Κάθε φορά που η δικαιοσύνη επιχειρεί να ξεμπλέξει τους ιστούς εξουσίας και ευθύνης, επανερχόμαστε στο ίδιο αποκαρδιωτικό συμπέρασμα. Η πολιτική και η ηθική αντιμετωπίζονται ως συμπληρωματικά προϊόντα σε μια αγορά που διαρκώς υποτιμά την κοινωνία. Η αθώωση των Δημήτρη Συλλούρη και Χριστάκη Τζιοβάνη για την υπόθεση των «χρυσών» διαβατηρίων δεν είναι απλώς μια δικαστική κατάληξη. Είναι καθρέφτης του τρόπου με τον οποίο η Δημοκρατία μας επιλέγει να βλέπει ή να παραβλέπει τη ρίζα της κρίσης της.
Από τη μέρα της απόφασης, όπου σταθώ κι όπου μιλήσω, η ίδια φράση επανέρχεται: «τους αθώωσαν». Όχι ως κουτσομπολιό της επικαιρότητας. Αλλά ως το αποτύπωμα μιας συλλογικής θεσμικής απογοήτευσης. Διότι αυτή η υπόθεση δεν αφορά ένα απλό ποινικό αδίκημα ή ένα διοικητικό σφάλμα. Αφορά την ίδια την εικόνα της Δημοκρατίας μας εντός και εκτός συνόρων.
Το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, κατά πλειοψηφία, έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε πρόθεση διαφθοράς, ούτε αθέμιτη επιρροή, ούτε οικονομικό όφελος. Το βίντεο του Al Jazeera κρίθηκε μη αξιοποιήσιμο ως αποδεικτικό μέσο. Κρίσιμες μαρτυρίες δεν παρουσιάστηκαν. Νομικά, το αποτέλεσμα είναι αθώωση. Πολιτικά και θεσμικά, όμως, το αποτύπωμα είναι βαρύ. Η κοινωνία έμεινε με την αίσθηση ότι η αλήθεια μπορεί να απογυμνωθεί διαδικαστικά μέχρι να μην μείνει τίποτε να κριθεί.
Σε ένα κανονικό κράτος, η Αστυνομία δεν θα χρειαζόταν είκοσι μέρες για να κατασχέσει κρίσιμα τεκμήρια από οικίες και γραφεία εμπλεκομένων σε υπόθεση μείζονος δημοσίου ενδιαφέροντος. Σε ένα κανονικό κράτος, η Εισαγγελία θα εξαντλούσε κάθε μέσο για την προστασία και την παρουσία μαρτύρων. Σε ένα κανονικό κράτος, μια υπόθεση που έπληξε την αξιοπιστία της χώρας διεθνώς θα αντιμετωπιζόταν με την αυστηρότητα που της αναλογεί. Αυτή η υπόθεση δεν αφορούσε πρόστιμο ταχύτητας. Αφορούσε την πατρίδα μας.
Εδώ βρίσκεται και η κεντρική αντίφαση. Η δικαιοσύνη κρίνει με βάση όσα της προσκομίζονται. Το πολιτικό και θεσμικό σύστημα, όμως, κρίνεται από το αν δημιούργησε τις προϋποθέσεις ώστε αυτά τα στοιχεία να υπάρξουν. Όταν το κράτος αποτυγχάνει να συλλέξει, να διασφαλίσει και να παρουσιάσει κρίσιμα δεδομένα σε υπόθεση ύψιστου δημοσίου συμφέροντος, τότε η αθώωση δεν είναι απλώς μια δικαστική έκβαση. Είναι σύμπτωμα θεσμικής ανεπάρκειας.
Το δίδυμο Σαββίδη-Αγγελίδη, Γενικός και Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, έχει πια αξιολογηθεί στη συνείδηση πολλών πολιτών όχι με όρους ουδετερότητας, αλλά με όρους συστημικής εξυπηρέτησης. Ενός συστήματος στο οποίο ευνοούνται όσοι έχουν ή είχαν εξουσία, ενώ ο απλός πολίτης τιμωρείται άμεσα και παραδειγματικά για το παραμικρό. Αν αυτό δεν περιγράφει καθεστώς, τότε τι ακριβώς περιγράφει; Το κράτος δικαίου δεν κρίνεται μόνο από το γράμμα του νόμου, αλλά από το ποιον προστατεύει στην πράξη και ποιον αφήνει εκτεθειμένο.
