό που στοχεύει στη διαιώνιση μιας κατάστασης που η ίδια η ιστορία έχει ξεπεράσει.
Σε επίπεδο ηθικής τάξης, η έννοια της «κυριαρχίας» επί ξένου εδάφους αποτελεί το τελευταίο, χυδαίο κατάλοιπο της αποικιοκρατίας. Η Βρετανία οφείλει να αντιληφθεί ότι ο ρόλος του αυτοδιορισμένου χωροφύλακα στην Ανατολική Μεσόγειο έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Η λύση βρίσκεται στη μετεξέλιξη αυτών των υποδομών. Θα μπορούσαν κάλλιστα να λάβουν έναν ευρωπαϊκό χαρακτήρα, εξυπηρετώντας τις ανάγκες της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, με τη Βρετανία να διατηρεί το δικαίωμα χρήσης μέσω συγκεκριμένων συμφωνιών, καταβάλλοντας όμως το ανάλογο αντίτιμο.
Η εμμονή στη μη καταβολή των οφειλόμενων ενοικίων επί δεκαετίες δεν είναι απλώς μια οικονομική εκκρεμότητα, αλλά μια επίδειξη περιφρόνησης προς το διεθνές δίκαιο και την κυπριακή κυριαρχία. Η διευθέτηση του ζητήματος δεν απαιτεί νομικούς ακροβατισμούς, αλλά την πολιτική βούληση να κλείσει οριστικά ο κύκλος της αποικιακής εξάρτησης. Η Κύπρος δεν ζητά χάρες, απαιτεί το αυτονόητο. Τον πλήρη έλεγχο της γης της και τον σεβασμό της οντότητάς της μέσα στο σύγχρονο παγκόσμιο στερέωμα.
Το τέλος της αποικιοκρατάς και η κυριαρχία της λογικής
Το άρθρο αναφέρεται στην συνεχιζόμενη συζήτηση για τις βρετανικές βάσεις στην Κύπρο, υποστηρίζοντας ότι η διατήρησή τους αποτελεί αναχρονισμό και προσβολή της κυριαρχίας της Κύπρου. Ο συγγραφέας τονίζει ότι η Βρετανία, μετά το Brexit, δεν μπορεί πλέον να δικαιολογήσει την παρουσία της ως εγγύηση ασφάλειας, ενώ οι βάσεις λειτουργούν περισσότερο ως πηγή κινδύνων. Επιπλέον, υπογραμμίζει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ο μόνος νόμιμος συνομιλητής για το θέμα αυτό, απορρίπτοντας την εμπλοκή άλλων πλευρών. Η διατήρηση των βάσεων θεωρείται κατάλοιπο της αποικιοκρατίας και προτείνεται η μετατροπή τους σε ευρωπαϊκές υποδομές, με τη Βρετανία να πληρώνει για τη χρήση τους. Τέλος, κατακρίνεται η μη καταβολή ενοικίων για τις βάσεις ως έδειξη περιφρόνησης προς το διεθνές δίκαιο και την κυπριακή κυριαρχία.