Του Πατριάρχη
Η σύγκριση του Φειδία Παναγιώτου με την Ιλόνα Στάλερ (Τσιτσιολίνα) υπήρξε ομολογουμένως ατυχής, όχι επειδή ο Φειδίας αξίζει πολιτικά κάτι περισσότερο από μια σκληρή κριτική, αλλά επειδή τέτοιες παρομοιώσεις βολεύουν αφάνταστα το αφήγημα που ο ίδιος καλλιεργεί. Δηλαδή ότι δήθεν δέχεται επίθεση από ένα παλιό, κακό, μοχθηρό σύστημα που τρέμει τη νέα του πολιτική, δήθεν ανακάλυψη της «Άμεσης Δημοκρατίας». Με τέτοιες συγκρίσεις όμως δεν αποδομείς το φαινόμενο. Του χαρίζεις σκηνικό αντίστασης και στην πολιτική, ως γνωστόν, οι πρόχειροι αντιστασιακοί βγαίνουν συχνά από το εργαστήριο της γελοιότητας.
Ο Φειδίας δεν χρειάζεται αντίπαλο που να τον παραμορφώνει, γιατί αρκεί να καταγραφεί αυτό που ο ίδιος παράγει. Θεωρεί, για παράδειγμα, «τεράστια επιτυχία» το ότι τράβηξε την προσοχή επειδή εμφανίστηκε με μύτη κλόουν ή με κράνος. Προφανώς δεν είναι πολιτική επιτυχία, αλλά φθηνό τέχνασμα δημοσιότητας. Αν αύριο ένας δημοσιογράφος μπει σε τηλεοπτικό στούντιο με μαγιό και βατραχοπέδιλα, επίσης θα γίνει θέμα. Το ερώτημα δεν είναι αν θα σε προσέξουν, αλλά γιατί θα σε προσέξουν. Θα σε προσέξουν για μια ιδέα, για μια πρόταση, για μια παρέμβαση ή για ένα νούμερο επαρχιακού τσίρκου. Στην περίπτωση του Φειδία, η απάντηση δυστυχώς δεν απασχολεί κανέναν.
Η σωστή σύγκριση λοιπόν δεν είναι με την Τσιτσιολίνα, αλά με τον Μπέπε Γκρίλο. Ο Γκρίλο έχτισε στην Ιταλία ένα «αντισυστημικό» κίνημα που πουλούσε επίσης «άμεση δημοκρατία» ως ψηφιακή αποκάλυψη, ενώ στην πράξη χρησιμοποιούσε την ηλεκτρονική πλατφόρμα Rousseau για επιλογή υποψηφίων, διαμόρφωση θέσεων και εσωτερικές ψηφοφορίες του Κινήματος Πέντε Αστέρων. Το μοντέλο αυτό παρουσιάστηκε ως συμμετοχική επανάσταση, αν και δέχθηκε έντονη κριτική για περιορισμένη διαφάνεια και συγκεντρωτικό έλεγχο., δηλαδή ότι συμβαίνει με την περίπτωση Φειδία Παναγιώτου.
Ο Φειδίας πουλά ως καινούργιο κάτι που αλλού δοκιμάστηκε ήδη και ξεφούσκωσε μέσα στις ίδιες του τις αντιφάσεις. Το ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι και στο επίπεδο του θεάματος ο Φειδίας πατάει στην ίδια συνταγή. Ο Γκρίλο επέστρεψε το 2024 με βίντεο πάνω σε νεκροφόρα, για να κάνει την κηδεία του Κινήματος 5 Αστέρων ελπίζοντας να τραβήξει πάλι την προσοχή. Δεν θα το έλεγε κάποιος και πολιτική σκέψη υψηλής στάθμης.
Ο Φειδίας ακολουθεί την ίδια ρότα, μόνο που το κάνει πιο άτσαλα.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι ότι ο Φειδίας είναι «ιδιαίτερος», το πρόβλημα είναι ότι εμφανίζει την επιπολαιότητα ως ανατροπή, το ψηφιακό κόλπο ως δημοκρατική καινοτομία και την πρόκληση ως πολιτικό σκέψη. Χρειάζεται όμως λίγη σοβαρότητα, η οποία είναι μια παραμελημένη αρετή η οποία αναζητείται στην εποχή των κινητών και της στιγμιαίας αποθέωσης. Δεν έχουμε απέναντί μας κάποιο ιδιοφυές καινούργιο ρεύμα. Έχουμε μια μίμηση και όχι από τις καλές. Ένα κακέκτυπο του γκριλισμού, προσαρμοσμένο στις συνήθειες μιας κοινωνίας που συχνά συγχέει το καλαμπούρι με την ουσία.
Όσοι θέλουν να τον αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά, δεν χρειάζονται άστοχες εξυπνάδες. Χρειάζονται ακρίβεια. Να δείχνουν τι λέει, τι κάνει, τι αντιγράφει και τι κρύβεται πίσω από το περιτύλιγμα της δήθεν «επανάστασης». Εκεί καταρρέει μόνος του και μάλιστα χωρίς βοήθεια.
Not Cicciolina, but Beppe Grillo
The author comments on the political scene and Pheidippos Panagiotou, dismissing the comparison to Cicciolina as unfortunate, as it reinforces Panagiotou's own narrative of oppression by the “system”. The author argues that the attention Panagiotou receives is due to cheap publicity stunts and not political ideas. He makes a more accurate comparison to Beppe Grillo, an Italian politician who also used “direct democracy” and digital platforms to create an “anti-system” movement, which however faced criticism for lack of transparency and centralized control. Panagiotou, according to the author, imitates Grillo, but with less success and more superficiality. The main problem is not Panagiotou's peculiarity, but the presentation of superficiality as subversion and provocation as political thought. The author calls for more seriousness and accuracy in dealing with the phenomenon.