Πέρα από τις θεσμικές αστοχίες στη διαχείριση μαρτύρων και αποδεικτικού υλικού, υπάρχει και το πολιτικό ήθος των πρωταγωνιστών. Ο Συλλούρης δεν επέλεξε τη σιωπή μετά το δημόσιο θέαμα όπου τον είδε όλος ο κόσμος να «μιτσοκαμμά», να κάνει cheers και να υπόσχεται «παράθυρα» για πολιτογραφήσεις. Επέλεξε την αυτάρεσκη δικαίωση. Εμφανίστηκε στις κάμερες για να δηλώσει ότι από την αρχή πίστευε πως ήταν αθώος. Σε μια ώριμη Δημοκρατία, η ντροπή προηγείται της αυτοδικαίωσης. Αλλά θα μου πείτε ούτε και τότε μετά το βίντεο είχε το ήθος να παραιτηθεί. Αναγκάστηκε να το πράξει, μονάχα όταν βγήκαμε τότε μαζικά στους δρόμους…
Στο άρθρο αυτό δεν αμφισβητείται η νομική κρίση των δικαστών. Αμφισβητείται η πολιτική ηθική που προηγήθηκε της αίθουσας του δικαστηρίου και η θεσμική ανεπάρκεια που την ακολούθησε. Η κοινωνία δεν ζητά καταδίκες για λόγους εντυπώσεων. Ζητά κάτι πιο στοιχειώδες. Ζητά μια δικαιοσύνη που να μην μοιάζει επιλεκτική, μια Εισαγγελία που να λειτουργεί ως θεματοφύλακας του δημόσιου συμφέροντος και όχι ως αλεξικέραυνο ισχυρών προσώπων, και ένα κράτος που να αναγνωρίζει ότι νομιμότητα χωρίς ηθική είναι απλώς κενή φόρμα.
Όσο αυτό δεν συμβαίνει, κάθε συζήτηση για τα «χρυσά» διαβατήρια δεν αφορά το παρελθόν. Αφορά το είδος του κράτους που, δυστυχώς, επιλέγουμε, σιωπηρά, να ανεχόμαστε στο παρόν.
Η αθώωση ως σύμπτωμα ενός καθεστώτος
Το άρθρο αναφέρεται στην αθώωση των Δημήτρη Συλλούρη και Χριστάκη Τζιοβάνη στην υπόθεση των «χρυσών» διαβατηρίων και υποστηρίζει ότι αυτή δεν είναι απλώς μια δικαστική απόφαση, αλλά ένας καθρέφτης της θεσμικής αποτυχίας στην Κύπρο. Ο συγγραφέας τονίζει ότι η αθώωση οφείλεται στην αδυναμία της Αστυνομίας και της Εισαγγελίας να συλλέξουν και να παρουσιάσουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία. Κριτικάρει την καθυστέρηση στην κατάσχεση κρίσιμων τεκμηρίων, την έλλειψη προστασίας των μαρτύρων και την πολιτική συμπεριφορά των πρωταγωνιστών. Θεωρεί ότι η αθώωση δεν αντικατοπτρίζει την αλήθεια, αλλά την αδυναμία του κράτους να αποδείξει την ενοχή των κατηγορουμένων. Επιπλέον, ασκεί κριτική στον Γενικό και τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, Σαββίδη και Αγγελίδη, για την εξυπηρέτηση του συστήματος και την προστασία των ισχυρών. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αθώωση είναι σύμπτωμα ενός καθεστώτος όπου η δικαιοσύνη δεν είναι ανεξάρτητη και η πολιτική και η ηθική αντιμετωπίζονται ως ανταγωνιστικές έννοιες.
You Might Also Like
Πρώτη αντίδραση Συλλούρη: «Ήμουν και παραμένω καθαρός - Δεν έχω πλούτο» (vid)
Φεβ 17
Παίρνουν θέση τα κόμματα για αθώωση Συλλούρη-Τζιοβάνη
Φεβ 18
Κορυφαίο φιάσκο είναι κύριοι Σαββίδη και Αγγελίδη κι εσείς κρύβεστε!
Φεβ 19