Φανταστείτε για μια στιγμή αστυνομικούς να μην κυνηγούν εγκληματίες αλλά να προωθούν… ρολόγια. Και όμως, στα μέσα της δεκαετίας του 1960 η κυπριακή κοινή γνώμη βρέθηκε αντιμέτωπη με μια υπόθεση που έμοιαζε σχεδόν απίστευτη. Έγγραφα που δημοσιοποιήθηκαν στον Τύπο αποκάλυπταν ότι μέσα στην ίδια την Αστυνομία είχε οργανωθεί μια διαδικασία προώθησης ρολογιών προς τα μέλη της δύναμης. Η αποκάλυψη προκάλεσε πολιτική θύελλα. Οι εφημερίδες μιλούσαν για «σκάνδαλο», ζητούσαν παραιτήσεις από την ηγεσία της Αστυνομίας και το θέμα έφτασε μέχρι τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο.
Η ιστορία περιστρεφόταν γύρω από τα ρολόγια της γαλλικής εταιρείας LIP, μιας μάρκας ιδιαίτερα γνωστής στην Ευρώπη εκείνη την εποχή. Στην Κύπρο, η διάθεσή τους φαίνεται ότι συνδέθηκε με μια διαδικασία προώθησης προς τους αστυνομικούς, με φυλλάδια που τους ενημέρωναν για τη δυνατότητα αγοράς των ρολογιών με ευνοϊκούς όρους πληρωμής. Από μόνη της μια τέτοια εμπορική προσφορά δεν θα προκαλούσε ιδιαίτερη αίσθηση. Όμως η υπόθεση πήρε διαφορετική τροπή όταν προέκυψαν έγγραφα που έδειχναν ότι η προώθηση των ρολογιών γινόταν μέσα από την ίδια την υπηρεσιακή δομή της Αστυνομίας.
Το έγγραφο που πυροδότησε την έκρηξη δημοσιότητας έφερε ημερομηνία 9 Νοεμβρίου 1964 και απευθυνόταν προς αστυνομικούς διευθυντές επαρχιών και τμημάτων. Στην επιστολή γινόταν αναφορά στην αποστολή φυλλαδίων που αφορούσαν την αγορά των ρολογιών LIP και δίνονταν οδηγίες για την ενημέρωση των μελών της δύναμης. Η δημοσιοποίηση της επιστολής δημιούργησε αμέσως έντονες αντιδράσεις. Για πρώτη φορά διατυπωνόταν δημόσια η εντύπωση ότι η Αστυνομία εμπλεκόταν σε μια διαδικασία που έμοιαζε περισσότερο με εμπορική προώθηση παρά με υπηρεσιακή λειτουργία.
Ο Τύπος της εποχής αντέδρασε άμεσα και με έντονο τρόπο. Πρωτοσέλιδα έκαναν λόγο για «σκάνδαλο», ενώ δημοσιεύματα κατηγορούσαν την ηγεσία της Αστυνομίας ότι είχε επιτρέψει ή και ενθαρρύνει μια πρακτική που έθιγε το κύρος του σώματος. Σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές δημοσιογραφικές διατυπώσεις της περιόδου εμφανίστηκε ο τίτλος που έμελλε να συνοψίσει ολόκληρη την υπόθεση: «Η Αστυνομία - Πλασιέ». Η φράση αυτή αποτύπωνε με τον πιο απλό και αιχμηρό τρόπο το κλίμα της εποχής: ένα σώμα ασφαλείας παρουσιαζόταν να λειτουργεί σαν δίκτυο πώλησης προϊόντων.
Η δημόσια συζήτηση που ακολούθησε δεν περιορίστηκε στις λεπτομέρειες της αγοράς των ρολογιών. Το ζήτημα πήρε ευρύτερες διαστάσεις και συνδέθηκε με την αξιοπιστία των κρατικών θεσμών. Η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν τότε μόλις λίγα χρόνια μετά την ίδρυσή της και η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς αποτελούσε κρίσιμο στοιχείο για τη σταθερότητα του νέου κράτους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εικόνα μιας Αστυνομίας που εμφανιζόταν να εμπλέκεται σε εμπορικές δραστηριότητες θεωρήθηκε από πολλούς εξαιρετικά προβληματική.
