Η δραματική μείωση των εισαγωγών πετρελαϊκών προϊόντων από τη Ρωσία είχε φυσικά μεγάλο οικονομικό κόστος που μετακυλίστηκε στους πολίτες. Η κρίση των τελευταίων ετών έχει οδηγήσει σε πρωτοφανείς αυξήσεις των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στα κράτη-μέλη της ΕΕ
Η ΕΕ αναγνωρίζει ότι οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή έχουν άμεσο αντίκτυπο στις τιμές ενέργειας, στις αλυσίδες εφοδιασμού και στην οικονομική σταθερότητα
Του
Κωστή Πιτσιλλούδη
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, όταν ανακοίνωνε το μεγαλεπήβολο σχέδιό της για να καταστεί κλιματικά ουδέτερη μέχρι το 2050 μέσω της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας (2020), δεν θα μπορούσε να προβλέψει πως θα ακολουθούσαν δύο πόλεμοι που θα άλλαζαν άρδην τον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη. Μόλις δύο χρόνια μετά την επίσημη έναρξη της Πράσινης Συμφωνίας, οι στόχοι της ΕΕ για κλιματική ουδετερότητα βρήκαν πολλαπλά εμπόδια με την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία.
Πιο συγκεκριμένα, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 προκάλεσε σοβαρές αναταράξεις στις αγορές ενέργειας, οδηγώντας σε μία απότομη αύξηση των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη, καθώς και σε ανάγκη άμεσης διαφοροποίησης των πηγών εφοδιασμού, στρεφόμενη κυρίως προς τη Νορβηγία και τις ΗΠΑ. Η δραματική μείωση των εισαγωγών πετρελαϊκών προϊόντων από τη Ρωσία είχε, φυσικά, μεγάλο οικονομικό κόστος που μετακυλίστηκε στους πολίτες. Η κρίση των τελευταίων ετών έχει οδηγήσει σε πρωτοφανείς αυξήσεις των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στα κράτη μέλη της ΕΕ. Σύμφωνα με σχετικά στοιχεία της Eurostat, η μέση τιμή ανά κιλοβατώρα για οικιακούς καταναλωτές αυξήθηκε από 0,21 ευρώ το 2021 σε 0,30 ευρώ το 2025, σημειώνοντας αύξηση σχεδόν 50% κατά τα τελευταία πέντε χρόνια. Στην Κύπρο, η μέση τιμή για τα νοικοκυριά έφτασε τα 0,29 ευρώ ανά κιλοβατώρα, καθιστώντας την τη δεύτερη πιο ακριβή πίσω από την Τσεχία (0,31 ευρώ). Στον αντίποδα, η Ουγγαρία κατέγραψε το χαμηλότερο με 0,10 ευρώ, ακολουθούμενη από τη Μάλτα (0,12 ευρώ), η οποία έχει πανομοιότυπο ενεργειακό μείγμα με αυτό της Κύπρου.
Η ενεργειακή αυτή κρίση ανέδειξε με τον πιο σαφή τρόπο τις αδυναμίες του ευρωπαϊκού ενεργειακού μοντέλου, το οποίο, παρά τις διακηρύξεις περί «στρατηγικής αυτονομίας», παραμένει εξαρτημένο από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιτάχυνε την υλοποίηση πολιτικών διαφοροποίησης, επενδύοντας σε υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), σε νέες ενεργειακές υποδομές και σε διακρατικές διασυνδέσεις, χωρίς ωστόσο να καταφέρει να αποτρέψει την αύξηση του κόστους προς τους πολίτες.
Η γεωπολιτική αστάθεια
Την ίδια ώρα που η ΕΕ προσπαθούσε να επαναπροσδιορίσει τη θέση της μετά την έναρξη του Ουκρανικού, η νέα γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή επανέφερε με ακόμη πιο έντονο τρόπο το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας. Η περιοχή του Περσικού Κόλπου, η οποία είναι κρίσιμη για τη διεθνή ενεργειακή τροφοδοσία, μετατράπηκε εκ νέου σε εστία αστάθειας με την επίθεση που εξαπολύουν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ. Ο Πόλεμος του Ιράν έχει προκαλέσει αύξηση στις τιμές του πετρελαίου, που με τη σειρά του αυξάνει το κόστος ζωής στους πολίτες. Η ενέργεια διέπει οριζόντια όλους τους τομείς της οικονομίας και, κατά συνέπεια, αυξάνει τις τιμές των τροφίμων, των μεταφορών και των βασικών υπηρεσιών.
Τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου κατά την τρέχουσα εβδομάδα (19/03) καταδεικνύουν πως η ΕΕ αναγνωρίζει ότι οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή έχουν άμεσο αντίκτυπο στις τιμές ενέργειας, στις αλυσίδες εφοδιασμού και στην οικονομική σταθερότητα. Πιο συγκεκριμένα, επισημαίνει την ανάγκη για συντονισμένη αντίδραση, τόσο σε επίπεδο κρατών-μελών όσο και σε επίπεδο ευρωπαϊκών θεσμών, προκειμένου να μετριαστούν οι επιπτώσεις.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διασφάλιση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας και στην προστασία κρίσιμων θαλάσσιων διαδρομών, όπως τα στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται σημαντικό ποσοστό των παγκόσμιων ενεργειακών ροών. Ως εκ τούτου, η συνέχιση του Πολέμου του Ιράν θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγαλύτερη αύξηση των τιμών.
