Οι πρόσφατες δηλώσεις του ύπατου αρμοστή της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Ηνωμένο Βασίλειο, Κυριάκου Κούρου, στο Sky News, παρότι κινήθηκαν στα όρια της διπλωματικότητας που επιβάλλει η θέση του, υπήρξαν μία από τις πιο καθαρές και τεκμηριωμένες τοποθετήσεις που έχουν ακουστεί τα τελευταία χρόνια για το ζήτημα των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ανατολική Μεσόγειος βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο γεωπολιτικών εξελίξεων και οι Βάσεις του Ακρωτηρίου και της Δεκέλειας αποκτούν αυξημένη στρατηγική σημασία, ο Κύπριος διπλωμάτης υπενθύμισε μια συχνά παραγνωρισμένη πραγματικότητα: Οι Βάσεις μπορεί να θεωρούνται «κυρίαρχες», αλλά η κυριαρχία αυτή δεν είναι ούτε απόλυτη ούτε ανεξάρτητη από την Κυπριακή Δημοκρατία. Ας δούμε τα πράγματα αναλυτικά.
Κυριαρχία με λειτουργικά όρια
Το καθεστώς των Βρετανικών Βάσεων καθορίστηκε με τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης του 1960, η οποία συνόδευσε την ανεξαρτησία της Κύπρου. Με βάση αυτή τη συμφωνία, το Ηνωμένο Βασίλειο διατήρησε δύο βασικές περιοχές στο νησί -το Ακρωτήρι και τη Δεκέλεια- οι οποίες χαρακτηρίστηκαν ως κυρίαρχες περιοχές Βάσεων (Sovereign Base Areas). Η βρετανική θέση είναι ότι οι περιοχές αυτές αποτελούν κυρίαρχο βρετανικό έδαφος, με πλήρη δικαιοδοσία του Λονδίνου. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Η κυριαρχία των Βάσεων είναι στην πράξη λειτουργική, όχι όμως πλήρης. Αυτό αποτυπώνεται τόσο στις συμφωνίες του 1960 όσο και στην πρακτική που ακολουθείται έκτοτε. Οι Βάσεις δημιουργήθηκαν αποκλειστικά για στρατιωτικούς σκοπούς και όχι ως αποικιακά εδάφη ή ως κανονική διοικητική επέκταση του Ηνωμένου Βασιλείου. Η ίδια η Βρετανία δεσμεύθηκε ότι δεν θα χρησιμοποιούσε τις περιοχές αυτές για οικονομική ή πολιτική εκμετάλλευση.
Ένα από τα βασικά στοιχεία που αποδεικνύουν τα όρια της «κυριαρχίας» των Βάσεων είναι η γεωγραφική και λειτουργική τους εξάρτηση από την Κυπριακή Δημοκρατία. Οι περιοχές του Ακρωτηρίου και της Δεκέλειας δεν αποτελούν απομονωμένα εδάφη, αλλά βρίσκονται εντός της κυπριακής επικράτειας και περιβάλλονται από αυτήν. Για τη λειτουργία τους οι βρετανικές αρχές χρειάζονται καθημερινά να χρησιμοποιούν το οδικό δίκτυο, τις υποδομές (λιμάνια -αεροδρόμια) και τις υπηρεσίες της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η επικοινωνία μεταξύ των δύο Βάσεων, αλλά και η σύνδεσή τους με τον υπόλοιπο κόσμο, περνά αναπόφευκτα μέσα από το κυπριακό έδαφος. Χωρίς τη δυνατότητα μετακίνησης προσωπικού, εξοπλισμού και υλικών μέσω του κυπριακού εδάφους (π.χ. από και προς τα ραντάρ του Τρόοδους ή σε κάποια πεδία βολής), η λειτουργία των Βάσεων θα ήταν πρακτικά αδύνατη.
Οι Κύπριοι κάτοικοι των Βάσεων
Ένα δεύτερο στοιχείο που περιορίζει την έννοια της απόλυτης κυριαρχίας είναι το γεγονός ότι εντός των Βάσεων ζουν περίπου 11.000 Κύπριοι πολίτες. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι Βρετανοί υπήκοοι, αλλά πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας που κατοικούν σε 12 κοινότητες εντός των περιοχών των Βάσεων. Την ίδια στιγμή ζουν μόνιμα στην Κύπρο 30.000 - 40.000 Βρετανοί υπήκοοι. Αν σε αυτούς συμπεριλάβουμε τους στρατιωτικούς και τις οικογένειές τους ο αριθμός μπορεί να φτάνει 60.000.
