Υπάρχουν λέξεις που περιγράφουν και λέξεις που προειδοποιούν. Το «trap» είναι παγίδα. Το «Τρα(μ)π» είναι λογοπαίγνιο. Το κυπριακό Τρα(μ)π, όμως, δεν είναι παιχνίδι λέξεων. Είναι πολιτικό και πολιτισμικό ρίσκο.
Διότι πολιτισμός, για ένα κράτος, δεν είναι μόνο τα φεστιβάλ, οι συναυλίες, τα μνημεία και οι αρχαιολογικοί χώροι. Είναι, επίσης, ο τρόπος με τον οποίο στέκεται απέναντι στην ισχύ και η συνέπειά του στους θεσμούς που το προστατεύουν. Όταν αυτή η συνέπεια αρχίζει να γίνεται διαπραγματεύσιμη στο όνομα της «ευελιξίας», τότε ενδεχομένως η διπλωματική μετατόπιση μετατρέπεται σε αρχή της πτώσης.
Η πτώση του πολιτισμού, λοιπόν, δεν γίνεται με θόρυβο. Γίνεται αθόρυβα, μέσα από ευέλικτες μετατοπίσεις που βαφτίζονται ρεαλισμός. Μέσα από αυτό το πλαίσιο διαβάζω τη συμμετοχή της Κύπρου στο «Συμβούλιο Ειρήνης» του Ντόναλντ Τραμπ ως «παρατηρητή».
Η διεθνής τάξη μετά το 1945 οικοδομήθηκε πάνω σε έναν πυλώνα: τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Με όλες του τις αδυναμίες, τις γεωπολιτικές ισορροπίες και τα βέτο, ο ΟΗΕ παραμένει το μοναδικό καθολικά αναγνωρισμένο πλαίσιο διαχείρισης της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Δεν είναι τέλειος. Είναι όμως θεσμικός. Και για τα μικρά κράτη, οι θεσμοί είναι ασπίδα και άμυνα απέναντι στην αυθαιρεσία της ισχύος.
Παρόλα αυτά, μετακινούμαστε εύκολα από τη μία σύγκρουση στην άλλη, κυματίζουμε σήμερα τη μία σημαία και αύριο μια άλλη, ενώ η ταυτόχρονη διαχείριση πολλαπλών συγκρούσεων γίνεται όλο και πιο δύσκολη, ιδιαίτερα όταν καλούμαστε να συνεργαστούμε, ακόμη και εντός της γειτονιάς μας, με ανθρώπους από όλες τις γωνιές του πλανήτη.
Με τις επικείμενες βουλευτικές εκλογές να μας κλείνουν το μάτι, οι συζητήσεις περί τοπικού και παγκόσμιου, περί εθνικού και πολυπολιτισμικού, θα γίνουν ακόμα πιο έντονες και πολωμένες. Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο επιλέγω να αναφερθώ στη Συμμαχία των Πολιτισμών των Ηνωμένων Εθνών, την οποία διακήρυξε ο Κόφι Ανάν το 2005. Εντός της Συμμαχίας των Πολιτισμών, η Κύπρος θα μπορούσε να διαδραματίσει ρόλο-κλειδί στην κινητοποίηση της διεθνούς δράσης κατά του εξτρεμισμού, μέσα από την ενθάρρυνση και καθιέρωση ουσιαστικού διαπολιτισμικού και διαθρησκευτικού διαλόγου. Θα μπορούσε να μετατραπεί από πρόβλημα, δηλαδή από μια προβληματική χώρα υπό κατοχή, σε εργαστήριο λύσης.
