Του Κωνσταντίνου Ζαχαρίου
Η εικόνα που επιχειρεί να καλλιεργήσει η κυβέρνηση περί «ισχυρής οικονομίας» και «θετικών προοπτικών» δεν αντέχει σε σοβαρή εξέταση. Τα ίδια τα επίσημα στοιχεία τη διαψεύδουν. Ένας στους έξι ανθρώπους στην Κύπρο ζει σε συνθήκες φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Πίσω από τους δείκτες και τις εκθέσεις που επικαλείται το Προεδρικό, κρύβεται μια κοινωνία που δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα.
Οι 167.000 συμπολίτες μας που βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση δεν είναι αριθμοί. Είναι εργαζόμενοι με χαμηλούς μισθούς, συνταξιούχοι που τιμωρούνται με το πέναλτι του 12%, νέοι που παλεύουν με την επισφάλεια και οικογένειες που βλέπουν το κόστος ζωής να καλπάζει.
Η κυβέρνηση επιλέγει να προβάλλει την κερδοφορία των τραπεζών και τις αναβαθμίσεις των οίκων αξιολόγησης ως τεκμήρια επιτυχίας. Όμως η οικονομία δεν είναι μόνο οι αριθμοί των ισολογισμών. Είναι και η καθημερινότητα των πολιτών. Και εκεί η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική.
Η αύξηση του κινδύνου φτώχειας είναι ένδειξη ότι οι πολιτικές που εφαρμόζονται δεν φτάνουν στους πολλούς. Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η αύξηση της παρατεταμένης φτώχειας. Όταν όλο και περισσότεροι άνθρωποι παραμένουν εγκλωβισμένοι κάτω από το όριο της φτώχειας για χρόνια, τότε δεν μιλάμε για συγκυριακό φαινόμενο, αλλά για δομικό πρόβλημα.
Την ίδια ώρα, οι ανισότητες βαθαίνουν. Το πλουσιότερο 20% έχει εισόδημα 4,6 φορές υψηλότερο από το φτωχότερο 20%, ενώ ο συντελεστής Gini επιβεβαιώνει την όλο και πιο άνιση κατανομή του πλούτου. Με απλά λόγια, η πίτα μπορεί να μεγαλώνει, αλλά μοιράζεται όλο και πιο άδικα.
Και εδώ βρίσκεται η πολιτική ευθύνη. Διότι δεν πρόκειται για φυσικό φαινόμενο. Είναι αποτέλεσμα επιλογών.
Επιλογών που κράτησαν καθηλωμένο τον κατώτατο μισθό για χρόνια και έδωσαν τελικά μια αύξηση κατώτερη των πραγματικών αναγκών. Επιλογών που υπονομεύουν τις συλλογικές συμβάσεις αντί να τις ενισχύουν. Επιλογών που επιμένουν στο άδικο πέναλτι 12% στις συντάξεις, φορτώνοντας το βάρος στους πιο ευάλωτους. Και επιλογών που αφήνουν το κράτος πρόνοιας να υπολειτουργεί, αντί να αποτελεί πραγματικό δίχτυ προστασίας.
Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν πόροι. Υπάρχουν. Το ερώτημα είναι πού κατευθύνονται.
Και όσο η απάντηση δεν αλλάζει, τόσο θα μεγαλώνει το χάσμα ανάμεσα στην επίσημη αφήγηση και την πραγματική ζωή.
Η άλλη όψη της «ισχυρής οικονομίας»
Η κυβέρνηση προβάλλει μια εικόνα ισχυρής οικονομίας, ωστόσο τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι ένας στους έξι Κύπριους ζει σε συνθήκες φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Η κυβέρνηση εστιάζει στην κερδοφορία των τραπεζών και τις αναβαθμίσεις των οίκων αξιολόγησης, παραβλέποντας τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι πολίτες στην καθημερινότητά τους. Η αύξηση της φτώχειας και των ανισοτήτων υποδεικνύει ότι οι κυβερνητικές πολιτικές δεν είναι αποτελεσματικές και ότι ο πλούτος κατανέμεται άδικα. Η κυβέρνηση έχει επιλέξει να διατηρήσει χαμηλό τον κατώτατο μισθό, να υπονομεύσει τις συλλογικές συμβάσεις και να επιβάλει το πέναλτι 12% στις συντάξεις, επιβαρύνοντας τους πιο ευάλωτους. Η έλλειψη επαρκούς στήριξης του κράτους πρόνοιας επιδεινώνει την κατάσταση. Η κυβέρνηση διαθέτει τους πόρους, αλλά η κατανομή τους δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες των πολιτών. Η αύξηση της παρατεταμένης φτώχειας αποτελεί δομικό πρόβλημα, καθώς όλο και περισσότεροι άνθρωποι παγιδεύονται σε έναν φαύλο κύκλο φτώχειας. Η διαφορά εισοδήματος μεταξύ του πλουσιότερου και του φτωχότερου 20% είναι σημαντική, αποδεικνύοντας την άνιση κατανομή του πλούτου. Η κυβέρνηση φέρει την πολιτική ευθύνη για αυτές τις επιλογές. Η ανάγκη για αλλαγή πολιτικής είναι επιτακτική, με έμφαση στην προστασία των εργαζομένων, των συνταξιούχων και των οικογενειών. Απαιτούνται μέτρα για την αύξηση του κατώτατου μισθού, την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων, την κατάργηση του πέναλτι στις συντάξεις και την ενίσχυση του κράτους πρόνοιας. Μόνο έτσι θα μπορέσει να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στην επίσημη αφήγηση και την πραγματική ζωή.