Dialogos

Κάτω από τα ερείπια δεν θάφτηκαν μόνο σπίτια

Δημοσιεύτηκε Φεβρουάριος 8, 2026, 08:01
Κάτω από τα ερείπια δεν θάφτηκαν μόνο σπίτια

Αφιέρωμα: Θλιβερή επέτειος – τρία χρόνια μετά τον καταστροφικό σεισμό στη Νοτιοανατολική Τουρκία. Τρεις φωνές από τη μετασεισμική Αντιόχεια ανακαλούν στη μνήμη τους τις τραγικές στιγμές του σεισμού, ατενίζοντας παράλληλα το μέλλον.
Του ειδικού μας συνεργάτη, Δημήτρη Αυγελή
Το χειμωνιάτικο ξημέρωμα της 6ης Φεβρουαρίου 2023 έβρισκε ολόκληρη την περιοχή της Νοτιοανατολικής Τουρκίας συγκλονισμένη από τη δόνηση του Εγκέλαδου. Τα 7,8 Ρίχτερ θα άλλαζαν για πάντα, όχι μόνο τη μορφολογία της περιοχής, που μετρούσε πάνω από 53.000 νεκρούς και χιλιάδες τραυματίες, αλλά κυρίως τις ζωές των κατοίκων της.
Αλήθεια, πώς ανακάμπτει κάποιος από μια τέτοια καταστροφή που μεταβάλλει βίαια, όχι μόνο το οικείο περιβάλλον, αλλά τραυματίζει αναπόφευκτα και τον έσω άνθρωπο; Πώς ανακάμπτει κάποιος συλλέγοντας τα εξωτερικά και κυρίως τα εσωτερικά συντρίμμια του;
Έχοντας αυτές τις ερωτήσεις στο μυαλό μου, συνομίλησα με τρεις άγνωστους μεταξύ τους ανθρώπους από την ευρύτερη περιοχή: τον Yiğit Göktuğ, τον Fadi Hurigil και τον Can Teymur. Τους άφησα να διηγούνται αυτά που εκείνοι ήθελαν, να ξαναθυμηθούν όσα εκείνοι μπορούσαν να αντέξουν. Δεν ήθελα να τραυματίσω ξανά τις ψυχές τους. Απλώ τους άκουσα… Από αυτές τις συνομιλίες σάς μεταφέρω τρεις συγκλονιστικές ιστορίες επιβίωσης, ζωής και ελπίδας…
Συζητώντας μαζί μου ο Yiğit, ο οποίος σήμερα εργάζεται ως συντονιστής έργου και υπεύθυνος επικοινωνίας του Ιδρύματος Friedrich Naumann στην Τουρκία, ενθυμείται την προσεισμική Αντιόχεια, την περιοχή που μεγάλωσε ως ένα σταυροδρόμι ταυτοτήτων, η οποία σήμερα, τρία χρόνια μετά τον καταστροφικό σεισμό, αγωνίζεται να ανασυσταθεί. Έζησε –και ζει ακόμα– το πένθος της απώλειας των γονέων του που εγκλωβίστηκαν στα συντρίμμια του σπιτιού τους. Ήταν η αρχή μια μακράς, όσο και ατέρμονης, διαδικασίας δικαστικών μαχών, συλλογικών πρωτοβουλιών και δημοσίων παρεμβάσεων, με ένα στόχο που δεν περιορίζεται στη δική του απώλεια: να μην ενταφιαστεί η μνήμη του συνόλου των θυμάτων υπό τα ερείπια, αλλά και να αποφευχθεί μια ανάλογη καταστροφή σε περίπτωση μελλοντικού σεισμού.
Με θλιμμένη υπερηφάνεια μού διηγείται ο Yiğit για την προσεισμική Αντιόχεια ως μια πολυπολιτισμική περιοχή που ήταν «κυριολεκτικά το κύριο συστατικό της γενέθλιας πόλης του». Ένα μωσαϊκό κοινοτήτων, Τούρκων, Αράβων (σουνιτών και αλεβιτών), ορθόδοξων χριστιανών, Αρμενίων, που συμπλήρωνε μια μικρή εβραϊκή κοινότητα. Μια συνύπαρξη ζώσα, αναλλοίωτη, αυθεντική, όπου οι άνθρωποι ζούσαν κυριολεκτικά δίπλα-δίπλα, στους χώρους θρησκευτικής λατρείας. Εκκλησίες και τεμένη όπου οι γιορτές και οι νηστείες είχαν θέση στην καθημερινότητα σε μια πόλη αρκετά μικρή ώστε οι κοινότητες να συνυπάρχουν ουσιαστικά μεταξύ τους. Ακόμη και οι χριστουγεννιάτικοι στολισμοί στην Αντιόχεια θύμιζαν ευρωπαϊκή πόλη.
