Sigma Live

Μπορεί ένας Υπουργός να εργαστεί σε εταιρείες συναφείς με το χαρτοφυλάκιό του;

Δημοσιεύτηκε Ιανουάριος 29, 2026, 11:14
Μπορεί ένας Υπουργός να εργαστεί σε εταιρείες συναφείς με το χαρτοφυλάκιό του;

Με αφορμή το βίντεο που είδε το φως της δημοσιότητας πριν από περίπου έναν μήνα και στο οποίο εμφανίζεται, μεταξύ άλλων, ο πρώην υπουργός Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας Γιώργος Λακκοτρύπης, με αναφορές σε ύποπτες χρηματοδοτήσεις και επενδύσεις, ο συνταγματολόγος Αχιλλέας Αιμιλιανίδης τοποθετήθηκε στην εκπομπή «Μεσημέρι και Κάτι», επιχειρώντας να εξηγήσει το θεσμικό πλαίσιο που διέπει την επαγγελματική δραστηριοποίηση πρώην αξιωματούχων μετά τη λήξη της θητείας τους.
Υπενθυμίζεται ότι η συνεδρίαση της Επιτροπής Θεσμών εξέτασε τις δραστηριότητες του τέως υπουργού σε σχέση με τη φερόμενη άσκηση λόμπινγκ, στον απόηχο του επίμαχου βίντεο. Όπως επισημάνθηκε, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο πρώην υπουργοί, μετά την αποχώρησή τους από το αξίωμα, μπορούν να εργαστούν στον ιδιωτικό τομέα, υπό ποιες προϋποθέσεις και ποιος εγκρίνει σχετικές αιτήσεις.
Ο κ. Αιμιλιανίδης εξήγησε ότι εδώ και χρόνια έχει θεσμοθετηθεί ειδική, ανεξάρτητη επιτροπή, αρμόδια να εξετάζει αιτήματα συγκεκριμένης κατηγορίας πρώην αξιωματούχων οι οποίοι επιθυμούν, μετά την αποχώρησή τους από τη δημόσια υπηρεσία, να εργαστούν στον ιδιωτικό τομέα. Η επιτροπή αυτή έχει την εξουσία είτε να εγκρίνει τα αιτήματα, χορηγώντας άδεια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, είτε να τα εγκρίνει υπό όρους, είτε να τα απορρίπτει, εφόσον κρίνει ότι υφίσταται κίνδυνος σύγκρουσης συμφερόντων.
Όπως ανέφερε, χαρακτηριστικό παράδειγμα σύγκρουσης συμφερόντων θα μπορούσε να θεωρηθεί η άμεση εργοδότηση πρώην υπουργού από οργανισμό που προηγουμένως τελούσε υπό την εποπτεία του. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η επιτροπή μπορεί να απορρίψει την άμεση εργοδότηση και να απαιτήσει την πάροδο του προβλεπόμενου από τη νομοθεσία χρονικού διαστήματος, προκειμένου ο πρώην αξιωματούχος να μπορέσει να ασκήσει τη συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα.
Στο πλαίσιο της συζήτησης τέθηκαν και τα δημοσιεύματα που αναφέρουν ότι ο κ. Λακκοτρύπης φέρεται να εργάζεται ή να συνεργάζεται με τουλάχιστον δέκα εταιρείες, ενώ έντονη συζήτηση προκάλεσαν και τα πρόσωπα που υπέγραψαν την άδεια για την επαγγελματική του δραστηριοποίηση. Ο κ. Αιμιλιανίδης διευκρίνισε ότι η επιτροπή είναι τριμελής και προβλέπεται ρητά από τη νομοθεσία. Απαρτίζεται από πρόεδρο, ο οποίος είναι εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας και διορίζεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας — θέση που από τον περασμένο Ιούνιο κατέχει εισαγγελέας της Δημοκρατίας — καθώς και από έναν εκπρόσωπο της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, οριζόμενο από τον Γενικό Ελεγκτή, και έναν εκπρόσωπο του Γενικού Λογιστηρίου, οριζόμενο από τον Γενικό Λογιστή της Δημοκρατίας. Όπως τόνισε, τα μέλη της επιτροπής προέρχονται από ανεξάρτητους θεσμούς που προβλέπονται από το Σύνταγμα και δεν διορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο.