Οι αντιδράσεις κλιμακώθηκαν γρήγορα. Δημοσιογράφοι και πολιτικοί σχολιαστές ζητούσαν εξηγήσεις από την ηγεσία της Αστυνομίας, ενώ ορισμένα δημοσιεύματα έφτασαν στο σημείο να ζητούν παραιτήσεις ανώτατων αξιωματικών. Η υπόθεση άρχισε να αποκτά σαφώς πολιτικό χαρακτήρα. Σε πρωτοσέλιδα της εποχής εμφανίζονταν φωτογραφίες των επικεφαλής της δύναμης και τίτλοι που καλούσαν για ανάληψη ευθύνης.
Σε αυτό το κλίμα έντασης, το ζήτημα έφτασε μέχρι τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Στον δημόσιο διάλογο διατυπώνονταν εκκλήσεις προς τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο να παρέμβει ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη προς την Αστυνομία. Η υπόθεση των ρολογιών είχε πλέον μετατραπεί από μια εσωτερική υπηρεσιακή υπόθεση σε θέμα που άγγιζε το κύρος του κράτους.
Με την πάροδο του χρόνου το σκάνδαλο άρχισε να υποχωρεί από την επικαιρότητα, καθώς άλλα γεγονότα και πολιτικές εξελίξεις κατέλαβαν τον δημόσιο διάλογο. Ωστόσο η ιστορία αυτή έμεινε χαραγμένη στη δημοσιογραφική μνήμη ως ένα από τα πιο παράξενα επεισόδια στην ιστορία της κυπριακής δημόσιας διοίκησης.
Σήμερα, περισσότερα από εξήντα χρόνια μετά, το περιστατικό μοιάζει σχεδόν απίστευτο. Και όμως, τα έγγραφα και τα πρωτοσέλιδα της εποχής δείχνουν πόσο έντονα είχε απασχολήσει την κοινωνία. Η υπόθεση των ρολογιών LIP δεν ήταν απλώς μια μικρή διοικητική διαμάχη. Ήταν μια στιγμή κατά την οποία η κοινή γνώμη δοκίμασε τα όρια της εμπιστοσύνης της προς έναν βασικό θεσμό του κράτους.
Ίσως γι’ αυτό και το περιστατικό συνεχίζει να προκαλεί ενδιαφέρον μέχρι σήμερα. Γιατί θυμίζει ότι ακόμη και μια φαινομενικά μικρή υπόθεση μπορεί να εξελιχθεί σε κρίση εμπιστοσύνης όταν αγγίζει το κύρος των θεσμών. Και στην περίπτωση εκείνη, το ερώτημα που κυριαρχούσε στον δημόσιο διάλογο ήταν απλό αλλά αποστομωτικό:
Πώς βρέθηκε η Αστυνομία να κατηγορείται ότι λειτουργούσε ως… «διακινητής» ρολογιών;
Του Κρίστοφερ Πιτσιλλίδη
Ιστοριοδίφη της Συλλογικής Μνήμης του Εφημεριδικού Τύπου
When the Police Became… Watch Salesmen
An unusual case came to light in Cyprus in the mid-1960s: the Police allegedly organized a network to promote LIP watches to its members. The revelation caused a political storm, with the press talking about a “scandal” and demanding resignations from the police leadership. The case began with the sending of leaflets to police officers, informing them of the possibility of purchasing the watches on favorable terms. However, the publication of a document showing that the promotion was taking place through the police's service structure triggered the crisis. The press of the time reacted strongly, characterizing the Police as “salesmen” and questioning the prestige of the force. The case was linked to the credibility of state institutions, as Cyprus was a newly established democracy and trust in institutions was vital. The public debate that followed focused on the ethical dimension of the case and the need for transparency and accountability. The case reached the President of the Republic, Archbishop Makarios, and provoked strong reactions from politicians and journalists.