Η συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στην εκπομπή «Πρωτοσέλιδο», με τη συμμετοχή της εκπροσώπου Τύπου των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών Σωτηρίας Γεωργιάδου και του επικεφαλής της Επιστημονικής Ομάδας για τον αφθώδη πυρετό Σταύρου Μαλά, επικεντρώθηκε στην εξέλιξη της κατάστασης με τον αφθώδη πυρετό στην Κύπρο, τις ενέργειες των αρμόδιων υπηρεσιών και τις προκλήσεις που ανακύπτουν τόσο σε επιχειρησιακό όσο και σε επιστημονικό επίπεδο για τη διαχείριση της κρίσης και τον σχεδιασμό της επόμενης ημέρας στον κτηνοτροφικό τομέα.
Αρχικά, η εκπρόσωπος Τύπου των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, Σωτηρία Γεωργιάδου, κλήθηκε αρχικά να δώσει την επικαιροποιημένη εικόνα της επιδημιολογικής κατάστασης. Όπως ανέφερε, τα επιβεβαιωμένα κρούσματα ανέρχονται στα 42, σημειώνοντας ότι τα δεδομένα παραμένουν δυναμικά, καθώς αναμένονται εντός της ημέρας νέα εργαστηριακά αποτελέσματα. Διευκρίνισε ότι οποιαδήποτε εξέλιξη προκύψει θα ανακοινωθεί άμεσα, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω αύξησης των περιστατικών.
Η συζήτηση γρήγορα μετατοπίστηκε από τους αριθμούς στο κλίμα που επικρατεί στον κτηνοτροφικό κόσμο, με δημοσιογραφική παρέμβαση να θέτει ευθέως ζήτημα επικοινωνιακής διαχείρισης. Όπως επισημάνθηκε, μπορεί η επιμονή στην εφαρμογή των πρωτοκόλλων να είναι θεμιτή και αναγκαία, ωστόσο ο τρόπος με τον οποίο μεταφέρεται το μήνυμα προκαλεί αντιδράσεις. Χαρακτηριστικά τονίστηκε ότι δεν μπορεί «να κουνιέται το δάχτυλο» σε ανθρώπους που αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε πλήρη οικονομική και ψυχολογική κατάρρευση, ενώ υπογραμμίστηκε πως οι κτηνοτρόφοι αποτελούν συνεργάτες των υπηρεσιών και όχι αντιπάλους.
Η κ. Γεωργιάδου απάντησε εκτενώς, απορρίπτοντας την εικόνα έλλειψης επικοινωνίας. Αντιθέτως, όπως είπε, από την πρώτη στιγμή οι πληγέντες κτηνοτρόφοι κλήθηκαν και ενημερώθηκαν ένας προς έναν. Τους εξηγήθηκε τι ακριβώς συμβαίνει, ποια είναι η φύση της κρίσης, ποια θα είναι η επόμενη μέρα και πώς θα εξελιχθούν οι διαδικασίες. Έγινε, όπως σημείωσε, αναλυτική ενημέρωση για τις απώλειες, για τις απολυμάνσεις, για το πότε θα μπορέσουν να επαναφέρουν ζώα στις μονάδες τους, αλλά και για τη στήριξη που θα λάβουν από την Κυπριακή Δημοκρατία, τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες και το αρμόδιο Υπουργείο.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο γεγονός ότι αυτή η διαδικασία δεν έγινε μία φορά, αλλά επαναλήφθηκε πολλές φορές, τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και σε ομαδικές συναντήσεις. Όπως είπε, οι πληγέντες έχουν συναντήσει την ίδια προσωπικά, την αρμόδια υπουργό, αλλά και λειτουργούς στην επαρχία Λάρνακας, επιμένοντας ότι δεν τίθεται θέμα ελλιπούς ενημέρωσης.
Παρά ταύτα, οι δημοσιογράφοι επανήλθαν, διευκρινίζοντας ότι το ζήτημα δεν είναι η ουσία της δουλειάς που γίνεται, αλλά ο τρόπος. Έφεραν ως παράδειγμα δηλώσεις που εκλήφθηκαν ως προκλητικές, όπως η αναφορά ότι οι αρχές μπορούν να εισέλθουν σε μονάδες οποιαδήποτε στιγμή. Όπως ειπώθηκε, τέτοιες τοποθετήσεις μπορεί να θεωρηθούν προσβλητικές από ανθρώπους που ήδη δοκιμάζονται.