Παρότι η ασφάλεια των περιοχών αυτών αποτελεί ευθύνη των βρετανικών αρχών, οι κάτοικοι διατηρούν τα δικαιώματα και την ιδιότητα του πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτό σημαίνει ότι οι Βάσεις δεν λειτουργούν ως ένα καθαρά στρατιωτικό έδαφος χωρίς κοινωνική ζωή, αλλά ως περιοχές όπου συνυπάρχουν στρατιωτικές εγκαταστάσεις και κοινότητες Κυπρίων.
Η συμφωνία του 2014 και το ευρωπαϊκό δίκαιο
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η συμφωνία που επιτεύχθηκε το 2014 μεταξύ Λευκωσίας και Λονδίνου σχετικά με την ανάπτυξη γης στις περιοχές των Βάσεων. Η εκπόνηση της Δήλωσης Πολιτικής Κυρίαρχων Περιοχών Βάσεων (ΔΠ ΚΠΒ) Ακρωτηρίου και Δεκέλειας, η οποία προωθήθηκε στη βάση της σχετικής διευθέτησης (The Arrangement) που υπογράφθηκε μεταξύ των Αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, τον Ιανουάριο του 2014, προσβλέπει στην εξασφάλιση μιας ορθολογιστικής προσέγγισης στον πολεοδομικό και χωροταξικό σχεδιασμό της περιοχής των ΚΠΒ, συνολικής έκτασης της τάξης των 25.000 εκταρίων, μέσα από τον καθορισμό Πολεοδομικών Ζωνών και Χωροθετικών Πολιτικών.
Με τη συμφωνία εκείνη, εν ολίγοις, επιτράπηκε η αξιοποίηση μεγάλου μέρους της γης για οικιστική και οικονομική ανάπτυξη, με μια κρίσιμη προϋπόθεση: Ότι η ανάπτυξη αυτή θα διέπεται από το ευρωπαϊκό κεκτημένο και τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η πρόβλεψη αυτή δείχνει ότι οι Βάσεις δεν λειτουργούν ως ένα απολύτως ανεξάρτητο νομικό σύστημα, αλλά υπόκεινται σε κανόνες που πηγάζουν από το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Ένα ζήτημα που παραμένει ανοιχτό
Η συζήτηση για το πόσο «κυρίαρχες» είναι οι Βάσεις επανέρχεται συχνά στον δημόσιο διάλογο, ιδιαίτερα σε περιόδους διεθνών κρίσεων, όταν οι εγκαταστάσεις του Ακρωτηρίου αποκτούν αυξημένο επιχειρησιακό ρόλο.
Η πραγματικότητα δείχνει ότι το καθεστώς τους είναι αποτέλεσμα μιας ιστορικής και νομικής ισορροπίας που διαμορφώθηκε το 1960 και προσαρμόζεται έκτοτε στις γεωπολιτικές εξελίξεις.
Η παρέμβαση του Κυριακού Κούρου στο Sky News υπενθύμισε ακριβώς αυτό: Ότι η κυριαρχία των Βάσεων δεν μπορεί να ερμηνεύεται με τρόπο που να αγνοεί την Κυπριακή Δημοκρατία. Η παρουσία τους στο νησί δεν είναι μονομερής πραγματικότητα, αλλά αποτέλεσμα διεθνών συμφωνιών που προϋποθέτουν συνεργασία, συνεννόηση και αμοιβαίο σεβασμό, κάτι το οποίο αντιλαμβάνεται πλήρως η Μεγάλη Βρετανία αν κρίνουμε από τις αντιδράσεις του Βρετανού Πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ, αλλά και τα αποτελέσματα της επίσκεψης του Βρετανού υπουργού Άμυνας Τζον Χίλι στην Κύπρο.
Το βασικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν οι Βάσεις είναι κυρίαρχες. Είναι μέχρι ποιο σημείο αυτή η κυριαρχία μπορεί να ασκείται χωρίς τη συνεργασία της Κυπριακής Δημοκρατίας - και ποια μορφή θα μπορούσε να πάρει στο μέλλον το σύστημα ασφάλειας του νησιού μέσα σε ένα μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.
