Οι πλείστοι άνθρωποι, είτε καλλιτέχνες, είτε επιστήμονες, είτε δημιουργοί σε άλλους τομείς, επιδιώκουν τη διάκριση.
Μπορεί το πρώτιστο για αυτούς να είναι η έκφραση και η επικοινωνία με τους άλλους, καθώς και η συμβολή στην όποια εξέλιξη, αλλά ταυτόχρονα μία βράβευση, αν και δεν είναι αυτοσκοπός, τις πλείστες φορές είναι καλοδεχούμενη ως μία αναγνώριση της αξίας αυτού που έχει κάνει κάποιος.
Υπάρχουν ωστόσο περιπτώσεις, πολύ λίγες, που οι διακριθέντες αρνούνται τη βράβευση. Είτε γιατί δεν αναγνωρίζουν τους θεσμούς που τους κρίνουν, είτε γιατί δεν πιστεύουν στα βραβεία, είτε γιατί θέλουν να στείλουν ένα μήνυμα διαμαρτυρίας για κάτι, ή για άλλο λόγο.
Τελευταία περίπτωση ο Θοδωρής Τσοµίδης, γεννηθείς το 1994 στη Θεσσαλονίκη, στον οποίο -την περασμένη βδομάδα- αποφασίστηκε να απονεμηθεί το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα στην Ελλάδα, για το βιβλίο του «Η Γέννα» (Εκδόσεις Πατάκη, 2024).
Ο ίδιος όμως, με δημόσια δήλωσή του, ευχαριστεί τα μέλη της επιτροπής, αλλά εξηγεί πως ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη γραφή «δεν συνάδει με βραβεύσεις, επαίνους, τιμές», καθώς τα βραβεία υπηρετούν, κατά την άποψή του, μια λογική ιεράρχησης και ανταγωνισμού που ταιριάζει περισσότερο στον αθλητισμό παρά στη λογοτεχνία. Ειδικά τα βραβεία πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων τα θεωρεί «πρόωρα».
Επισημαίνει επίσης ότι η λογοτεχνία «είναι μια υπόθεση χωρίς νικητές» και πως η αξία ενός έργου δεν εξαρτάται από τη δημόσια αναγνώριση. Αντίθετα, όπως υποστηρίζει, η ιστορία της λογοτεχνίας είναι γεμάτη από συγγραφείς που αγνοήθηκαν ή απορρίφθηκαν στον καιρό τους, αλλά άφησαν βαθύ αποτύπωμα στο πέρασμα του χρόνου.
Η συγγραφή, κατά τον ίδιο, πρέπει να στηρίζεται στην ανάγκη ειλικρινούς έκφρασης και στη χαρά της δημιουργίας, όχι στην προσδοκία αναγνώρισης.
«Πιστεύω, αναφέρει, πως οι συγγραφείς δεν ωφελούνται από τα βραβεία. Το έργο τους δεν θα γίνει ούτε καλύτερο ούτε χειρότερο εξαιτίας ενός βραβείου. Και τίποτα δεν υπονομεύει μια δημιουργική προσπάθεια περισσότερο από την ενδόμυχη ανάγκη να αρέσεις – σε μια επιτροπή, σε ένα γενικό και αόριστο κοινό, στον οποιονδήποτε.
Ό,τι τρέφει αυτήν την ενδόμυχη ανάγκη –κι αυτή είναι μια αναπόφευκτη λειτουργία κάθε βραβείου– δημιουργεί προϋποθέσεις συνθηκολόγησης απέναντι σε λογής νόρμες, εξουσίες και χειροκροτητές.
Για έναν άνθρωπο μάλιστα που ξεκινάει την περιπέτειά του στον δρόμο της γραφής μια βράβευση –συνοδευόμενη από εφήμερη δόξα, πρόσκαιρη αναγνωρισιμότητα, κάποιο μικρό έπαθλο– ενδέχεται να νοθεύσει τα μόνο κίνητρα που είναι ικανά να υποστηρίξουν τη μοναχική του πορεία στο βάθος του χρόνου: την ανάγκη ειλικρινούς έκφρασης και τη χαρά της δημιουργίας…
Και για εκείνους που δέχονται και για εκείνους που αρνούνται τον θεσμό των βραβείων ισχύει το ίδιο: στο τέλος θα μείνουν (;) μονάχα τα γραπτά μας, για να δοκιμαστεί η αντοχή τους στο χρόνο και στις εξακολουθητικές αναγνώσεις», καταλήγει.
