Ο βιασμός δεν είναι «παρεξήγηση» που επιδέχεται ερμηνείες βάσει της συμπεριφοράς ή των επιλογών του θύματος· είναι πάντοτε επιλογή του θύτη.
Ωστόσο, αυτό δεν υπήρξε διαχρονικά αυτονόητο στο κυπριακό σύστημα δικαιοσύνης. Οι παλιότερες θυμόμαστε αρκετές περιπτώσεις όπου «δικάστηκε» το θύμα αντί ο θύτης.
Θυμόμαστε, επίσης, περιπτώσεις στις οποίες δικαστές έκριναν ότι δεν υπήρχαν «επαρκή» σωματικά σημάδια κακοποίησης, ώστε να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα.
Μέχρι σήμερα, ένα θύμα βιασμού περνούσε από την αμφισβήτηση, την υποτίμηση, ακόμη και την ενοχοποίηση, όταν εμπιστευόταν την αστυνομία και τη δικαιοσύνη για να καταγγείλει το έγκλημα.
Τη ρωτούσαν τι φορούσε, γιατί δεν αντιστάθηκε αρκετά, γιατί ήπιε τόσο πολύ αφού θα έχανε τον έλεγχο, αν έδωσε λανθασμένα μηνύματα με τη συμπεριφορά της, αναζητώντας ουσιαστικά να δικαιώσουν την αρχική τους πεποίθηση ότι «πήγαινε γυρεύοντας».
Ενδεικτικά, το περασμένο καλοκαίρι η Κύπρος καταδικάστηκε από το ΕΔΑΔ για υπόθεση που καταγγέλθηκε το 2011, διαπιστώνοντας ότι «το κράτος απέτυχε να διερευνήσει και να διώξει σωστά την καταγγελία της και ακολούθησε σεξιστικά στερεότυπα κατά τη διαδικασία».
Μπορούμε να απαριθμήσουμε δεκάδες υποθέσεις όπου οι προκαταλήψεις «κέρδισαν» τις υποθέσεις για λογαριασμό του θύτη.
Έχουν αλλάξει τα πράγματα σήμερα; Δύο υποθέσεις που βρίσκονται στη δημοσιότητα, φαίνεται να αλλάζουν -ελπίζουμε οριστικά- το αφήγημα. Στη μία, το Εφετείο επικύρωσε την ποινή φυλάκισης καταδικασθέντος βιαστή, χρησιμοποιώντας το γεγονός ότι το θύμα ήταν τόσο μεθυσμένο που δεν μπορούσε να συναινέσει ως επιβαρυντικό παράγοντα και όχι ως άλλοθι του θύτη.
Το περιστατικό συνέβηκε το 2022, με τον θύτη να μεταφέρει το θύμα στο διαμέρισμά του και εκμεταλλευόμενος την κατάσταση έντονης μέθης και απώλεια συνείδησης, τη βίασε.
Η Κύπρος εισήγαγε νομοθετικό ορισμό του βιασμού βασισμένο αποκλειστικά στην απουσία συναίνεσης το 2020, μάλιστα πριν από αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Δανία, η Ισπανία και η Ελλάδα. Μετά την τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας, η αδυναμία μιας γυναίκας να δώσει συναίνεση αναγνωρίζεται πλέον ως επιβαρυντικός παράγοντας. Αυτό το πλαίσιο προστατεύει τα θύματα και στέλνει σαφές μήνυμα για την ευθύνη του θύτη.
Κι αυτό μας φέρνει στη δεύτερη υπόθεση που αυτές τις μέρες βρίσκεται στη δημοσιότητα και αφορά τον εν αργία δήμαρχο Πάφου, Φαίδωνα Φαίδωνος.
Η απόφαση της Νομικής Υπηρεσίας να καταχωρήσει την υπόθεση με τέσσερις κατηγορίες κακουργημάτων —βιασμός, σεξουαλική κακοποίηση και νάρκωση γυναίκας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος— έχει ιδιαίτερη σημασία.
Παρόλο που οι καταγγελίες δεν έχουν αποδειχθεί ακόμη, το μήνυμα είναι σαφές: η εξουσία και η επιρροή δεν προσφέρουν «προστασία» σε καταγγελίες για σεξουαλικά αδικήματα. Μία γυναίκα που εμπιστεύτηκε τους θεσμούς αντιμετωπίστηκε με σοβαρότητα και υπευθυνότητα, κάτι που πριν από μια δεκαετία, όταν ο κατ’ ισχυρισμό βιασμός συνέβη, δεν θα ήταν δεδομένο.
Η αλλαγή της νοοτροπίας δεν αφορά βέβαια μόνο την αστυνομία και το δικαστήριο, αλλά είναι σημαντικό να περάσει και στην κοινωνία.
Όπως το διατύπωσε και η Gisèle Pelicot, θύμα της πολύκροτης υπόθεσης στη Γαλλία, «η ντροπή πρέπει να αλλάξει πλευρά» κι από τα θύματα να περάσει στους θύτες.
Ελεύθερα, 22.03.2026
Μέχρι η ντροπή να αλλάξει πλευρά
Το άρθρο αναφέρεται στην εξέλιξη της αντιμετώπισης των περιπτώσεων βιασμού στην Κύπρο, όπου στο παρελθόν τα θύματα συχνά κατηγορούνταν ή αμφισβητούνταν. Παραθέτει περιπτώσεις όπου δικαστές δεν θεωρούσαν επαρκή τα σωματικά σημάδια κακοποίησης για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα, και το ΕΔΑΔ καταδίκασε την Κύπρο για σεξιστικά στερεότυπα κατά τη διερεύνηση καταγγελιών. Σήμερα, η νομοθεσία έχει αλλάξει, αναγνωρίζοντας την απουσία συναίνεσης ως επιβαρυντικό παράγοντα και προστατεύοντας τα θύματα. Δύο πρόσφατες υποθέσεις, μία με ποινή φυλάκισης για βιαστή και μία με τον εν αργία δήμαρχο Πάφου, Φαίδωνα Φαίδωνος, δείχνουν μια αλλαγή στην προσέγγιση των αρχών και των θεσμών, όπου η εξουσία δεν προσφέρει πλέον ασυλία σε καταγγελίες για σεξουαλικά αδικήματα.