Η στήριξη του παιδιού, του εκπαιδευτικού και της οικογένειας δεν είναι δαπάνη. Είναι προϋπόθεση για μια πιο δίκαιη και πιο σύγχρονη κοινωνία.
Η ποιότητα μιας κοινωνίας φαίνεται από το πώς αντιμετωπίζει την Παιδεία της. Αν τη βλέπει ως λογιστικό έξοδο, θα παράγει ανισότητες, αδιέξοδα και χαμένες δυνατότητες. Αν τη βλέπει ως κοινωνική επένδυση, θα χτίζει ανθρώπους με περισσότερες ευκαιρίες, ισχυρότερες δεξιότητες και καλύτερες προοπτικές. Γι’ αυτό η Παιδεία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα ακόμη διοικητικό κεφάλαιο του κράτους. Είναι ο χώρος όπου κρίνεται σε μεγάλο βαθμό το μέλλον των παιδιών μας και η ποιότητα της κοινωνίας που θέλουμε να οικοδομήσουμε.
Ένα από τα πιο σοβαρά προβλήματα του εκπαιδευτικού μας συστήματος βρίσκεται σήμερα μέσα στην ίδια την τάξη. Όταν σε μια τάξη υπάρχουν πολλοί μαθητές, ο δάσκαλος ή ο καθηγητής, όσο ικανός και αφοσιωμένος κι αν είναι, δεν μπορεί να αφιερώσει τον απαραίτητο χρόνο σε κάθε παιδί. Δεν μπορεί να εντοπίσει έγκαιρα τις αδυναμίες, να βοηθήσει ουσιαστικά εκείνον που μένει πίσω ή να δώσει περισσότερα ερεθίσματα σε εκείνον που μπορεί να προχωρήσει περισσότερο. Αυτή η πραγματικότητα επηρεάζει την ποιότητα της διδασκαλίας και, τελικά, τις ευκαιρίες που δίνουμε στα παιδιά μας.
Γι’ αυτό εισηγούμαι την αξιοποίηση ανέργων εκπαιδευτικών ως βοηθών διδασκαλίας μέσα στις τάξεις, αρχίζοντας από το δημοτικό και καλύπτοντας όλα τα κύρια και βασικά μαθήματα. Πρόκειται για μια πρακτική, ρεαλιστική και άμεσα εφαρμόσιμη λύση, που μπορεί να στηρίξει ουσιαστικά τον βασικό εκπαιδευτικό, να βελτιώσει αισθητά τη λειτουργία της τάξης και να διασφαλίσει ότι κάθε παιδί θα έχει περισσότερο χρόνο, περισσότερη προσοχή και πιο ουσιαστική μαθησιακή στήριξη.
Ασφαλώς, αυτή είναι μόνο μία από τις παρεμβάσεις που χρειάζονται. Η Παιδεία στην Κύπρο απαιτεί ένα συνολικότερο σχέδιο. Χρειαζόμαστε καλύτερο σχεδιασμό για τις σχολικές υποδομές, με μακροπρόθεσμο προγραμματισμό για νέα σχολεία αλλά και άμεση συντήρηση και αναβάθμιση των υφιστάμενων μονάδων. Χρειαζόμαστε σοβαρή πολιτική γλωσσικής ένταξης για μαθητές που δεν γνωρίζουν επαρκώς την ελληνική γλώσσα, ενίσχυση της ειδικής εκπαίδευσης, ουσιαστική αντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού και μεγαλύτερη έμφαση στις ψηφιακές δεξιότητες. Χρειαζόμαστε επίσης σταδιακή μετάβαση από το παρωχημένο μοντέλο της αποστήθισης σε ένα σύστημα που να καλλιεργεί την κριτική σκέψη, την επίλυση προβλημάτων και την ικανότητα επιχειρηματολογίας.
Αν, όμως, υπάρχει ένας τομέας όπου η εκπαιδευτική πολιτική πρέπει να δείξει άμεσα το κοινωνικό της πρόσωπο, αυτός είναι η στήριξη της οικογένειας. Η καθημερινότητα χιλιάδων οικογενειών είναι σήμερα ιδιαίτερα απαιτητική. Οι εργαζόμενοι γονείς προσπαθούν να ισορροπήσουν επαγγελματικές υποχρεώσεις, οικογενειακή ζωή, φροντίδα των παιδιών και ένα συνεχώς αυξανόμενο οικονομικό βάρος. Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η περιορισμένη διάρκεια του σχολικού ωραρίου δημιουργεί σοβαρά πρακτικά προβλήματα. Το σχολείο τελειώνει νωρίς, αλλά η εργασία των γονέων συνεχίζεται. Το κενό αυτό συχνά καλύπτεται με πρόσθετες λύσεις που κοστίζουν χρόνο, χρήμα και ψυχική πίεση.
Γι’ αυτό θεωρώ ότι η επέκταση και η ουσιαστική αναβάθμιση του ολοήμερου σχολείου πρέπει να αποτελέσει κεντρική πολιτική προτεραιότητα. Το ολοήμερο σχολείο δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως απλή παράταση του ωραρίου. Πρέπει να λειτουργεί ως οργανωμένη εκπαιδευτική πολιτική, με καθοδηγούμενη μελέτη, δημιουργικές δραστηριότητες, αθλητισμό και παιδαγωγική απασχόληση με ουσιαστικό περιεχόμενο. Η σταδιακή επέκτασή του σε περισσότερες σχολικές μονάδες, μαζί με την ποιοτική αναβάθμιση των απογευματινών προγραμμάτων, μπορεί να προσφέρει πραγματική βοήθεια στις εργαζόμενες οικογένειες, να μειώσει την ανάγκη για εξωτερικές λύσεις και να βελτιώσει αισθητά την καθημερινότητα των παιδιών.
