Για τους περισσότερους από εμάς, η συνάντηση που έγινε στις 19 Μαρτίου στο Ραουαλπίντι του Πακιστάν πέρασε απαρατήρητη. Δεν ήταν όμως μια συνηθισμένη σύσκεψη. Ο αρχηγός του πακιστανικού στρατού, στρατάρχης Ασίμ Μουνίρ, κάλεσε επισήμως ανώτερους σιίτες κληρικούς για να συζητήσουν ζητήματα «εθνικής ασφάλειας» και «κοινωνικής αρμονίας». Στην πραγματικότητα, όμως, η κίνηση αυτή έδειξε κάτι βαθύτερο: ότι ο πόλεμος στο Ιράν δεν πιέζει το Πακιστάν μόνο απ’ έξω, αλλά αρχίζει να το αγγίζει και εσωτερικά.
Γιατί να έχει αυτό τόσο μεγάλη σημασία; Πρώτον, διότι το Πακιστάν συνορεύει με το Ιράν. Δεύτερον, είναι μια χώρα όπου ο στρατός έχει τεράστια δύναμη, πολύ πέρα από το καθαρά στρατιωτικό πεδίο. Και τρίτον, παρότι η πλειονότητα του πληθυσμού είναι σουνίτες και μόλις το 10%-15% είναι σιίτες, το Πακιστάν διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες σιιτικές κοινότητες στον κόσμο, αφού έχει πληθυσμό 235 εκατομμύρια. Αυτό σημαίνει ότι κάθε μεγάλη αναταραχή στο Ιράν δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως ξένη κρίση, αλλά επηρεάζει άμεσα το ίδιο το Πακιστάν μέσω των 35 εκατομμυρίων σιιτών του.
Η συνάντηση έγινε λίγες ημέρες μετά τις αιματηρές διαδηλώσεις που ακολούθησαν τη δολοφονία του Αλί Χαμενεΐ. Σε διάφορες πόλεις του Πακιστάν ξέσπασαν κινητοποιήσεις, με δεκάδες νεκρούς, ειδικά στο Καράτσι όπου οι διαδηλωτές επιχείρησαν να μπουν στο Προξενείο των ΗΠΑ . Το επίσημο μήνυμα του στρατού ήταν ότι δεν θα επιτραπεί να μεταφερθεί η βία από μια ξένη σύγκρουση στους δρόμους του Πακιστάν. Σε ένα πρώτο επίπεδο, αυτό ακούγεται εύλογο. Κανένα κράτος δεν θέλει τα εσωτερικά του να εκραγούν εξαιτίας ενός περιφερειακού πολέμου.
Ωστόσο, για πολλούς σιίτες στη χώρα, το μήνυμα ακούστηκε διαφορετικά. Ερμηνεύθηκε ως έμμεση προειδοποίηση ότι η δημόσια ταύτιση με το Ιράν μπορεί να θεωρηθεί ύποπτη ή ακόμη και ένδειξη μειωμένης πίστης προς το Πακιστάν. Και αυτό είναι εξαιρετικά ευαίσθητο, γιατί το σεχταριστικό ζήτημα στη χώρα δεν είναι θεωρητικό. Είναι μια ανοιχτή πληγή, με βίαια επεισόδια, επιθέσεις και βαθιά καχυποψία εδώ και πολλά χρόνια.
Ακριβώς γι’ αυτό η παρέμβαση του στρατού προκάλεσε τόσο έντονη αντίδραση. Όταν ένα τόσο ισχυρό κέντρο εξουσίας επιχειρεί να ξεχωρίσει τη «θρησκευτική αλληλεγγύη» προς το Ιράν από την «εθνική αφοσίωση» προς το ίδιο το πακιστανικό κράτος, αυτό μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε τεστ πατριωτισμού για μια μειονότητα.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, στα social media κυκλοφόρησε και η πιο σκληρή εκδοχή του μηνύματος: ότι όσοι «αγαπούν τόσο πολύ το Ιράν» μπορούν να φύγουν και να πάνε να ζήσουν εκεί. Η φράση αυτή, όμως, δεν στηρίζεται σε επίσημη καταγραφή και δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως ειπωθείσα. Μπορεί να αναφερθεί μόνο ως ανεπιβεβαίωτη ένδειξη του κλίματος που δημιουργήθηκε γύρω από τη συνάντηση και του τρόπου με τον οποίο αρκετοί σιίτες εξέλαβαν το μήνυμα του στρατού.