Στο ίδιο πλαίσιο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καλεί την Κομισιόν να παρακολουθεί στενά τον αντίκτυπο των εξελίξεων και να προτείνει μέτρα για την ενεργειακή ασφάλεια και τη σταθερότητα των τιμών. Η αναφορά αυτή συνδέεται άμεσα με τη συζήτηση για τη δημιουργία μίας «εργαλειοθήκης» προσωρινών και στοχευμένων παρεμβάσεων, με στόχο τη στήριξη των πιο ευάλωτων καταναλωτών.
Παράλληλα, το Συμβούλιο ζητεί από όλα τα μέρη αποκλιμάκωση, μέγιστη δυνατή αυτοσυγκράτηση, προστασία των αμάχων και των μη στρατιωτικών υποδομών και πλήρη σεβασμό του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των αρχών του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Στο πλαίσιο αυτό, ζητεί μορατόριουμ στις επιθέσεις κατά εγκαταστάσεων ενέργειας και ύδρευσης.
Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική περί συντονισμένης δράσης στον τομέα της ενέργειας φαίνεται να υπάρχει μία βαθύτερη αντίφαση, καθώς, από τη μία πλευρά, η ΕΕ επιμένει στην ανάγκη επιτάχυνσης της ενεργειακής μετάβασης, προβάλλοντας τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τις τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών ως τη μόνη βιώσιμη λύση. Από την άλλη, συνεχίζει να επενδύει σε υποδομές ορυκτών καυσίμων, προκειμένου να διασφαλίσει την επάρκεια εφοδιασμού σε περιόδους κρίσης.
Γίνεται κατανοητό πως η ΕΕ θεωρεί την ενεργειακή μετάβαση όχι μόνο ως περιβαλλοντική αναγκαιότητα, αλλά και ως εργαλείο οικονομικής ανάπτυξης και γεωπολιτικής ενίσχυσης, καθώς δεν διαθέτει επάρκεια σε ορυκτό πλούτο.
Πράσινη Συμφωνία
Οι βασικοί στόχοι της Πράσινης Συμφωνίας, που διέπει σχεδόν οριζόντια τις πολιτικές της ΕΕ, έχουν ως βασικό στόχο τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 55% έως το 2030, σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990. Παράλληλα, στοχεύει στην επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050, με ενδιάμεσο σταθμό το 2040, όπου ο στόχος τέθηκε στο 90%.
Την ίδια ώρα, δίνεται έμφαση στην ανάπτυξη ενεργειακών υποδομών, στην ενίσχυση της καινοτομίας, στην προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και στη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται επίσης στην προστασία των καταναλωτών από ακραίες διακυμάνσεις τιμών, καθώς και στη διασφάλιση δίκαιης μετάβασης για τις κοινωνικές ομάδες που πλήττονται περισσότερο.
Όσον αφορά τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η ΕΕ εστιάζει στην ανάπτυξη υποδομών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα, προωθώντας παράλληλα την υδροηλεκτρική ενέργεια και την ενσωμάτωση τεχνολογιών αποθήκευσης, προκειμένου να μειωθεί η εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Στην εξίσωση έχει προστεθεί πλέον και η πυρηνική ενέργεια, με την ίδια την πρόεδρο της Κομισιόν να έχει προβεί σε αρκετές πρόσφατες δηλώσεις για επιστροφή της ΕΕ στην εν λόγω ενέργεια.
Η διασφάλιση της ενεργειακής σταθερότητας, σε συνδυασμό με την επίτευξη των στόχων της Πράσινης Συμφωνίας, παραμένει το μεγαλύτερο στοίχημα για την ΕΕ, για την επιδιωκόμενη αυτονόμησή της, η οποία στη θεωρία θα δώσει οικονομική ανακούφιση στους πολίτες της.
Dialogos
Η ΕΕ δοκιμάζεται από την ενεργειακή κρίση και τους πολέμους
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις λόγω της ενεργειακής κρίσης και των συνεχιζόμενων πολέμων. Η μείωση των εισαγωγών πετρελαϊκών προϊόντων από τη Ρωσία είχε σημαντικό οικονομικό κόστος, το οποίο μετακυλίστηκε στους πολίτες μέσω της αύξησης των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας. Η κρίση στην Μέση Ανατολή επιδεινώνει την κατάσταση, επηρεάζοντας τις τιμές ενέργειας και τις αλυσίδες εφοδιασμού. Η ΕΕ, παρά τους στόχους της για κλιματική ουδετερότητα μέχρι το 2050, έχει βρει εμπόδια στην υλοποίηση της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων. Η ανάγκη για διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας και η επένδυση σε νέες υποδομές είναι επιτακτική, ωστόσο το κόστος συνεχίζει να επιβαρύνει τους πολίτες.