Dialogos

Κολλημένη στα ιδρύματα «φυλακές» η Κύπρος

Δημοσιεύτηκε Φεβρουάριος 1, 2026, 06:02
Κολλημένη στα ιδρύματα «φυλακές» η Κύπρος

Του
Κωνσταντίνου Ζαχαρίου
Η Κύπρος κατατάσσεται για ακόμη μία φορά στη χειρότερη θέση ανάμεσα σε όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την εξέλιξη της παιδικής ιδρυματικής φροντίδας, σύμφωνα με νέα έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις μεταρρυθμίσεις στην παιδική προστασία και τη μετάβαση από τα ιδρύματα σε οικογενειακές και κοινοτικές μορφές φροντίδας.
Η έκθεση, με τίτλο «Child residential care reforms» (Μεταρρύθμιση της ιδρυματικής φροντίδας παιδιών), ετοιμάστηκε από την επίσημη υπηρεσία έρευνας και τεκμηρίωσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το European Parliamentary Research Service (EPRS).
Τα συγκριτικά στοιχεία της τελευταίας δεκαετίας είναι αποκαλυπτικά. Σύμφωνα με γράφημα της έκθεσης, βασισμένο σε δεδομένα του Eurofound, η Κύπρος καταγράφει τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση παιδιών που ζουν σε ιδρυματική φροντίδα σε ολόκληρη την ΕΕ. Με απλά λόγια, η χώρα αναδεικνύεται αρνητική «πρωταθλήτρια» της Ευρώπης σε έναν από τους πιο ευαίσθητους κοινωνικούς δείκτες: Στο πώς φροντίζει τα παιδιά που στερούνται οικογενειακής μέριμνας.
Η εικόνα αυτή γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική αν ληφθεί υπόψη τι συμβαίνει την ίδια περίοδο στην υπόλοιπη Ευρώπη. Αρκετά κράτη-μέλη προχώρησαν σε συστηματική αποϊδρυματοποίηση, μειώνοντας δραστικά τον αριθμό των παιδιών σε μεγάλα ιδρύματα και επενδύοντας σε αναδοχή, οικογενειακή φροντίδα και μικρές κοινοτικές δομές. Ενώ αλλού καταγράφεται πρόοδος, η Κύπρος κινείται σταθερά στην αντίθετη κατεύθυνση, επιδεινώνοντας χρόνο με το χρόνο τη θέση της.
Η τάση αυτή έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τη συνολική ευρωπαϊκή στρατηγική για την παιδική προστασία. Η ΕΕ, επικαλούμενη τις Συμβάσεις του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού και των Ατόμων με Αναπηρίες, προωθεί εδώ και χρόνια την αρχή ότι τα παιδιά χωρίς γονική φροντίδα πρέπει, κατά προτεραιότητα, να μεγαλώνουν σε περιβάλλον όσο το δυνατόν πιο κοντά στην οικογενειακή ζωή και όχι σε ιδρύματα.
Η έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υπενθυμίζει ότι η ανατροφή σε ιδρύματα, σε σύγκριση με την ανατροφή σε οικογενειακό περιβάλλον, έχει σοβαρές αρνητικές συνέπειες για τη γνωστική, κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών. Τα μεγάλα ιδρύματα θεωρούνται ακατάλληλα για εξατομικευμένη φροντίδα και συνδέονται διαχρονικά με προβλήματα κακοποίησης, παραμέλησης, υποστελέχωσης, ανεπαρκούς κατάρτισης προσωπικού και κοινωνικού αποκλεισμού.
Το μεταναστευτικό ως άλλοθι για τα ιδρύματα
Η έκθεση συνδέει την αύξηση της ιδρυματικής φροντίδας με την άφιξη ασυνόδευτων ανήλικων μεταναστών και προσφύγων.
Όπως σημειώνεται, στην Κύπρο –όπως και στην Ισπανία– σημαντικό μέρος της διεύρυνσης της ιδρυματικής φροντίδας αποδίδεται στις μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές ασυνόδευτων παιδιών και εφήβων.
Η διαπίστωση αυτή αναδεικνύει μια κρίσιμη και κοινωνικά φορτισμένη πτυχή. Από την άλλη, η έκθεση υπονοεί σαφώς ότι η κυπριακή απάντηση υπήρξε μονοδιάστατη: Αντί για την ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών φροντίδας, εξειδικευμένων δομών ή προγραμμάτων αναδοχής, το κράτος κατέφυγε στην ιδρυματική λύση.