Διακρίνω μια μελαγχολία πίσω από το χαμόγελο του Yiğit όταν μου περιγράφει τους ήχους της δικής του Αντιόχειας, ήχους δίγλωσσους, καθώς στους δρόμους ακούγονταν Τουρκικά και Αραβικά. Ο ίδιος, όπως μου λέει, δεν έμαθε Αραβικά ως παιδί, παρότι η γενιά των παππούδων του τα μιλούσε. Οι νεότεροι μεγάλωσαν κυρίως με τα Τουρκικά. Ωστόσο, η πάλαι ποτέ κυρίαρχη γλώσσα παρέμενε κομμάτι της πολιτισμικής ταυτότητας, όπως και η μνήμη μιας Αντιόχειας που δεν διαχώριζε τους ανθρώπους βάσει εθνικών ή θρησκευτικών κριτηρίων. Με αρμένικες ρίζες στη Σάμο και τουρκμένικες στη Λατάκια της Συρίας, ο συνομιλητής μου μοιάζει με μικρογραφία αυτής της πόλης: οικογένειες που κουβαλούν ιστορίες από διαφορετικές ακτές και δίκτυα που ξεπερνούν τα σύνορα. Αυτή η συνύπαρξη έκανε την Αντιόχεια πλούσια, και μετά το σεισμό, έκανε τη φυγή και την επιστροφή ακόμη πιο σύνθετες.
Αν και ψυχικά τραυματισμένος ο Yiğit αισθάνεται πως οφείλει να βοηθήσει τη γενέτειρά του. Έτσι, συμμετέχει σε μια δικαστική πρωτοβουλία οικογενειών που αναζητούν δικαιοσύνη, όχι για να απαλύνει απλά τον πόνο του πένθους, αλλά για να περιοριστούν οι απώλειες και οι καταστροφές σε έναν μελλοντικό σεισμό. Στον πυρήνα της δικής του ανάγνωσης βρίσκεται μια αλληλουχία λαθών και παραλείψεων στην οικοδομική διαδικασία που εκκινούν από τις κατασκευές των οικοδομών και καταλήγουν στον έλεγχο. Εκεί εντάσσει και την πιο σκληρή του κριτική: στην έλλειψη λειτουργίας των μηχανισμών εποπτείας μη αποτρέποντας στην πράξη το αυτονόητο, και οδηγώντας ακόμα και νεόδμητα κτίρια στην κατάρρευση.
Στη δική του υπόθεση, η ποινή που επιβλήθηκε αφορούσε δύο πρόσωπα του ιδιωτικού σκέλους της κατασκευής: τον εργολάβο και τον υπεύθυνο του εργοταξίου, με καταδίκη επτά ετών. Η γενική εικόνα που περιγράφει είναι μια δικαιοσύνη που συχνά “μαλακώνει” την ευθύνη σε επίπεδο αμέλειας και οδηγεί σε ποινές που δεν αντανακλούν το μέγεθος της απώλειας. Σε αυτό το σημείο ανοίγει και το πιο πολιτικό μέτωπο: την απουσία λογοδοσίας για όσους έχουν θεσμικό ρόλο στον έλεγχο.
Η συζήτηση απομακρύνεται από την Αντιόχεια, με την Κωνσταντινούπολη να βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο των ανησυχιών ενός σεισμού μεγάλης κλίμακας. Η επιμονή στις δίκες και στη δημόσια πίεση, αποκτά νόημα καθώς λειτουργεί αποτρεπτικά, αυξάνει την προσοχή και –αν συνοδευτεί από θεσμικές αλλαγές– μπορεί να μειώσει τα μελλοντικά θύματα.
