Philenews

Πρόταση Τραμπ για Γροιλανδία: Παράδοξη ή συνέχεια μιας διαχρονικής στρατηγικής των ΗΠΑ;

Δημοσιεύτηκε Ιανουάριος 29, 2026, 09:12
Πρόταση Τραμπ για Γροιλανδία: Παράδοξη ή συνέχεια μιας διαχρονικής στρατηγικής των ΗΠΑ;

Όταν ο Πρόεδρος Τραμπ πρότεινε για πρώτη φορά το 2019 την αγορά της Γροιλανδίας, η διεθνής αντίδραση κυμάνθηκε από τον χλευασμό μέχρι την ειρωνεία. Η ιδέα της απόκτησης μιας παγωμένης έκτασης από τη Δανία φάνταζε τότε ως άλλη μία αλλοπρόσαλλη έξαρση. Πέρασαν επτά χρόνια και πλέον το «αστείο» τελείωσε. Αυτό που φαινόταν παράδοξο, τώρα μοιάζει γεωπολιτικά διορατικό. Ο Τραμπ μπορεί να στερείται διπλωματικής λεπτότητας, όμως εξέφραζε ένα παλαιό, χαρακτηριστικά αμερικανικό ένστικτο: την απόκτηση εδαφών για στρατηγικούς σκοπούς. Οι ΗΠΑ επεκτάθηκαν όχι μόνο με πολέμους αλλά και με αγορές.
Αυτό δεν είναι καινοτομία. Είναι παράδοση. Πρόκειται για πάγια πρακτική της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής εδώ και πάνω από δύο αιώνες. Η οικοδόμηση των ΗΠΑ δεν ξεκίνησε από την ισχύ, αλλά από μια λωρίδα 13 αγγλικών αποικιών στον Ατλαντικό. Αυτό που μετέτρεψε τις ΗΠΑ σε μία ηπειρωτική δύναμη, δεν ήταν μόνο το Δόγμα του Πρόδηλου Πεπρωμένου (Manifest Destiny) – δηλαδή η πεποίθηση που αναπτύχθηκε και κυριάρχησε τον 19ο αιώνα ότι οι ΗΠΑ ήταν προορισμένες να επεκταθούν από άκρη σε άκρη στην αμερικανική ήπειρο αλλά και γεωστρατηγικά στοχευμένες αγορές, οι οποίες μετέτρεψαν τη γεωγραφία σε πλούτο, δύναμη και σε παγκόσμια επιρροή.
Η αγορά της Λουιζιάνα το 1803 από τον Ναπολέοντα στοίχισε 15 εκ. δολάρια και διπλασίασε την έκταση των ΗΠΑ. Εξασφάλισε τον έλεγχο του ποταμού Μισισιπή, που έγινε η οικονομική αρτηρία του νέου κράτους. Το 1819, η Ισπανία παραχώρησε τη Φλόριντα με αντάλλαγμα τη διαγραφή αμερικανικών απαιτήσεων ύψους 5 εκ. δολαρίων – μια συμφωνία που πρόσφερε γεωγραφικό αλλά και στρατηγικό βάθος και έλεγχο του Κόλπου του Μεξικού.
Το 1867, ο ΥΠΕΞ Γουίλιαμ Σιούαρντ αγόρασε την Αλάσκα από τη Ρωσία έναντι 7,2 εκ. δολαρίων. Η αγορά χαρακτηρίστηκε τότε «η τρέλα του Σιούαρντ», αφού πολλοί τη θεωρούσαν σπατάλη δημοσίου χρήματος για ένα παγωμένο τίποτα. Έναν αιώνα αργότερα, η Αλάσκα είχε ήδη αποδώσει πάνω από 200 δισ. δολάρια σε πετρελαϊκά έσοδα, πέρα από την στρατιωτική και γεωπολιτική της αξία. Το 1917, οι ΗΠΑ αγόρασαν τις Παρθένες Νήσους από τη Δανία έναντι 25 εκ. σε χρυσό, ενισχύοντας την ασφάλεια της Καραϊβικής και την περιμετρική άμυνα της Διώρυγας του Παναμά. Αυτές οι αγορές δεν ήταν ευκαιριακές. Ήταν στρατηγικές κινήσεις με γεωπολιτική και στρατηγική λογική.
Όπως επισημαίνει ο Tim Marshall στο βιβλίο του «Φυλακισμένοι της Γεωγραφίας» (Prisoners of Geography), οι ηγέτες περιορίζονται από τη γεωγραφία. Οι Αμερικανοί πρόεδροι, ανά τους αιώνες, κατανόησαν και αξιοποίησαν αυτή την πραγματικότητα.
Υπό αυτό το πρίσμα, η πρόταση του Τραμπ το 2019 να αγοράσει τη Γροιλανδία έχει πιο στέρεη ιστορική βάση απ’ ό,τι πολλοί θα παραδέχονταν. Και δεν ήταν η πρώτη φορά που οι ΗΠΑ έδειξαν ενδιαφέρον να αγοράσουν την Γροιλανδία. Ήδη από το 1867, ο Σιούαρντ – ο ίδιος που αγόρασε την Αλάσκα – διερεύνησε το ενδεχόμενο αγοράς της Γροιλανδίας. Το 1946, ο Πρόεδρος Τρούμαν προχώρησε περαιτέρω, προσφέροντας 100 εκ. δολάρια σε χρυσό. Η αιτιολογία; Άμυνα στον Αρκτικό κύκλο. Ο Ψυχρός Πόλεμος ξεκινούσε, και η Γροιλανδία προσέφερε θέση για βάσεις, ραντάρ και έγκαιρη προειδοποίηση ενάντια σε σοβιετικά βομβαρδιστικά. Αν και η πρόταση απορρίφθηκε, το στρατηγικό σκεπτικό παρέμεινε. Η αεροπορική βάση Thule, που λειτούργησε με τη συναίνεση της Δανίας μεταπολεμικά, παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα βορειότερα φυλάκια των ΗΠΑ – κρίσιμη για πυραυλική επιτήρηση και δορυφορικά συστήματα.