Το ολοήμερο σχολείο, όμως, δεν είναι μόνο διευκόλυνση για τους γονείς. Είναι και εργαλείο ίσων ευκαιριών. Δεν έχουν όλες οι οικογένειες την ίδια δυνατότητα να προσφέρουν στο σπίτι την ίδια στήριξη, ούτε να χρηματοδοτήσουν τις ίδιες δραστηριότητες ή την ίδια πρόσθετη βοήθεια. Όταν το σχολείο προσφέρει περισσότερο οργανωμένο χρόνο, καλύτερη μελέτη και πιο ουσιαστική απογευματινή απασχόληση, συμβάλλει στη μείωση ανισοτήτων που διαφορετικά μεταφέρονται απευθείας στις ευκαιρίες των παιδιών.
Η δεύτερη βασική κατεύθυνση αφορά τη μείωση του οικονομικού βάρους που επωμίζονται σήμερα οι οικογένειες για δραστηριότητες που αποτελούν πλέον αναπόσπαστο μέρος της ανάπτυξης των παιδιών. Φροντιστήρια, ξένες γλώσσες και αθλητικές δραστηριότητες δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ανάγκη. Γι’ αυτό προτείνεται η θέσπιση φορολογικής έκπτωσης 50% για τις σχετικές δαπάνες, με οικονομικά κριτήρια και ανώτατο ποσό ανά παιδί. Η εφαρμογή του μέτρου θα βασίζεται στην υποχρεωτική προσκόμιση αποδείξεων, ώστε να διασφαλίζεται η διαφάνεια και να περιορίζεται η παραοικονομία.
Πρόκειται για ένα μέτρο με σαφές κοινωνικό και οικονομικό αποτύπωμα. Σήμερα, το μέσο κόστος για μια οικογένεια υπολογίζεται περίπου στα 500 ευρώ τον μήνα ανά παιδί, δηλαδή στις 5.000 ευρώ τον χρόνο για περίοδο δέκα μηνών. Με μέσο φορολογικό συντελεστή οικογένειας 25%, το πραγματικό ετήσιο όφελος από αυτή τη φορολογική έκπτωση διαμορφώνεται περίπου στα 625 ευρώ ανά παιδί. Αυτό σημαίνει ότι μια οικογένεια με δύο παιδιά μπορεί να έχει συνολικό ετήσιο όφελος έως 1.250 ευρώ, ενώ μια οικογένεια με τρία παιδιά μπορεί να φτάσει σε όφελος έως 1.875 ευρώ τον χρόνο.
Το μέτρο αυτό δεν αφορά μόνο τη μεσαία τάξη. Αφορά ευρύτερα τις οικογένειες που πιέζονται οικονομικά και προσπαθούν να μη στερήσουν από τα παιδιά τους σημαντικές ευκαιρίες. Αφορά και τις οικογένειες χαμηλότερων οικονομικών στρωμάτων, οι οποίες δυσκολεύονται ακόμη περισσότερο να καλύψουν τέτοιες δαπάνες. Η ουσία της πρότασης είναι να δοθεί πραγματική ανακούφιση, αλλά και να μειωθούν ανισότητες που σήμερα συνδέονται άμεσα με το οικογενειακό εισόδημα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η στήριξη των αθλητικών δραστηριοτήτων. Ο αθλητισμός δεν είναι μια απλή εξωσχολική επιλογή. Είναι επένδυση στην υγεία, στη σωματική και ψυχική ανάπτυξη, στην πειθαρχία, στην ομαδικότητα και στην κοινωνικοποίηση των παιδιών. Συμβάλλει στη διαμόρφωση πιο ισορροπημένων προσωπικοτήτων και λειτουργεί προληπτικά απέναντι σε κινδύνους όπως οι εξαρτήσεις και η παραβατικότητα. Παράλληλα, το μέτρο αυτό έχει και όφελος για το κράτος, αφού υπολογίζεται ότι περίπου το 40% έως 50% του κόστους του μπορεί να καλυφθεί από τη φορολόγηση εισοδημάτων που σήμερα δεν δηλώνονται.
Το συμπέρασμα είναι απλό αλλά κρίσιμο. Η Παιδεία χρειάζεται παρεμβάσεις με πραγματικό αντίκτυπο. Από τους βοηθούς διδασκαλίας μέσα στις τάξεις μέχρι το ολοήμερο σχολείο, και από τη γλωσσική ένταξη μέχρι τη στοχευμένη φορολογική έκπτωση για φροντιστήρια και αθλητικές δραστηριότητες, η εκπαιδευτική πολιτική οφείλει να στηρίζει τον εκπαιδευτικό, να ενισχύει το παιδί και να ανακουφίζει ουσιαστικά την οικογένεια.
Γιατί η Παιδεία δεν είναι κόστος. Είναι η πιο σημαντική επένδυση μιας χώρας.
Σταύρος Ηλία Σταύρου
Αριστίνδην Υποψήφιος Βουλευτής Λεμεσού - ΔΗΠΑ
Sigma Live