Dialogos

Η ανάπτυξη των αριθμών, η σιωπή για μισθούς και δικαιώματα των εργαζομένων

Δημοσιεύτηκε Φεβρουάριος 8, 2026, 08:00
Η ανάπτυξη των αριθμών, η σιωπή για μισθούς και δικαιώματα των εργαζομένων

Του Κωνσταντίνου Ζαχαρίου
Το διάγγελμα του Νίκου Χριστοδουλίδη επιβεβαίωσε, για ακόμη μία φορά, μια σκληρή αλλά πλέον αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα: Οι εργαζόμενοι δεν αποτελούν προτεραιότητα για την κυβέρνηση.
Ανάμεσα σε αναφορές σε δείκτες των δημοσίων οικονομικών, αυτοσυγχαρητήριες «επιτυχίες» και γενικόλογες εξαγγελίες, τα εργασιακά δικαιώματα απουσίαζαν επιδεικτικά. Ούτε λέξη για τους μισθούς. Ούτε για την ακρίβεια που πιέζει ασφυκτικά τα νοικοκυριά. Ούτε για τις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις της κυβέρνησης σε σχέση με την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων. Η σιωπή αυτή δεν ήταν τυχαία· ήταν πολιτική επιλογή.
Με το διάγγελμά του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κατέστησε σαφές ότι η κυβέρνηση συνεχίζει να κυβερνά με γνώμονα τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, αφήνοντας στο περιθώριο τις ανάγκες της κοινωνίας και, κυρίως, των εργαζομένων. Την ώρα που η οικονομία εμφανίζει ρυθμούς ανάπτυξης και οι επιχειρήσεις αυξάνουν την κερδοφορία τους, οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι και η εργασιακή ανασφάλεια εντείνεται.
Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν καταθέσει εδώ και μήνες συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες προτάσεις για μέτρα που θα μπορούσαν να αποκαταστήσουν την ισορροπία μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών. Παρ’ όλα αυτά, στο προεδρικό διάγγελμα δεν υπήρξε καμία αναφορά στα ζητήματα αυτά. Αντίθετα, η κυβέρνηση επιλέγει σταθερά να κινείται στη βάση των θέσεων των εργοδοτικών οργανώσεων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο εθνικός κατώτατος μισθός, ο οποίος καθορίστηκε μονομερώς, με κυβερνητικό διάταγμα, εκτός ουσιαστικού κοινωνικού διαλόγου και εκτός των ευρωπαϊκών κριτηρίων επάρκειας. Αντί να λειτουργήσει ως δίχτυ προστασίας για τους χαμηλόμισθους, μετατράπηκε σε μηχανισμό παγίωσης της φτώχειας για χιλιάδες εργαζομένους.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η απουσία ουσιαστικών μέτρων για την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Παρά τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις, η κυβέρνηση αποφεύγει τις αναγκαίες νομοθετικές παρεμβάσεις που θα ενίσχυαν τη συλλογική προστασία και θα περιόριζαν τον αθέμιτο ανταγωνισμό, ευνοώντας όσους επενδύουν στη φθηνή εργασία.
Την ίδια στιγμή, το πλαίσιο απασχόλησης εργαζομένων από τρίτες χώρες αξιοποιείται ως εργαλείο περαιτέρω απορρύθμισης της αγοράς εργασίας. Αντί να διασφαλίζονται ίση αμοιβή και ίσα δικαιώματα, δημιουργούνται συνθήκες που συμπιέζουν συνολικά τους μισθούς και εντείνουν την ανασφάλεια για όλους.
Όταν σε ένα προεδρικό διάγγελμα δεν υπάρχει ούτε μία ουσιαστική αναφορά στους εργαζομένους, όταν οι εισηγήσεις των συντεχνιών αγνοούνται και όταν οι κυβερνητικές αποφάσεις ευθυγραμμίζονται σταθερά με τις απαιτήσεις των εργοδοτικών οργανώσεων, τότε δεν μιλάμε για κοινωνική πολιτική. Μιλάμε για διακυβέρνηση υπέρ των λίγων και εις βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας.
Οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να συνεχίσουν να πληρώνουν το κόστος των κυβερνητικών επιλογών. Η κοινωνία δεν αντέχει άλλη ανάπτυξη για τους λίγους και φτώχεια για τους πολλούς.