Αντί αυτού, επιλέγει τον ρόλο του παρατηρητή σε ένα παράλληλο συμβούλιο ειρήνης, το οποίο επιβάλλεται αυταρχικά από έναν ακροδεξιό ηγέτη με πολιτικές και οικονομικές σκοπιμότητες, ωσάν να είναι ο ιδιοκτήτης του σύμπαντος. Αντιλαμβάνομαι ότι η διπλωματία απαιτεί ευελιξία και προσαρμοστικότητα ώστε να είναι αποτελεσματική. Όμως ταυτόχρονα, για τα μικρά κράτη, η σημειολογία είναι μέρος της ουσίας και η παρουσία μέρος του μηνύματος. Όταν το μήνυμα προέρχεται από μια χώρα υπό κατοχή, τότε η κάθε μετατόπιση αποκτά υπαρξιακή βαρύτητα.
Πώς μια χώρα που επικαλείται καθημερινά το διεθνές δίκαιο συμμετέχει, έστω και συμβολικά, σε μια διαδικασία που δυνητικά την αποδυναμώνει; Πώς ένα κράτος που στηρίζει τη στρατηγική του ύπαρξη στη θεσμική νομιμότητα επιλέγει να παρευρεθεί σε ένα σχήμα που παρακάμπτει τον ίδιο τον θεσμό που το προστατεύει; Αυτό δεν είναι απλώς ρεαλισμός. Είναι θεσμικός ακροβατισμός. Και για μια χώρα υπό κατοχή, ο θεσμικός ακροβατισμός δεν είναι ευελιξία. Είναι ρίσκο στρατηγικής αυτοϋπονόμευσης.
Ο Γάλλος οικονομολόγος και διπλωμάτης Jean Monnet είπε: «Τίποτα δεν είναι δυνατό χωρίς τον άνθρωπο, τίποτα δεν διαρκεί χωρίς θεσμούς». Ενάμιση περίπου αιώνα νωρίτερα, ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε έγραφε: «Δυο πράγματα πρέπει να παίρνουν τα παιδιά από τους γονείς τους, ρίζες και φτερά». Συνδέοντας διπλωματία και πολιτισμό, παραφράζω: δύο πράγματα πρέπει να παίρνουν οι άνθρωποι από τους θεσμούς τους, ρίζες και φτερά. Ρίζες χωρίς θεσμούς οδηγούν στον εθνικισμό. Φτερά χωρίς θεσμούς οδηγούν στην περιπλάνηση. Η δημοκρατία είναι η ισορροπία ανάμεσα στο ριζωμένο και στο ανοιχτό, ανάμεσα στο τοπικό και στο παγκόσμιο, ανάμεσα στην ταυτότητα και στη νομιμότητα.
Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία κρατούν, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, αποστάσεις από το συγκεκριμένο Συμβούλιο, στέλνοντας ένα προσεκτικό αλλά σαφές μήνυμα: η ειρήνη οφείλει να οικοδομείται εντός των υφιστάμενων διεθνών θεσμών. Και μέχρι αυτή τη στιγμή, η πλειονότητα των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιλέγει να μη συμμετάσχει.
Επομένως, η πρωτοβουλία του Ντόναλντ Τραμπ για τη δημιουργία ενός λεγόμενου “Board of Peace” συνιστά μια παράλληλη αρχιτεκτονική πολιτικής και οικονομικής διαχείρισης των λαών, ντυμένη με τον μανδύα της ειρηνευτικής παρέμβασης. Ένα σχήμα εκτός της θεσμικής ομπρέλας του ΟΗΕ, με πολιτική αντί με νομική βάση συγκρότησης. Κάποιοι το βλέπουν ως καινοτομία. Άλλοι ως ρεαλιστική εναλλακτική. Πολλοί όμως το εκλαμβάνουν ως θεσμική υπονόμευση.
Με άλλα λόγια, η συζήτηση αυτή δεν είναι τεχνική. Είναι πολιτισμική. Η σύγχρονη παγκόσμια πολιτική θα έπρεπε να βασίζεται στην πολιτική των πολιτισμών και η τοπική πολιτική να αποτελεί την πολιτική της εθνικότητας. Αυτό συνεπάγεται σύγκλιση και όχι σύγκρουση, εναρμόνιση και όχι παλινδρόμηση μεταξύ του ποιοι είμαστε και του ποιοι μας θέλουν να γίνουμε. Διότι οι παλινδρομήσεις δημιουργούν συνοριακές γραμμές που μετακινούνται μέσα στο ιστορικό πλαίσιο των συγκρούσεων, καθοδηγούμενες συχνά από επιλεκτική ευαισθησία και πολιτική υποκρισία.