Η κ. Γεωργιάδου απάντησε ότι δεν υπήρχε καμία πρόθεση πρόκλησης ή προσβολής, αλλά απλώς ανάγκη να γίνει κατανοητό το νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργούν οι Υπηρεσίες. Επανέλαβε ότι έχει καταβληθεί προσπάθεια όχι μόνο για ενημέρωση αλλά και για ακρόαση των κτηνοτρόφων και καθοδήγησή τους, ωστόσο αναγνώρισε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν αντιδράσεις. Τόνισε δε ότι οι Υπηρεσίες βρίσκονται και θα συνεχίσουν να βρίσκονται δίπλα στους πληγέντες, επιδιώκοντας συνεργασία και όχι τιμωρία.
Σε αυτό το σημείο, η συζήτηση απέκτησε έντονο ανθρώπινο χαρακτήρα. Δημοσιογραφική παρέμβαση περιέγραψε με δραματικό τρόπο τη θέση των κτηνοτρόφων, επισημαίνοντας ότι, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους εργαζόμενους που στο τέλος του μήνα θα επιστρέψουν στην κανονικότητα, οι ίδιοι βρίσκονται αντιμέτωποι με ολοκληρωτική καταστροφή. Πολλοί βλέπουν την απώλεια να πλησιάζει, αισθάνονται ανήμποροι να αντιδράσουν και βιώνουν έντονο αίσθημα αδικίας, καθώς – όπως ειπώθηκε – δεν ευθύνονται οι ίδιοι για την κατάσταση.
Η κ. Γεωργιάδου συμφώνησε ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά δραματική κατάσταση. Υπενθύμισε ότι από την αρχή είχε επισημανθεί πόσο δύσκολη είναι αυτή η διαδικασία για τους ίδιους τους κτηνοτρόφους, σημειώνοντας μάλιστα ότι τους είχε συσταθεί να μην παρίστανται κατά τη θανάτωση των ζώων τους, καθώς «δεν θα το αντέξει κανένας». Όπως είπε χαρακτηριστικά, τα ζώα για τους κτηνοτρόφους είναι σαν τα παιδιά τους. Για τον λόγο αυτό ζητήθηκε εξαρχής και η παροχή ψυχολογικής στήριξης.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι, όσο κι αν αναγνωρίζεται ο ανθρώπινος πόνος, η αρμόδια αρχή έχει καθήκον να διασφαλίσει ότι όλα θα γίνουν όπως πρέπει και στον σωστό χρόνο, ώστε να περιοριστεί η κρίση, να σωθούν οι υπόλοιπες μονάδες και να μπορέσουν οι πληγέντες να επαναδραστηριοποιηθούν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Στο πλαίσιο αυτό, εξήγησε ότι έχουν εκδοθεί τα σχετικά διατάγματα και ότι οι υπηρεσίες κινούνται με ταχύτητα, ενώ βρίσκεται σε ετοιμότητα και το πρώτο πακέτο οικονομικής ανακούφισης.
Σε ερώτηση για τις επιπτώσεις στην αγορά, διευκρίνισε ότι οι εξαγωγές χοιρινού κρέατος έχουν ήδη επηρεαστεί, ωστόσο το χαλλούμι δεν έχει επηρεαστεί μέχρι στιγμής.
Ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία της συζήτησης αφορούσε τον εντοπισμό μονάδας όπου υπήρχαν 23 αγελάδες μη καταγεγραμμένες στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες. Οι δημοσιογράφοι έθεσαν το ερώτημα κατά πόσο πρόκειται για παράνομη διακίνηση και τι μέτρα θα ληφθούν.
Η κ. Γεωργιάδου ξεκαθάρισε ότι τα ζώα αυτά θα θανατωθούν. Διευκρίνισε ότι θα ληφθούν δείγματα και αναμένονται εργαστηριακά αποτελέσματα, ωστόσο ανεξαρτήτως αυτών, τα ζώα θα απομακρυνθούν. Όπως εξήγησε, δεν είναι γνωστό από πού προήλθαν, πότε μετακινήθηκαν και ποιο είναι το υγειονομικό τους καθεστώς. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος να μεταφέρουν τον ιό ή άλλες ασθένειες.
