Sigma Live

Ζήτησε να αφεθεί ελεύθερος άντρας που χτυπούσε σύζυγο και παιδιά στη Λεμεσό

Δημοσιεύτηκε Ιανουάριος 29, 2026, 10:12
Ζήτησε να αφεθεί ελεύθερος άντρας που χτυπούσε σύζυγο και παιδιά στη Λεμεσό

Το Δικαστήριο απέρριψε αίτημα ακύρωσης εντάλματος σύλληψης που είχε εκδοθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 28 Δεκεμβρίου 2025, κρίνοντας ότι τόσο η ύπαρξη εύλογης υπόνοιας όσο και η αναγκαιότητα της σύλληψης του αιτητή ήταν επαρκώς τεκμηριωμένες.
Την απόφαση εξέδωσε ο Δικαστής Μάλαχτος, ενώπιον του οποίου ο αιτητής ζήτησε άδεια για να καταχωρίσει αίτηση με κλήση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari, επιδιώκοντας την ακύρωση του εντάλματος σύλληψής του. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του, δεν υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι είχε διαπράξει τα αδικήματα που διερευνούσε η Αστυνομία και, σε κάθε περίπτωση, υποστήριξε ότι η σύλληψή του δεν ήταν αναγκαία και θα μπορούσε να είχε απλώς κληθεί για κατάθεση.
Τα αδικήματα που τελούσαν υπό διερεύνηση αφορούσαν σοβαρές παραβάσεις της νομοθεσίας για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, καθώς και διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, με σοβαρότερο εκείνο της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Όπως προέκυπτε από το μαρτυρικό υλικό, η παραπονούμενη, σύντροφος του αιτητή επί οκτώ χρόνια, τον κατήγγειλε ως βίαιο, περιγράφοντας στη γραπτή της καταγγελία προς την Αστυνομία, ημερομηνίας 27 Δεκεμβρίου 2025, σειρά περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας. Τα περιστατικά αυτά φέρονται να στρέφονταν κυρίως εναντίον της ίδιας, αλλά και εναντίον δύο από τα τρία παιδιά της από προηγούμενο γάμο, τα οποία διέμεναν μαζί με την ίδια και τον αιτητή υπό την ίδια στέγη.
Σύμφωνα με την καταγγελία, τα αδικήματα φέρονται να είχαν διαπραχθεί σε διάφορες άγνωστες ημερομηνίες, καθώς και συγκεκριμένα στις 20 Απριλίου 2025, στις 28 Μαΐου 2025 και, πιο πρόσφατα, στις 27 Δεκεμβρίου 2025. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, στη βάση αυτών των ισχυρισμών, υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι ο αιτητής είχε διαπράξει τα αδικήματα που καταγράφονταν στο ένταλμα σύλληψης.
Κεντρικό σημείο της υπεράσπισης του αιτητή ήταν ότι το τελευταίο περιστατικό δεν ήταν το σοβαρότερο και, άρα, δεν δικαιολογούσε την έκδοση εντάλματος σύλληψης. Όπως επισήμανε όμως το Δικαστήριο, από τον αστυνομικό όρκο και την καταγγελία της παραπονούμενης προέκυπτε ότι είχαν προηγηθεί ακόμη σοβαρότερα περιστατικά βίας, ιδίως εκείνα της 20ής Απριλίου και της 28ης Μαΐου 2025.
Αναφερόμενος στη νομολογία για το ζήτημα της αναγκαιότητας της σύλληψης, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η ύπαρξη εύλογης υπόνοιας δεν οδηγεί αυτομάτως και στο συμπέρασμα ότι η σύλληψη είναι αναγκαία. Η αναγκαιότητα πρέπει να εξετάζεται αυτοτελώς, υπό το πρίσμα και της αρχής της αναλογικότητας, λαμβάνοντας υπόψη το δημόσιο συμφέρον και τον κίνδυνο παρεμβάσεων του υπόπτου στο ανακριτικό έργο, είτε μέσω επηρεασμού μαρτύρων είτε μέσω παρεμπόδισης της συλλογής τεκμηρίων.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχαν συγκεκριμένα γεγονότα που δικαιολογούσαν την ανησυχία για τέτοιο κίνδυνο. Οι βασικοί μάρτυρες ήταν η παραπονούμενη και τα παιδιά της, πρόσωπα που διέμεναν στην ίδια κατοικία με τον αιτητή και στα οποία εκείνος είχε άμεση πρόσβαση. Επιπλέον, από τη μαρτυρία αναδεικνυόταν ότι επρόκειτο για άτομο που κατέφευγε στη βία, ακόμη και σε περιπτώσεις διαφωνίας ή αντιλογίας. Υπό αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο θεώρησε εύλογο να εκτιμηθεί ως υπαρκτός ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων ή και επανάληψης παρόμοιων αδικημάτων, εφόσον ο αιτητής παρέμενε ελεύθερος και πληροφορείτο την καταγγελία και τη διερεύνηση σε βάρος του.
Καταλήγοντας, το Δικαστήριο έκρινε ότι το κατώτερο Δικαστήριο δικαιολογείτο να θεωρήσει εύλογα αναγκαία την έκδοση του εντάλματος σύλληψης, τόσο για την προστασία της ανακριτικής διαδικασίας όσο και για την αποτροπή διάπραξης νέων αδικημάτων παρόμοιας φύσης. Ως εκ τούτου, η αίτηση του αιτητή απορρίφθηκε.
Διαβάστε επίσης: Νομικό «χαστούκι» στον οδηγό που παρέσυρε στον θάνατο την Ανδρούλα στην Πάφο