Πολλά ερωτήματα παραμένουν σχετικά με τις τουρκοελληνικές σχέσεις μετά το 6ο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας, στο πλαίσιο της επίσκεψης του Έλληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην Άγκυρα. Ίσως το πιο σημαντικό από αυτά είναι το πώς θα επηρεαστούν οι διμερείς σχέσεις εν μέσω βαθιών κρίσεων στην περιοχή και στον κόσμο, σύμφωνα με τους Τούρκους πολιτικούς αναλυτές που αποτιμούν στο κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Αναντολού τη σημασία της χθεσινής συνάντησης. Ενώ είναι γεγονός ότι οι βαθιές διαφωνίες έχουν γίνει ακόμη πιο «περίπλοκες» την τελευταία δεκαετία, διατυπώνονται πολλές απόψεις σχετικά με το τι είναι πιο ωφέλιμο και σωστό για τους λαούς και των δύο χωρών.
Γεωπολιτική ρευστότητα και ανάγκη διαλόγου
Η τουρκική κυβερνητική ανάγνωση τοποθετεί τη χθεσινή συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν μέσα σε ένα περιβάλλον διεθνούς αποσταθεροποίησης, όπου –όπως επισημαίνεται– η κατάρρευση της «βασισμένης σε κανόνες τάξης» καθιστά αναγκαία τη διατήρηση διαύλων επικοινωνίας.
Στην ανάλυσή της προς το πρακτορείο Αναντολού, η καθηγήτρια Δρ. Ζουχάλ Μερτ Ουζουνέρ προσεγγίζει τη συνάντηση όχι ως μεμονωμένο γεγονός, αλλά ως κρίκο σε μια μακρά αλυσίδα προσπαθειών διαχείρισης κρίσεων. Το βασικό ερώτημα, όπως το θέτει, είναι πώς μπορούν να επηρεαστούν οι διμερείς σχέσεις «εν μέσω βαθιών κρίσεων στην περιοχή μας και στον κόσμο», σε μια περίοδο όπου οι διεθνείς ισορροπίες μεταβάλλονται ραγδαία.
Η κυβερνητική οπτική δεν επενδύει σε άμεσες λύσεις· επενδύει στη διατήρηση ανοιχτών καναλιών. Χαρακτηριστική είναι η φράση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, που παρατίθεται αυτούσια: «Πιστεύω ολόψυχα ότι πρέπει να κρατήσουμε ανοιχτά τα κανάλια διαλόγου με την Ελλάδα».
Διαχείριση του status quo
Η ανάλυση επανέρχεται στις αρχές της δεκαετίας του 2000 για να υποστηρίξει ότι η εποχή των “μεγάλων λύσεων” υπό την ομπρέλα της ΕΕ έχει παρέλθει και ότι σήμερα κυριαρχεί η λογική της διαχείρισης.
Η Ζουχάλ Μερτ Ουζουνέρ υπογραμμίζει ότι η περίοδος κατά την οποία η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργούσε ως καταλύτης επίλυσης διαφορών έχει παρέλθει. Οι διερευνητικές –και αργότερα συμβουλευτικές– συνομιλίες παρήγαγαν τεχνική πρόοδο, αλλά χωρίς επαρκή πολιτική βούληση.
Η τουρκική ανάγνωση θεωρεί πως από το 2010 και μετά οι σχέσεις οικοδομούνται γύρω από πιο «εύκολους» τομείς συνεργασίας, ενώ τα θεμελιώδη ζητήματα παραμένουν σε αναμονή. Η βασική υπόθεση που προβάλλεται είναι σαφής: καμία πλευρά δεν θεωρεί ώριμη τη στιγμή για ριζική διευθέτηση.
Η ελληνική στρατηγική και το «ευρωπαϊκό πλεονέκτημα»
Σημείο αιχμής της ανάλυσης αποτελεί η ερμηνεία των ελληνικών επιλογών ως απόρροιας ενός υπολογισμού ισχύος που βασίστηκε στην ιδιότητα μέλους της ΕΕ.
Σύμφωνα με την Ουζουνέρ, η Ελλάδα εκτίμησε ότι η θεσμική ισχύς της ΕΕ μπορούσε να λειτουργήσει ως διπλωματικό πλεονέκτημα και εργαλείο πίεσης προς την Άγκυρα. Η επιδείνωση των τουρκο-αμερικανικών σχέσεων τη δεκαετία του 2010 –κατά την ίδια ανάγνωση– ενίσχυσε αυτόν τον υπολογισμό.
Η ανάλυση αφήνει να εννοηθεί ότι η Αθήνα επένδυσε σε ένα πλαίσιο διεθνούς στήριξης που της επέτρεπε να διαχειρίζεται τις κρίσεις χωρίς να εισέρχεται σε διαπραγμάτευση επί της ουσίας.
Η γεωπολιτική ανατροπή μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία
Tο κεντρικό επιχείρημα της κυβερνητικής τουρκικής προσέγγισης είναι ότι ο πόλεμος Ρωσίας–Ουκρανίας ανέτρεψε τους ελληνικούς υπολογισμούς.
Η επιστροφή της Τουρκίας στο επίκεντρο του ΝΑΤΟ και της Δυτικής Συμμαχίας, η ενίσχυση της αμυντικής της βιομηχανίας και η αυξανόμενη περιφερειακή επιρροή της παρουσιάζονται ως παράγοντες που άλλαξαν το στρατηγικό περιβάλλον.