Παρά τις επίμονες ερωτήσεις – ακόμη και για το ενδεχόμενο να μην θανατωθούν εφόσον δεν νοσούν – η ίδια παρέμεινε κατηγορηματική: τα ζώα θα θανατωθούν, ακριβώς επειδή είναι παράνομα και άγνωστης προέλευσης. Όπως τόνισε, όταν δεν υπάρχει γνώση για το υγειονομικό καθεστώς, δεν υπάρχει περιθώριο ρίσκου.
Διευκρίνισε επίσης ότι βρίσκεται σε εξέλιξη πλήρης διερεύνηση της υπόθεσης, τόσο από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες όσο και από την Αστυνομία, ώστε να διαπιστωθεί πώς βρέθηκαν τα ζώα εκεί και ποια είναι η διαδρομή τους. Παραδέχθηκε ότι πρόκειται για δύσκολες αποφάσεις, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι «ούτε μας αρέσει αυτό που κάνουμε».
Σε ό,τι αφορά την πορεία της νόσου, ανέφερε ότι ο αριθμός των προσβεβλημένων κοπαδιών παραμένει σταθερός προς το παρόν, ενώ συνεχίζονται οι θανατώσεις όπου απαιτείται και η οργάνωση των μονάδων που παραμένουν. Οι εμβολιασμοί έχουν προχωρήσει σημαντικά, φτάνοντας περίπου στο 84,5% στα βοοειδή και στο 49,3% στα αιγοπρόβατα. Παράλληλα, συνεχίζονται οι δειγματοληψίες και οι ιχνηλατήσεις, προκειμένου να εντοπιστούν μετακινήσεις ζώων που έγιναν πριν τον εντοπισμό των μολυσμένων μονάδων.
Μετά την ολοκλήρωση της τοποθέτησης της κ. Γεωργιάδου, η εκπομπή πέρασε στον επικεφαλής της Επιστημονικής Ομάδας για τον αφθώδη πυρετό, Σταύρο Μαλά, ο οποίος περιέγραψε την κατάσταση με ακόμη πιο δραματικούς όρους. Όπως είπε, η κυπριακή κτηνοτροφία βιώνει μια κρίση άνευ προηγουμένου στην ιστορία της και κάθε μέρα που περνά ενδέχεται να επιδεινώνει την κατάσταση.
Τόνισε ότι απαιτείται συστράτευση της επιστημονικής κοινότητας, ώστε με τεκμηριωμένο τρόπο να σχεδιαστεί η επόμενη μέρα. Υπογράμμισε ότι σε οργανωμένες χώρες οι επιστήμονες αναλαμβάνουν καθοδηγητικό ρόλο προς την πολιτική ηγεσία και σημείωσε ότι ο ίδιος έχει κληθεί να συμβάλει σε αυτή την προσπάθεια, αξιοποιώντας την εμπειρία του.
Αναφέρθηκε μάλιστα και στη συμμετοχή του Ινστιτούτου Κύπρου, του οποίου είναι πρόεδρος, σε πρόσφατη παγκόσμια μελέτη για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, επισημαίνοντας ότι η Κύπρος βρίσκεται στο επίκεντρο αυτών των εξελίξεων. Κατά τον ίδιο, απαιτείται συγκροτημένη προσπάθεια, με καθαρή σκέψη και αξιοποίηση δεδομένων, ώστε να δοθούν βιώσιμες επιλογές στους κτηνοτρόφους, καθώς – όπως είπε – το προηγούμενο μοντέλο αποδείχθηκε μη βιώσιμο.
Απαντώντας σε ερώτηση για το από πού πρέπει να ξεκινήσει ο σχεδιασμός, έθεσε ως πρώτη προτεραιότητα τη δημιουργία πλήρους ψηφιακής εικόνας του τομέα, με καταγραφή όλων των μονάδων, του ζωικού κεφαλαίου και της γεωγραφικής τους κατανομής. Αυτή η βάση δεδομένων, όπως εξήγησε, θα αποτελέσει το υπόβαθρο για κάθε επόμενο βήμα.
Στη συνέχεια ανέπτυξε τρεις βασικούς άξονες: την αποκατάσταση του ζωικού κεφαλαίου χωρίς εύκολες λύσεις όπως μαζικές εισαγωγές, την προστασία των μονάδων με καθαρόαιμα ζώα ώστε να αποτελέσουν πυρήνες αναπαραγωγής, και τον άμεσο επανασχεδιασμό της αγελαδοτροφίας, η οποία – όπως είπε – αναπτύχθηκε άναρχα. Πρότεινε εντατικά προγράμματα γενετικής βελτίωσης, ώστε οι αγελάδες να γίνουν πιο παραγωγικές και να καλύψουν απώλειες τόσο σε γάλα όσο και σε κρέας.
Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι όλα αυτά μπορούν να προχωρήσουν μόνο όταν η χώρα απαλλαγεί επιστημονικά από τον ιό, καθώς μέχρι τότε δεν μπορούν να γίνουν μετακινήσεις ζώων ή ουσιαστικές παρεμβάσεις.
Σε ερώτηση για τη γεωγραφική συγκέντρωση των μονάδων, ανέφερε ότι το 60-70% της αγελαδοτροφίας βρίσκεται συγκεντρωμένο σε μια συγκεκριμένη ζώνη, γεγονός που εξηγείται από ιστορικούς και οικονομικούς λόγους, αλλά σήμερα δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους. Πρότεινε αποσυμφόρηση και σταδιακή δημιουργία νέων ζωνών με καλύτερη διασπορά και αυξημένα μέτρα βιοασφάλειας, ακόμη και με αξιοποίηση κρατικής γης.
Αναφερόμενος στο χαλλούμι, διόρθωσε ότι το αρχικό σχέδιο προέβλεπε χρήση εγχώριων φυλών, ωστόσο στην πορεία δόθηκαν εξαιρέσεις και εισήχθησαν ξένες φυλές για αύξηση της παραγωγής. Αυτό, όπως είπε, οδήγησε σε εκτεταμένες επιμείξεις και απώλεια καθαρόαιμου ζωικού κεφαλαίου. Εκτίμησε ότι η μείωση της παραγωγής γάλακτος θα επηρεάσει την ποσότητα χαλλουμιού, ωστόσο υπάρχουν τρόποι διαχείρισης, ακόμη και μέσω ευρωπαϊκών εξαιρέσεων.
Τέλος, στάθηκε στους νέους κτηνοτρόφους, σημειώνοντας ότι, παρά τις δυσκολίες, υπάρχει δυναμική και διάθεση παραμονής στον κλάδο, εφόσον υπάρξει στήριξη και σοβαρός σχεδιασμός. Έφερε ως παράδειγμα το ιταλικό μοντέλο παραγωγής παρμεζάνας, όπου η ένταξη σε προγράμματα συνοδεύεται από αυστηρό σχεδιασμό και υψηλά κίνητρα. Κατέληξε ότι η κρίση μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία για μετάβαση σε ένα σύγχρονο, επιστημονικά τεκμηριωμένο μοντέλο κτηνοτροφίας, ικανό να αντέξει μελλοντικές προκλήσεις.
Διαβάστε επίσης:
Γεωργιάδου: «Να γίνει κατανοητό το νομικό πλαίσιο- Θα θανατωθούν τα ζώα» (vid)
Η συζήτηση στην εκπομπή «Πρωτοσέλιδο» επικεντρώθηκε στην εξέλιξη της κατάστασης με τον αφθώδη πυρετό στην Κύπρο και τις ενέργειες των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών. Η εκπρόσωπος των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, Σωτηρία Γεωργιάδου, ανέφερε ότι τα επιβεβαιωμένα κρούσματα ανέρχονται σε 42 και ότι η κατάσταση παρακολουθείται στενά. Η συζήτηση εστίασε στην επικοινωνία με τους κτηνοτρόφους, με έμφαση στην ανάγκη για σαφή και διαφανή ενημέρωση. Η κ. Γεωργιάδου τόνισε ότι οι κτηνοτρόφοι ενημερώνονται ατομικά και ομαδικά για τις απώλειες, τις απολυμάνσεις και τη στήριξη που θα λάβουν. Παρά τις διαβεβαιώσεις, επισημάνθηκε ότι ο τρόπος με τον οποίο μεταφέρονται τα μηνύματα μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις, καθώς οι κτηνοτρόφοι βρίσκονται σε δύσκολη οικονομική και ψυχολογική κατάσταση. Η κ. Γεωργιάδου διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε πρόθεση προσβολής και ότι η προτεραιότητα είναι η προστασία της δημόσιας υγείας και η αποφυγή περαιτέρω διάδοσης της νόσου.