Το προηγούμενο της Χάγης και η υπόθεση του Μαυρικίου
Η συζήτηση για το καθεστώς των βάσεων αποκτά νέα διάσταση μετά τη γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης το 2019 στην υπόθεση του Μαυρικίου και του αρχιπελάγους Τσάγκος.
Το δικαστήριο έκρινε ότι ο διαχωρισμός των νησιών Τσάγκος από τον Μαυρίκιο πριν από την ανεξαρτησία του ήταν παράνομος στο πλαίσιο της διαδικασίας αποαποικιοποίησης. Με βάση τη γνωμοδότηση αυτή, το Ηνωμένο Βασίλειο καλείται να τερματίσει τη διοίκησή του στο αρχιπέλαγος.
Αν και η υπόθεση αφορά διαφορετική γεωγραφική περιοχή, δημιούργησε ένα σημαντικό νομικό προηγούμενο. Ενίσχυσε τη θέση ότι η διαδικασία αποαποικιοποίησης πρέπει να οδηγεί σε πλήρη εδαφική ακεραιότητα των νέων κρατών. Για ορισμένους διεθνολόγους, το σκεπτικό αυτό θα μπορούσε στο μέλλον να επηρεάσει και τον τρόπο με τον οποίο εξετάζονται άλλες περιπτώσεις εδαφών που παρέμειναν υπό αποικιακό έλεγχο μετά την ανεξαρτησία. Αυτή η διαδικασία βέβαια θα μπορούσε να γίνει μόνο σε περίπτωση λύσης του Κυπριακού και με κοινό διάβημα Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι συνυπόγραψαν τις συνθήκες του Λονδίνου οι οποίες οδήγησαν στη δημιουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960.
Η προοπτική ένταξης της Κύπρου στο ΝΑΤΟ
Στη συζήτηση για το μέλλον του καθεστώτος ασφάλειας της Κύπρου προστίθεται πλέον και μια ακόμη διάσταση: Η θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας Νίκου Χριστοδουλίδη υπέρ της προοπτικής ένταξης της Κύπρου στο ΝΑΤΟ.
Η θέση αυτή συνδέεται άμεσα με το σύστημα εγγυήσεων του 1960, βάσει του οποίου η ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας τελεί υπό την εγγύηση της Βρετανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας. Εμμέσως πλην σαφώς, θα μπορούσε να θέσει και θέμα τερματισμού της παρουσίας Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο. Το σύστημα αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο έντονης κριτικής μετά τα γεγονότα του 1974, όταν η Συνθήκη Εγγυήσεως χρησιμοποιήθηκε από την Τουρκία ως νομικό επιχείρημα για τη στρατιωτική της επέμβαση στο νησί.
Σε περίπτωση λύσης του Κυπριακού, η ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ θα μπορούσε να δημιουργήσει μια εντελώς διαφορετική αρχιτεκτονική ασφάλειας. Ένα κράτος μέλος της Συμμαχίας, δεν χρειάζεται ξεχωριστό σύστημα εγγυήσεων, καθώς η ασφάλειά του καλύπτεται από το άρθρο 5 της Συνθήκης του ΝΑΤΟ, που προβλέπει συλλογική άμυνα.
Με βάση αυτή τη λογική, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει:
- στην κατάργηση του συστήματος εγγυήσεων του 1960
- σε μια νέα συμφωνία ασφάλειας για την Κύπρο
- σε επανακαθορισμό του ρόλου των στρατιωτικών εγκαταστάσεων στο νησί.
Σε αυτό το πλαίσιο, ορισμένοι αναλυτές θεωρούν, ότι η προοπτική ένταξης της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, θα μπορούσε να ανοίξει ταυτόχρονα με τις διαπραγματεύσεις για λύση του Κυπριακού και τη συζήτηση για το μέλλον των Βρετανικών Βάσεων. Μια εναλλακτική που έχει κατά καιρούς αναφερθεί, είναι η δημιουργία ΝΑΤΟϊκής βάσης στην Κύπρο, η οποία θα αντικαθιστούσε ή θα αναδιαμόρφωνε το υφιστάμενο καθεστώς των βρετανικών εγκαταστάσεων.
Politis