Ιδίως μετά τις μεταβολές στις σχέσεις ΗΠΑ–ΕΕ και τις εσωτερικές ανακατατάξεις στη Δύση, η ανάλυση υποστηρίζει ότι η Τουρκία κατέλαβε «κεντρική θέση» στις δυτικές ισορροπίες, γεγονός που –κατά την τουρκική ανάγνωση– οδήγησε την Αθήνα στη διεύρυνση των διαύλων διαλόγου.
Η «θετική ατζέντα» ως προσωρινή λύση
Η συνάντηση της 11ης Φεβρουαρίου αξιολογείται ως συνέχεια της στρατηγικής εστίασης σε τομείς χαμηλής πολιτικής, με υπογραφή συγκεκριμένων συμφωνιών, αλλά χωρίς άγγιγμα των σκληρών διαφορών.
Το 6ο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας οδήγησε σε συμφωνίες στους τομείς των επενδύσεων, του θαλάσσιου εμπορίου, της οικονομικής συνεργασίας, της ετοιμότητας για σεισμούς, του πολιτισμού, της επιστήμης και της τεχνολογίας. Η τουρκική ανάλυση δεν παρουσιάζει τις συμφωνίες αυτές ως ιστορική καμπή, αλλά ως αναγκαία βήματα σταθεροποίησης.
Η ίδια η Ουζουνέρ καταλήγει με μια χαρακτηριστική αποτίμηση: η «θετική ατζέντα» λειτουργεί πλέον ως «επίδεσμος» για τις πληγές της περιόδου 2019–2022 και φαίνεται να πλησιάζει στα όριά της.
Αναμονή για τη «μεγάλη στιγμή»
Το τελικό συμπέρασμα της κυβερνητικής τουρκικής ανάγνωσης δεν είναι θριαμβευτικό, αλλά προτρεπτικό: η παρούσα φάση θεωρείται μεταβατική.
Κατά την ανάλυση, το ταχέως μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον δεν παρέχει πλέον τις σταθερές εγγυήσεις του παρελθόντος. Επομένως, το επόμενο στάδιο –όπως υπονοείται– θα πρέπει να είναι η επιστροφή σε σοβαρές διπλωματικές προτάσεις και σε διαδικασίες ουσιαστικής διαπραγμάτευσης, παρόμοιες με εκείνες που επιχειρήθηκαν μέσω των διερευνητικών συνομιλιών.
Με άλλα λόγια, για την τουρκική κυβερνητική ανάλυση, η συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν δεν αποτελεί λύση. Αποτελεί προετοιμασία εδάφους – εν αναμονή μιας συγκυρίας που θα επιτρέψει την επόμενη, πιο απαιτητική φάση.
Η Άγκυρα βλέπει «παράθυρο ευκαιρίας» μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν
Μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν στην Άγκυρα, η Τουρκία φαίνεται να βλέπει ένα "παράθυρο ευκαιρίας" για τη διαχείριση των τουρκοελληνικών σχέσεων. Τούρκοι αναλυτές επισημαίνουν ότι η διεθνής αποσταθεροποίηση καθιστά αναγκαία τη διατήρηση των διαύλων επικοινωνίας, ωστόσο δεν αναμένουν άμεσες λύσεις στα χρόνια προβλήματα. Η τουρκική πλευρά θεωρεί ότι η εποχή των "μεγάλων λύσεων" υπό την ομπρέλα της ΕΕ έχει παρέλθει και επικεντρώνεται στη διαχείριση του status quo, συνεργαζόμενη σε τομείς που θεωρούνται "εύκολοι". Η ανάλυση της τουρκικής πλευράς υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα βασίστηκε στην ιδιότητα μέλους της στην ΕΕ για να αποκτήσει διπλωματικό πλεονέκτημα έναντι της Τουρκίας, ειδικά μετά την επιδείνωση των τουρκο-αμερικανικών σχέσεων. Η ελληνική στρατηγική θεωρείται ότι αποσκοπούσε στην άσκηση πίεσης στην Άγκυρα μέσω της θεσμικής ισχύος της ΕΕ. Η τουρκική οπτική αναγνωρίζει ότι οι διμερείς σχέσεις έχουν γίνει πιο "περίπλοκες" την τελευταία δεκαετία, αλλά επιμένει στη σημασία της διατήρησης ανοιχτών καναλιών διαλόγου. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δήλωσε ότι πιστεύει ολόψυχα στην ανάγκη διατήρησης αυτών των διαύλων. Συνολικά, η τουρκική ανάλυση παρουσιάζει μια προσέγγιση διαχείρισης των υπαρχουσών διαφορών, χωρίς προσδοκίες για ριζική διευθέτηση στο άμεσο μέλλον. Η έμφαση δίνεται στη διατήρηση της επικοινωνίας και στην εξεύρεση τομέων συνεργασίας, ενώ τα θεμελιώδη ζητήματα παραμένουν σε αναμονή.
You Might Also Like
Phil-Andreou Warehouse & Shelving Solutions
Φεβ 2
Η XM σταθερή επένδυση στη χώρα
Φεβ 5
«Όπου και να ’σαι, Κωτσόβολος» - Παντού, Για μια Καλύτερη Ζωή!
Φεβ 6
Τριήμερο Καθαράς Δευτέρας με τη Louis Hotels!
Φεβ 11
Ο ΠΑΣΥΚΑΦ καλωσορίζει την Ancoria Bank στο πρόγραμμα “Ambassadors of Life”
Φεβ 12