Το 2026, η Γροιλανδία δεν είναι πλέον γεωπολιτική υποσημείωση. Είναι στρατηγικό ακίνητο στη διασταύρωση πόρων, ασφάλειας, ανταγωνισμού και κλιματικών αλλαγών. Καθώς οι πάγοι λιώνουν, ανοίγουν νέοι θαλάσσιοι διάδρομοι μεταξύ Ειρηνικού και Ατλαντικού. Ο έλεγχος της Γροιλανδίας σημαίνει επιρροή πάνω σε αυτές τις αρτηρίες. Κάτω από τον πάγο κρύβονται στρατηγικά ορυκτά, οι λεγόμενες σπάνιες γαίες, απόλυτα απαραίτητες για την παγκόσμια τεχνολογία και αμυντική βιομηχανία για όλες τις δυνάμεις παγκοσμίως με την Κίνα να κατέχει τα πρωτεία. Παράλληλα, η Ρωσία συνεχίζει τη στρατιωτικοποίηση της Αρκτικής ενώ η Κίνα αυτοπροσδιορίζεται ως «σχεδόν αρκτική» δύναμη. Ο πάγος υποχωρεί, αλλά ο ανταγωνισμός σκληραίνει.
Η κυβέρνηση Τραμπ θεωρεί τη Γροιλανδία ζωτικής σημασίας για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Και αυτή η λογική, απαλλαγμένη από φανφάρες, είναι συνεκτική. Η χλεύη του 2019 λέει περισσότερα για τη γεωπολιτική αμνησία της Δύσης, παρά για την πρόταση καθαυτή.
Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η Δανία είναι πρόθυμη να πουλήσει την Γροιλανδία. Δικαίως έχει λάβει ισχυρή πολιτική στήριξη από την ΕΕ για την προστασία της κυριαρχίας και της εδαφικής της ακεραιότητας. Όσο για τους ίδιους τους Γροιλανδούς, οι φιλοδοξίες τους στρέφονται προς περισσότερη αυτονομία και όχι σε απορρόφησή τους από τις ΗΠΑ ή σε μια αλά Τραμπ μορφή συνεταιρισμού. Και δεν πρέπει να πιεστούν προς μια τέτοια κατεύθυνση. Η ιστορία και η διπλωματία δείχνουν πως υπάρχουν εναλλακτικές μορφές συνεργασίας από την βίαιη προσάρτηση. Συνεκμετάλλευση, μίσθωση ή η ενισχυμένη αμυντική συνεργασία, μπορούν να εξυπηρετήσουν παρόμοιους σκοπούς – όταν τα συμφέροντα ευθυγραμμίζονται. Το προηγούμενο υπάρχει. Υπάρχει και η λογική.
Αλλά είμαστε στο 2026. Όχι στον 19ο ή τον 20ό αιώνα. Ό,τι τότε ίσως φαινόταν λογικό, σήμερα δεν εφαρμόζεται αυτομάτως – ιδίως στο πλαίσιο έννομης διεθνούς τάξης την διαμόρφωση της οποίας οι ΗΠΑ συνέβαλαν καθοριστικά μεταπολεμικά. Μια τάξη θεμελιωμένη όχι μόνο σε συμφέροντα, αλλά και στις δημοκρατικές αρχές και αξίες, στα ανθρώπινα δικαιώματα, στην κρατική κυριαρχία, τη συναίνεση και το κράτος δικαίου.
Ωστόσο η εμπιστοσύνη – ειδικά εντός του ΝΑΤΟ και της ΕΕ – έχει κλονιστεί λόγω των πολλαπλών και απροκάλυπτων συμφερόντων του Τραμπ. Οι σύμμαχοι αμφιβάλλουν αν τα αμερικανικά στρατηγικά συμφέροντα παραμένουν ευθυγραμμισμένα με τις αρχές της συλλογικής ασφάλειας ή αν επανακαθορίζονται με μονομερείς συμπεριφορές.
Ο Τραμπ εξακολουθεί να δοκιμάζει τα όρια αυτών των κανόνων. Στο Νταβός, δεσμεύτηκε δημοσίως ότι δεν θα κάνει χρήση βίας – αλλά δεν εγκατέλειψε την ιδέα της πίεσης. Μίλησε για ένα «πλαίσιο συμφωνίας» για τη Γροιλανδία και παράλληλα απέσυρε απειλές επιβολής δασμών κατά ευρωπαϊκών χωρών. Η στρατιωτική επιλογή μπορεί να έχει αποσυρθεί – προς το παρόν. Όμως η γεωπολιτική πίεση συνεχίζεται. Μέσω οικονομικών κινήσεων, διπλωματικής φθοράς και ανταγωνισμού στον Αρκτικό Κύκλο, οι κίνδυνοι αποσταθεροποίησης παραμένουν. Οι σύμμαχοι είναι επιφυλακτικοί. Οι αντίπαλοι παρακολουθούν.
Όπως έλεγε και ο Τσόρτσιλ: «Μπορείς πάντα να υπολογίζεις ότι οι Αμερικανοί θα κάνουν το σωστό αφού πρώτα δοκιμάσουν κάθε άλλη επιλογή». Ας ελπίσουμε ότι στην περίπτωση αυτή θα επικρατήσει η διπλωματία. Όχι η καταναγκαστική ισχύς.
*Πρέσβης (επί τιμή). Ανώτερος Ερευνητικός Συνεργάτης, Κυπριακό Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.