Απαντώντας στο ερώτημα κατά πόσο το υφιστάμενο πλαίσιο επαρκεί για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος, ο συνταγματολόγος υπενθύμισε ότι πριν από το 2007 δεν υπήρχε κανένα θεσμικό καθεστώς ή περιορισμός για τη δραστηριότητα πρώην αξιωματούχων μετά τη λήξη των καθηκόντων τους. Η σχετική νομοθεσία, όπως σημείωσε, δεν αφορά μόνο πρώην υπουργούς, αλλά και πρώην κρατικούς αξιωματούχους, δικαστές και υψηλόβαθμα στελέχη του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Υπογράμμισε ότι δεν θα ήταν δυνατόν, ούτε συμβατό με την αρχή της αναλογικότητας, να απαγορευτεί πλήρως σε ένα πρόσωπο να εργάζεται μετά την αποχώρησή του από δημόσιο αξίωμα. Για τον λόγο αυτό, επελέγη η λύση της ανεξάρτητης επιτροπής, η οποία εξετάζει κάθε περίπτωση με βάση τα στοιχεία που υποβάλλονται, τις προηγούμενες συναλλαγές του αξιωματούχου και τυχόν σχέσεις με μελλοντικούς εργοδότες. Η επιτροπή μπορεί να εγκρίνει την εργοδότηση, να θέσει περιορισμούς ή ακόμη και να την απορρίψει σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Ο χρονικός περιορισμός που προβλέπει ο νόμος είναι διετής από την ημερομηνία αποχώρησης, μετά την παρέλευση του οποίου δεν τίθεται πλέον ζήτημα έγκρισης από την επιτροπή.
Σύμφωνα με τον κ. Αιμιλιανίδη, η φιλοσοφία του νόμου επιδιώκει μια λεπτή ισορροπία: από τη μία, την αποτροπή φαινομένων διαπλοκής, όπου ένας αξιωματούχος θα μπορούσε να ευνοήσει κάποιον κατά τη διάρκεια της θητείας του και στη συνέχεια να ανταμειφθεί με υψηλόμισθη εργασία, και από την άλλη, τη διασφάλιση ότι πρώην αξιωματούχοι, συχνά σε παραγωγική ηλικία, δεν θα αποκλείονται αδικαιολόγητα από την αγορά εργασίας όταν δεν θίγεται το δημόσιο συμφέρον. Όπως ανέφερε, η σύνθεση της επιτροπής θα μπορούσε ενδεχομένως να ενισχυθεί και με τη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού, ωστόσο, σε γενικές γραμμές, η κατεύθυνση και η λογική του νόμου κινούνται, κατά την άποψή του, προς τη σωστή κατεύθυνση.
Στο τέλος της παρέμβασής του, ο κ. Αιμιλιανίδης αναφέρθηκε και σε άλλο νομικό ζήτημα επικαιρότητας, διευκρινίζοντας ότι, σε σχέση με την αντιπαράθεση που απασχολεί τη δημόσια σφαίρα, έχει ήδη δοθεί απάντηση από τους δικηγόρους της άλλης πλευράς, η οποία εξετάζεται. Όπως είπε, θα ακολουθήσει περαιτέρω αλληλογραφία ή και συνάντηση, στο πλαίσιο των νέων κανονισμών πολιτικής δικονομίας, με στόχο την επικοινωνία μεταξύ των μερών και την αποφυγή δικαστικής διαδικασίας, χωρίς ωστόσο να προδικάζεται η τελική εξέλιξη.
Διαβάστε επίσης: Φάκελο με αιτήσεις πρώην αξιωματούχων στη Βουλή - Πόσες απορρίφθηκαν