Άρα ναι, η επιλογή της Κύπρου δεν είναι τεχνική ούτε ουδέτερη. Είναι βαθιά πολιτισμική. Και εδώ επιστρέφουμε στο λογοπαίγνιο που δεν είναι παιχνίδι: το «trap» είναι παγίδα, το «Τρα(μ)π» είναι πρόσωπο, αλλά το κυπριακό Τρα(μ)π είναι η αυταπάτη ότι μπορείς να σταθείς εκτός δέσμευσης χωρίς να στέλνεις μήνυμα. Η πτώση του πολιτισμού δεν συμβαίνει απότομα. Συμβαίνει όταν πιστεύουμε ότι μπορούμε να ισορροπούμε διαρκώς πάνω από το κενό. Και για μια χώρα που ζει χάρη στους θεσμούς, κάθε τέτοια ισορροπία μπορεί να αποδειχθεί, κυριολεκτικά, trap.
*Υποψήφια βουλεύτρια του ΑΚΕΛ στη Λευκωσία, κάτοχος Διδακτορικού (PhD) στη Μουσική από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, Πτυχίου και Μεταπτυχιακού στη Μουσική από το Πανεπιστήμιο Rutgers (ΗΠΑ) και Μεταπτυχιακού στην Εκπαίδευση, Ηγεσία και Διοίκηση από το CIIM.
Η πτώση του Πολιτισμού: Από τον ΟΗΕ στο κυπριακό Τρα(μ)π
Το άρθρο αναλύει την πολιτική και πολιτισμική σημασία της συμμετοχής της Κύπρου στο "Συμβούλιο Ειρήνης" του Ντόναλντ Τραμπ, χαρακτηρίζοντάς την ως ένα ρίσκο που υπονομεύει τη θέση της χώρας και τη συνέπειά της στους διεθνείς θεσμούς. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο πολιτισμός ενός κράτους δεν περιορίζεται στα φεστιβάλ και τα μνημεία, αλλά περιλαμβάνει και την προσήλωση στους θεσμούς που το προστατεύουν. Η συμμετοχή σε παράλληλες πρωτοβουλίες, όπως αυτή του Τραμπ, αμφισβητεί τον ρόλο του ΟΗΕ ως καθολικά αναγνωρισμένου πλαισίου διαχείρισης της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Ο συγγραφέας τονίζει ότι η Κύπρος θα μπορούσε να διαδραματίσει έναν θετικό ρόλο μέσω της Συμμαχίας των Πολιτισμών των Ηνωμένων Εθνών, προωθώντας τον διάλογο και την καταπολέμηση του εξτρεμισμού, αντί να συμμετέχει σε μια πρωτοβουλία που επιβάλλεται αυταρχικά και υπονομεύει τη θεσμική νομιμότητα.
Similar Articles
You Might Also Like
Κυπριακό- Δυστυχώς ξεχνούν την ουσία
Φεβ 8
Το τέλμα ως επιλογή και πως οι ηγεσίες παγιδεύουν τη λύση
Φεβ 15
Κυπριακό: Ρεαλισμός, σταδιακή λύση και πολιτικά όρια
Φεβ 15
«Η τύχη της Κύπρου δεν παίζεται στα ζάρια» – Προειδοποιήσεις για την εξωτερική πολιτική Ν.Χριστοδουλίδη
Φεβ 16
Η Πτώση του Πολιτισμού: Από τον ΟΗΕ στο Κυπριακό Τρα(μ)π - Η επικίνδυνη αυταπάτη του «παρατηρητή»
Φεβ 19