Του Τσομίδη προηγήθηκε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο οποίος στα 81 του, το 2011, αρνήθηκε το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων. «Δεν θέλω ούτε τα βραβεία ούτε τα λεφτά τους» δήλωσε παραπέμποντας σ’ ένα κείμενό του με τίτλο «Εναντίον» (1979): «Είμαι εναντίον κάθε τιμητικής διάκρισης απ’ όπου και αν προέρχεται.
Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία από το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο υπείροχον έμμεναι άλλων, που μας άφησαν οι αρχαίοι. Είμαι εναντίον των βραβείων γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου…».
Η άρνηση ασκεί μια ιδιαίτερη γοητεία εξ ου κι όσοι κατά καιρούς αρνήθηκαν τη βράβευσή τους παρέμειναν στην ιστορία. Ακόμα κι όσοι δεν διάβασαν ποτέ κείμενα του Ζαν Πολ Σαρτρ τον μνημονεύουν για την επιστολή του προς τη Σουηδική Ακαδημία με την οποία γνωστοποιούσε -όταν ήδη είχε διαρρεύσει το όνομά του ως επικρατέστερος για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας (1964)- πως δεν επιθυμούσε να βραβευτεί.
Με την αποδοχή οποιουδήποτε βραβείου, ο Σαρτρ, θεωρούσε ότι θα συνέδεε το όνομά του, με το όργανο που θα τον τιμούσε. «Ο συγγραφέας πρέπει να αρνηθεί να μετατρέψει τον εαυτό του σε όργανο, ακόμα κι αν αυτό συμβαίνει κάτω από τις πιο τιμητικές περιστάσεις» είπε σε δηλώσεις του. «Αυτή η στάση είναι φυσικά, εντελώς δική μου και δεν περιέχει καμία κριτική σε όσους έχει ήδη απονεμηθεί το βραβείο».
Ακόμα ένας αρνητής ήταν ο Ιρλανδός συγγραφέας Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, ο οποίος το 1926 αποποιήθηκε της βράβευσής του δηλώνοντας με χιούμορ:
«Μπορώ να συγχωρήσω τον Άλφρεντ Νομπέλ για την εφεύρεση του δυναμίτη, αλλά μόνο ένα ανθρώπινο τέρας θα μπορούσε να εφεύρει τα Βραβεία Νόμπελ».
Ελεύθερα, 22.02.2026
Οι αρνητές των βραβείων
Το άρθρο πραγματεύεται το φαινόμενο των καλλιτεχνών και δημιουργών που αρνούνται να αποδεχτούν βραβεία, παρά την αναγνώριση που αυτά συνεπάγονται. Ο συγγραφέας αναφέρεται στην πρόσφατη άρνηση του Θοδωρή Τσομίδη να λάβει το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα για το βιβλίο του «Η Γέννα». Ο Τσομίδης εξηγεί ότι η τέχνη του δεν συνάδει με την λογική της ιεράρχησης και του ανταγωνισμού που ενυπάρχουν στα βραβεία, θεωρώντας τα πρόωρα για τους νέους συγγραφείς. Υποστηρίζει ότι η λογοτεχνία είναι μια δημιουργία χωρίς νικητές και ότι η αξία ενός έργου δεν καθορίζεται από την δημόσια αναγνώριση. Αναφέρει, επίσης, ότι η ανάγκη για αναγνώριση μπορεί να υπονομεύσει την ειλικρινή έκφραση και την χαρά της δημιουργίας. Το άρθρο αναφέρει προηγούμενες περιπτώσεις άρνησης βραβείων, όπως αυτή του Ντίνου Χριστιανόπουλου, υπογραμμίζοντας την ατομική στάση ορισμένων δημιουργών απέναντι στους θεσμούς αναγνώρισης.
You Might Also Like
Φταίνε τα πάντα στα κόμματα
Φεβ 11
Δεν είναι ίδιες οι εκλογές
Φεβ 17
Άνευ γνώσεως και αναγνώσεως…
Φεβ 20
The Silurian Hypothesis II
Φεβ 22