Υπάρχουν ειδήσεις που προκαλούν θόρυβο. Και υπάρχουν άλλες, πολύ πιο επικίνδυνες, που κινούνται αθόρυβα, πίσω από κλειστές πόρτες και τεχνικούς όρους που βολεύουν όσους δεν θέλουν να εξηγήσουν. Στο ευρωπαϊκό παρασκήνιο, τα εργαλεία παρακολούθησης τύπου Pegasus δεν εξαφανίστηκαν ποτέ. Απλώς άλλαξαν πρόσωπο. Έγιναν πιο «νόμιμα», πιο σύνθετα, πιο δύσκολα να εντοπιστούν και κυρίως, πιο εύκολα να διαψευστούν.
Ενδιάμεσες εταιρείες, τρίτες χώρες, νομικά τεχνάσματα. Ένα πλέγμα αρκετά περίπλοκο ώστε να προσφέρει το τέλειο άλλοθι. «Δεν γνωρίζαμε», «δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά μας», «τηρήθηκαν οι διαδικασίες». Η γραφειοκρατία ως ασπίδα και η ασάφεια ως εργαλείο.
Επισήμως, η Ευρωπαϊκή Ένωση διακηρύσσει αυστηρό έλεγχο και μηδενική ανοχή. Στην πράξη, όμως, η «μηδενική ανοχή» μοιάζει επιλεκτική και ενίοτε βολικά απούσα. Όταν τεχνολογίες με δυνατότητα να μετατρέψουν ένα κινητό τηλέφωνο σε αόρατο κοριό συνεχίζουν να κυκλοφορούν, τότε το ζήτημα παύει να είναι τεχνικό. Είναι ζήτημα πολιτικής βούλησης, αν υπάρχει. Πως προστατεύεται ο πολίτης και εν συνεχεία το ίδιος το κράτος;
Το πραγματικό ερώτημα, δεν είναι αν υπάρχουν αυτά τα εργαλεία. Είναι ποιος κάνει τα στραβά μάτια. Ποιος τα επιτρέπει, ποιος τα χρησιμοποιεί και ποιος επωφελείται από τη σιωπή. Μέχρι πού φτάνει τελικά η εξουσία άρσης του απορρήτου; Και πόσο εύκολα βαφτίζεται «νόμιμη» όταν εξυπηρετεί σκοπιμότητες;
Σε ένα περιβάλλον στο οποίο η πληροφορία είναι ισχύς, η πρόσβαση σε τέτοιες τεχνολογίες, μετατρέπεται σε μέσο επιρροής και πολλές φορές σε μηχανισμό ελέγχου και απομακρύνεται από τη χρησιμότητα ως εργαλείο ασφάλειας. Είναι νόμισμα επιρροής. Και σε ορισμένες περιπτώσεις, μηχανισμός ελέγχου.
Η Ευρώπη καλείται να επιλέξει. Θα παραμείνει θεματοφύλακας δικαιωμάτων ή θα συνεχίσει να υποδύεται τον ρόλο, ενώ ανέχεται ένα σύστημα που λειτουργεί στο ημίφως; Γιατί όσο αυτά συμβαίνουν χωρίς λογοδοσία, η εμπιστοσύνη κλονίζεται και διαβρώνεται συστηματικά. Και σε τέτοιες περιπτώσεις, η σιωπή είναι συνενοχή.
Ο εκ των Έσω
Σιωπηλές συναλλαγές, επικίνδυνες σκιές
Ένα σκοτεινό παρασκήνιο σιωπηλών συναλλαγών και επικίνδυνων πρακτικών αποκαλύπτεται, όπου εργαλεία παρακολούθησης όπως το Pegasus έχουν εξελιχθεί και λειτουργούν με πιο σύνθετους και δυσδιάκριτους τρόπους. Ενδιάμεσες εταιρείες, τρίτες χώρες και νομικά τεχνάσματα χρησιμοποιούνται για να καλύψουν τις δραστηριότητες αυτές, με δικαιολογίες όπως η άγνοια ή η έλλειψη αρμοδιότητας. Παρά τις επίσημες διακηρύξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για αυστηρό έλεγχο και μηδενική ανοχή, η πραγματικότητα φαίνεται να είναι διαφορετική. Η «μηδενική ανοχή» είναι συχνά επιλεκτική και βολικά απούσα, καθώς οι τεχνολογίες παρακολούθησης συνεχίζουν να κυκλοφορούν. Το ζήτημα δεν είναι πλέον μόνο τεχνικό, αλλά πολιτικό, αφορώντας την προστασία των πολιτών και του κράτους. Το κεντρικό ερώτημα είναι ποιος καλύπτει αυτές τις πρακτικές, ποιος τις χρησιμοποιεί και ποιος επωφελείται από τη σιωπή. Η εξουσία άρσης του απορρήτου γίνεται όλο και πιο εκτεταμένη, και η νομιμότητα αμφισβητείται όταν εξυπηρετεί σκοπιμότητες. Η πρόσβαση σε αυτές τις τεχνολογίες μετατρέπεται σε μέσο επιρροής και ελέγχου, απομακρυνόμενη από τον αρχικό της σκοπό ως εργαλείο ασφάλειας. Η Ευρώπη καλείται να επιλέξει ανάμεσα στον ρόλο του θεματοφύλακα των δικαιωμάτων και την υποκριτική ανοχή ενός συστήματος που λειτουργεί στο ημίφως. Η έλλειψη λογοδοσίας κλονίζει την εμπιστοσύνη και η σιωπή θεωρείται συνενοχή.