Το πρόβλημα για το Πακιστάν είναι ότι προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Από τη μία, δεν θέλει να διαρρήξει τις σχέσεις του με το Ιράν, που είναι γειτονική χώρα και κρίσιμος παράγοντας για την περιφερειακή σταθερότητα. Η κυβέρνηση του Σαχμπάζ Σαρίφ φρόντισε να κρατήσει ανοικτούς διαύλους με την Τεχεράνη και να στείλει μηνύματα συνέχισης των σχέσεων. Από την άλλη, όμως, το Πακιστάν είναι βαθιά δεμένο με τη Σαουδική Αραβία και, γενικότερα, με τον σουνιτικό αραβικό κόσμο, από τον οποίο εξαρτάται οικονομικά, ενεργειακά και στρατηγικά.
Και υπάρχει και μια ακόμη διάσταση που κάνει την κατάσταση πιο βαριά απ’ ό,τι φαίνεται με την πρώτη ματιά: το Πακιστάν είναι πυρηνική δύναμη. Γι’ αυτό κάθε εσωτερική αποσταθεροποίηση, ειδικά σε μια περίοδο περιφερειακού πολέμου, αντιμετωπίζεται με πολύ μεγαλύτερη ανησυχία απ’ ό,τι σε μια «συνηθισμένη» κρίση.
Με απλά λόγια, το Ισλαμαμπάντ φοβάται και προς τις δύο κατευθύνσεις. Δεν θέλει να φανεί υπερβολικά κοντά στο Ιράν, γιατί αυτό θα ανησυχήσει το Ριάντ και τους συμμάχους του. Δεν θέλει, όμως, και να πιέσει τόσο πολύ τους δικούς του σιίτες, ώστε να προκαλέσει νέα εσωτερική έκρηξη.
Για το Πακιστάν, λοιπόν, ο πόλεμος στο Ιράν δεν είναι μόνο μια εξωτερική κρίση. Αναδεικνύει μια εξαιρετικά βαθιά και δύσκολη σχέση κράτους και θρησκευτικών ταυτοτήτων, την καχυποψία ανάμεσα στις σέκτες και το μόνιμο άγχος να μη χαθεί η ισορροπία ανάμεσα στο Ιράν και τη Σαουδική Αραβία.
Και αυτό ίσως είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο: ότι ο πόλεμος δίπλα στα σύνορα του Πακιστάν μπορεί να εξελιχθεί σε εσωτερικό τεστ συνοχής για το ίδιο το πακιστανικό κράτος. Τίποτα, μάλιστα, δεν προδιαγράφει ότι θα αντέξει. Ούτε και το πού μπορεί τότε να καταλήξουν τα πυρηνικά που διαθέτει. Τα πυρηνικά όπλα.
Στο Πακιστάν, ο πόλεμος στο Ιράν είναι και θέμα βαθιά εσωτερικό
Μια πρόσφατη συνάντηση μεταξύ του αρχηγού του πακιστανικού στρατού και ανώτερων σιιτών κληρικών στο Πακιστάν υπογραμμίζει την αυξανόμενη ανησυχία για την πιθανή επίδραση του πολέμου στο Ιράν στην εσωτερική σταθερότητα του Πακιστάν. Το Πακιστάν, με τον μεγάλο σιιτικό πληθυσμό του (περίπου 35 εκατομμύρια), αντιμετωπίζει τον κίνδυνο να επηρεαστεί από τις αναταραχές στο Ιράν. Η συνάντηση ακολούθησε αιματηρές διαδηλώσεις στο Πακιστάν μετά τη δολοφονία του Αλί Χαμενεΐ, όπου διαδηλωτές επιτέθηκαν στο Προξενείο των ΗΠΑ. Ο στρατός προσπάθησε να αποτρέψει τη μεταφορά της βίας από την εξωτερική σύγκρουση στο εσωτερικό, αλλά το μήνυμα ερμηνεύτηκε από πολλούς σιίτες ως προειδοποίηση για την ταύτισή τους με το Ιράν. Η κατάσταση είναι ευαίσθητη λόγω των υπαρχουσών σεχταριστικών εντάσεων στο Πακιστάν.