Σε αυτό το μωσαϊκό, η ρωμιορθόδοξη κοινότητα λειτουργούσε ως ένας από τους σταθερούς πυλώνες της πόλης και σήμερα ο αγώνας της αποτυπώνεται με τον πιο χειροπιαστό τρόπο στην προσπάθεια να σωθεί ο ναός της, που καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά από το σεισμό.
Ο Fadi Hurigil, πρόεδρος του βακουφίου της ρωμιορθόδοξης κοινότητας Αντιόχειας, έχει αναλάβει τη διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας και την πορεία αποκατάστασης του βασικού ναού της κοινότητας, της εκκλησίας των Αγίων Πέτρου και Παύλου. Στη συζήτησή μας δεν παραλείπει να τονίσει ότι μετά το σεισμό, ο χώρος καθαρίστηκε από τα ερείπια και ασφαλίστηκε, ώστε να είναι ελεγχόμενη η πρόσβαση, ενώ έχει ήδη χαραχτεί η τεχνική διαδρομή για την ανακατασκευή/αποκατάσταση. Παράλληλα, δρομολογούνται εργασίες και για βοηθητικά κτίσματα/επαγγελματικούς χώρους που στηρίζουν οικονομικά την κοινότητα. Όμως η φωνή του σπάει όταν επισημαίνει το βαρύτερο πλήγμα που αφορά τα κειμήλια: μεγάλο μέρος των εικόνων και των λειτουργικών αντικειμένων καταστράφηκε από την κατάρρευση και την υγρασία, ενώ ό,τι διασώθηκε παραδόθηκε στο Αρχαιολογικό Μουσείο για φύλαξη.
Η πλήρης αναστήλωση των ιστορικών ναών ξεπερνά τις δυνατότητες της κοινότητας
Στην Αλεξανδρέττα, μερικές δεκάδες χιλιόμετρα βορειότερα της Αντιοχείας, πόλη που επίσης επλήγη από το σεισμό, ο Can Teymur, πρόεδρος του ρωμιορθόδοξου βακουφίου της πόλης, μου περιγράφει μια κοινότητα που επλήγη κοινωνικά και οικονομικά και μετρά περίπου 70 νεκρούς. Ο καθεδρικός ναός του Αγίου Νικολάου, χτισμένος στον 19ο αιώνα, υπέστη βαριές ζημιές: τμήμα του κατέρρευσε και έκτοτε παραμένει εκτός χρήσης, με την αποκατάσταση να προϋποθέτει βαθιά και δαπανηρή παρέμβαση. Η θρησκευτική λατρεία κρατιέται όρθια στον Άγιο Γεώργιο, όπου μετά από επισκευές συνεχίζονται οι λειτουργίες, όσο ο Άγιος Νικόλαος παραμένει υπό ανακατασκευή στο κέντρο της πόλης. Παράλληλα, διεθνείς πρωτοβουλίες (Ηνωμένα Έθνη, με στήριξη Ρουμανίας και Βουλγαρίας) άνοιξαν το δρόμο για εργασίες αποκατάστασης στον Άγιο Γεώργιο, όμως η πλήρης αναστήλωση των ιστορικών ναών ξεπερνά τις δυνατότητες της κοινότητας και η αναζήτηση πόρων συνεχίζεται.
Στην Αντιόχεια, τίποτα δεν έχει επιστρέψει στην κανονικότητα, ίσως γιατί η κανονικότητα, όπως τη γνώριζαν, δεν υπάρχει πια. Ανάμεσα στα εργοτάξια, στις δίκες, στα ερείπια των ναών, των τεμενών και στα προσωρινά καταλύματα, οι άνθρωποι προσπαθούν να κρατήσουν κάτι πιο εύθραυστο από τους τοίχους: τη μνήμη και τη συνύπαρξη. Ο αγώνας για δικαιοσύνη, η προσπάθεια αναστήλωσης των χώρων λατρείας, αλλά και η ανάγκη να ειπωθεί ο πόνος χωρίς να εργαλειοποιηθεί, δεν αφορούν μόνο το παρελθόν. Είναι τρόποι άμυνας απέναντι σε ένα μέλλον που γνωρίζουν πως μπορεί να ξαναραγίσει. Στη νοτιοανατολική Τουρκία, η επιβίωση δεν μετριέται μόνο σε ζωές που σώθηκαν, αλλά και σε ζωές που επιμένουν να θυμούνται και να διεκδικούν.