Έτσι, το μεταναστευτικό λειτούργησε όχι μόνο ως παράγοντας πίεσης, αλλά και ως άλλοθι για την απουσία στρατηγικού σχεδιασμού και ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων στο σύστημα παιδικής προστασίας.
Ένα σύστημα σε αποσύνθεση
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η εικόνα παραμένει ανησυχητική. Η έκθεση καταγράφει ότι περισσότερα από 290.000 παιδιά ζουν ακόμη σε ιδρυματική φροντίδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά τις πολιτικές αποϊδρυματοποίησης των τελευταίων ετών, με την πρόοδο να παραμένει έντονα άνιση μεταξύ των κρατών-μελών.
Ορισμένες χώρες έχουν περιορίσει σημαντικά την ιδρυματική φροντίδα, επενδύοντας στην αναδοχή και στις κοινωνικές υπηρεσίες. Άλλες, όμως, κινούνται αντίθετα. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσεται και η Κύπρος, η οποία απομακρύνεται σταθερά από τις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις.
Τα παιδιά και οι νέοι σε ιδρυματική φροντίδα είναι κυρίως αγόρια και έφηβοι, με αυξημένα ποσοστά ψυχικών προβλημάτων και άλλων παραγόντων κινδύνου, ενώ πολλοί παραμένουν στις δομές αυτές για χρόνια, με σοβαρές επιπτώσεις.
Χωρίς να κατονομάζονται χώρες, αναδεικνύονται χρόνιες αδυναμίες στα συστήματα παιδικής προστασίας, που αντανακλούν και την κυπριακή πραγματικότητα: Έλλειψη οικογενειών αναδοχής, ελλείψεις σε εξειδικευμένο προσωπικό, κατακερματισμός αρμοδιοτήτων, ανεπαρκής συντονισμός και περιορισμένη στήριξη των νέων μετά την έξοδο από τη φροντίδα.
Τέλος, επισημαίνεται η απουσία συγκρίσιμων δεδομένων, στοιχείο που δυσχεραίνει το σχεδιασμό πολιτικής και τον ουσιαστικό δημόσιο έλεγχο.
Τι ζητά η ΕΕ και τι δεν κάνει η Κύπρος
Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί καλούν τα κράτη-μέλη να χρησιμοποιούν την ιδρυματική φροντίδα μόνο ως έσχατη λύση και να επενδύσουν αποφασιστικά στην οικογενειακή και κοινοτική φροντίδα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ζητά την ενίσχυση των συστημάτων αναδοχής, την επιτάχυνση της αποϊδρυματοποίησης και τη δημιουργία ολοκληρωμένων, συντονισμένων συστημάτων παιδικής προστασίας.
Ήδη από το 2024 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνιστά ρητά την ενίσχυση μη ιδρυματικών μορφών φροντίδας και την επένδυση σε ποιοτικές κοινωνικές υπηρεσίες. Παράλληλα, τα ευρωπαϊκά ταμεία -όπως το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο+ και το Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης- μπορούν να χρηματοδοτήσουν τέτοιες μεταρρυθμίσεις.
Παρά τα διαθέσιμα εργαλεία και τις ξεκάθαρες ευρωπαϊκές κατευθύνσεις, η Κύπρος εξακολουθεί να κινείται χωρίς συγκροτημένο σχέδιο αποϊδρυματοποίησης, χωρίς επαρκή δίκτυα αναδοχής και χωρίς ολοκληρωμένες δομές κοινοτικής φροντίδας.
Τα ευρήματα της έκθεσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου συνιστούν, στην πράξη, ένα άτυπο αλλά βαρύ κατηγορητήριο για την κυπριακή πολιτεία.
Η χώρα κινείται αντίθετα από την ευρωπαϊκή στρατηγική, διογκώνει την ιδρυματοποίηση παιδιών και αποτυγχάνει να διασφαλίσει το θεμελιώδες δικαίωμα κάθε παιδιού να μεγαλώνει σε οικογενειακό περιβάλλον.
Πίσω από τους αριθμούς βρίσκονται πραγματικά παιδιά -Κύπριοι και μετανάστες- που στερούνται σταθερότητας, φροντίδας και προοπτικής ένταξης στην κοινωνία.
Η έκθεση καθιστά σαφές ότι το πρόβλημα δεν είναι ούτε συγκυριακό ούτε τεχνικό. Είναι βαθιά πολιτικό και αφορά άμεσα τις προτεραιότητες, τις παραλείψεις και τις επιλογές του κράτους.