Στην ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης για τροχαίο ατύχημα που σημειώθηκε στον παρακαμπτήριο δρόμο Τσερίου προχώρησε το Ανώτατο, διατάσσοντας την επανεκδίκαση της υπόθεσης από νέο δικαστή. Η απόφαση εστιάζει σε «ακροσφαλή» συμπεράσματα και αντιφάσεις που άφησαν αναπάντητα κρίσιμα ερωτήματα για τις συνθήκες της σύγκρουσης.
Το ατύχημα συνέβη όταν δύο οχήματα που κινούνταν στην ίδια κατεύθυνση συγκρούστηκαν μεταξύ τους, με αποτέλεσμα το ένα εξ αυτών να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα και να εμβολίσει τρίτο όχημα στο οποίο επέβαινε ένα ζεύγος. Πρωτοδίκως, οι δύο οδηγοί που προκάλεσαν την αρχική σύγκρουση κρίθηκαν συνυπεύθυνοι κατά 50% έκαστος.
Ωστόσο, ένας εκ των δύο οδηγών άσκησε έφεση, υποστηρίζοντας πως η αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Επαρχιακό Δικαστήριο ήταν λανθασμένη.
Σύμφωνα με τα πρακτικά της απόφασης, το δικαστήριο βρέθηκε αντιμέτωπο με δύο διαμετρικά αντίθετες εκδοχές για τα αίτια της πρώτης σύγκρουσης: Η πλευρά του Εφεσίβλητου 3 υποστήριξε ότι το ατύχημα προκλήθηκε όταν ο προπορευόμενος Εφεσείων ανέπτυξε ταχύτητα για να προσπεράσει ένα άγνωστο όχημα και, στην προσπάθειά του να επανέλθει απότομα στην αριστερή λωρίδα, έφραξε την πορεία του, καθιστώντας τη σύγκρουση αναπόφευκτη. Αντίθετα, η εκδοχή του Εφεσείοντα – η οποία υποστηρίχθηκε αρχικά και από τους επιβάτες του τρίτου οχήματος – ήταν ότι ο ίδιος οδηγούσε κανονικά στην πορεία του, όταν το όχημα του Εφεσίβλητου 3 προσέκρουσε βίαια στο πίσω μέρος του δικού του αυτοκινήτου, σπρώχνοντάς τον στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου και συγκρούστηκε με το όχημα των Εφεσίβλητων 1 και 2.
Το Ανώτατο, εξετάζοντας την υπόθεση, εντόπισε σοβαρά κενά στον τρόπο που το πρωτόδικο δικαστήριο διαχειρίστηκε το αποδεικτικό υλικό. Συγκεκριμένα, η αστυνομική έρευνα χαρακτηρίστηκε ελλιπής, καθώς η πλευρά της Αστυνομίας δεν μπορούσε να εξηγήσει με βεβαιότητα πώς προέκυψαν τα σημεία σύγκρουσης στο σχεδιάγραμμα, ενώ δεν σημειώθηκαν ίχνη τροχοπέδησης που ενδεχομένως υπήρχαν.
Σημειώθηκε ότι, ενώ το πρωτόδικο δικαστήριο αποδέχθηκε την εκδοχή ότι ο ένας οδηγός επιχείρησε επικίνδυνη προσπέραση, αγνόησε τη μαρτυρία του θύματος (του οδηγού στο αντίθετο ρεύμα), ο οποίος δήλωσε κατηγορηματικά πως ο δρόμος μπροστά του ήταν καθαρός και δεν είδε καμία προσπάθεια προσπέρασης.
Επιπλέον, στην απόφαση υπογραμμίστηκε πως το πρωτόδικο δικαστήριο φαίνεται να βασίστηκε στο περιεχόμενο μιας έκθεσης ασφαλιστικής εταιρείας (εξ ακοής μαρτυρία), την οποία το ίδιο είχε προηγουμένως δηλώσει πως δεν θα χρησιμοποιούσε για τη διαπίστωση των γεγονότων.
Το Ανώτατο έκρινε πως τα συμπεράσματα για την αξιοπιστία των μαρτύρων ήταν «ανυπόστατα και παράλογα» υπό το φως των στοιχείων. Ως εκ τούτου, η απόφαση για τον καταμερισμό της ευθύνης παραμερίστηκε πλήρως.
Η υπόθεση επιστρέφει στο Επαρχιακό Δικαστήριο για νέα εκδίκαση από άλλον δικαστή, με την εντολή να δοθεί προτεραιότητα στη διαδικασία. Στον εφεσείοντα επιδικάστηκαν έξοδα ύψους €3.000, τα οποία καλείται να πληρώσει ο έτερος εμπλεκόμενος οδηγός.
Μπάχαλο με υπόθεση τροχαίου: Άλλα λέει ο ένας ότι έγινε, άλλα ο άλλος Προέκυψε ανατροπή
Το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση σε υπόθεση τροχαίου ατυχήματος που συνέβη στον παρακαμπτήριο δρόμο Τσερίου, διατάσσοντας επανεκδίκαση της υπόθεσης. Η απόφαση βασίστηκε σε αντιφάσεις και «ακροσφαλή» συμπεράσματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τα οποία άφηναν αναπάντητα κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος. Το ατύχημα προκλήθηκε από σύγκρουση δύο οχημάτων, με αποτέλεσμα ένα από αυτά να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα και να συγκρουστεί με άλλο όχημα. Οι αρχικές εκδοχές των οδηγών ήταν διαμετρικά αντίθετες, ενώ η αστυνομική έρευνα κρίθηκε ελλιπής. Το Ανώτατο Δικαστήριο επέκρινε την αξιολόγηση των μαρτυριών και τη χρήση έκθεσης ασφαλιστικής εταιρείας, κρίνοντας τα συμπεράσματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου «ανυπόστατα και παράλογα».