Με αφορμή το σχετικό αφιέρωμα των Styx Film Encounters στον κινηματογράφο Πάνθεον με τίτλο: «Losing my religion» (αλλά και την προβολή της ταινίας «Παΐσιος») διερευνούμε τη στάση του σινεμά απέναντι στη θρησκεία. Μια σχέση πίστης, έμπνευσης, αμφισβήτησης, διακωμώδησης, αλλά και σκέτης αδιαφορίας.
Η θεία Αποκάλυψη, ή όταν βρέχει βατράχους στο Λος Άντζελες
Η τελευταία κατηγορία δεν θα μας απασχολήσει σήμερα, αν και αφορά στη μεγάλη πλειοψηφία των ταινιών. Βέβαια, αξίζει να θυμόμαστε πως ακόμα και δημιουργίες που γυρίζουν την πλάτη στο θρησκευτικό στοιχείο, ενίοτε φιλοξενούν -άμεσα ή έμμεσα- διάφορα υπαρξιακά ερωτήματα και θεματικές. Για παράδειγμα, οι ταινίες με υπερήρωες αντικρύζουν το υπερφυσικό μέσα από τον φακό του νιτσεϊκού «υπερανθρώπου».
Με τον ίδιο τρόπο, τα horror-movies μπορούν να εκληφθούν και ως απεχθής, οπτικοακουστική πραγματεία γύρω από τη φύση του κακού. Ενώ, πιο βαθυστόχαστες δημιουργίες, όπως το «Magnolia» του Πολ Τόμας Άντερσον, τείνουν να ενσωματώσουν το θαύμα στη ρεαλιστική, ανθρωποκεντρική ματιά τους. Με βάση τη δική τους οπτική, το να βρέχει βατράχους στο Λος Άντζελες είναι -κατά κάποιο τρόπο- μια θεϊκή παρέμβαση, προκειμένου να αλλάξουμε ζωή. Μια στιγμή Αποκάλυψης, σαν εκείνο το τεράστιο σαλάχι το οποίο κοιτάζει με τα θλιμμένα, νεκρικά μάτια του τον θεατή, στο φινάλε του «La Dolce Vita» (1958).
Ο Συμεών της Ερήμου και η… Dolce Vita του Μπράιαν
Αφού αναφέρθηκα στο αριστούργημα του Φεντερίκο Φελλίνι, αξίζει επίσης να θυμηθώ την περίφημη εισαγωγική σκηνή που δημιούργησε προβλήματα με το Βατικανό στον δημιουργό της. Το επίχρυσο άγαλμα του Χριστού, κρεμασμένο από ένα ελικόπτερο, να «αγκαλιάζει» τη μεταπολεμική Ρώμη, την ώρα που ο «ρεπόρτερ» Μαρτσέλο Μαστρογιάννι επιδίδεται στην αιώνια ιταλική τέχνη του φλερτ. Στο «Roma» του 1972, ο μαέστρος του σινεμά θα απογειώσει την κριτική της καθολικής εκκλησίας μέσα από μια φανταχτερή, φουτουριστική (και ολίγον τι κιτς) επίδειξη μόδας, εξαιρετικά αφιερωμένη σε εγωπαθείς καρδινάλιους.
Αλλά και ο Ισπανός Λουί Μπουνιουέλ δεν θα διστάσει να σατιρίσει το φαινόμενο της αγιοποίησης με το ανατρεπτικό «Simon of the Desert» (1965). Μονάχα ο πατέρας του κινηματογραφικού σουρεαλισμού θα είχε φανταστεί τον Συμεών το Στυλίτη να καπνίζει σε ένα μπαρ (αλλά όχι το «Ναυάγιο») εντελώς απρόσβλητος από το «ραδιενεργό» τέμπο της ροκ μουσικής.
Πάντως, η κορωνίδα της θρησκευτικής παρωδίας παραμένει το«Life of Brian» (1979) όπου οι Monty Python τραγουδούν, παρέα με όλους τους συσταυρωθέντες, για «τη φωτεινή πλευρά της ζωής».
Πάθη, θυσίες κι ένα γαϊδουράκι με το όνομα Βαλτάσαρ
Ο Μελ Γκίμπσον του «The Passion of the Christ» (2004) δεν χαρακτηρίζεται από αντίστοιχα ελαφρόμυαλη διάθεση. Εκεί, ο άλλοτε δημιουργός του «Braveheart» απεικονίζει τα Πάθη σοβαρά και ρεαλιστικά. Σε μια ταινία που μιλάει αρχαία αραμαϊκά, προσπαθεί να καταγράψει κάθε ρανίδα αίματος του Χριστού στα μαρτυρικά χώματα της Ιερουσαλήμ.
Εννοείται, βέβαια, πως τίποτα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί την πνευματικότητα του διαχρονικού, τηλεοπτικού «Jesus of Nazareth» (1977) του Φράνκο Τζεφιρέλι. Υπάρχει όμως και η αριστερή ματιά των γεγονότων, όπως την ανέδειξε ο (επίσης Ιταλός) Πιερ Πάολο Παζολίνι στο «The Gospel According to St. Matthew» (1964). Σε αυτήν φανερώνεται κάποια άλλη διάσταση του Ιησού: εκείνη του αξεπέραστου κοινωνικού επαναστάτη.
Η παραβολή του μυστικού δείπνου που είδαμε στο «Babette’s Feast» (1987) του Γκάμπριελ Άξελ κατάφερε επίσης να αρθρώσει ένα δυναμικό, αλλά και συγκινητικό κοινωνικό μήνυμα. Αυτή τη φορά, το όχημα της επανάστασης είναι στην κυριολεξία ο «άρτος και ο οίνος», κόντρα στην στείρα προτεσταντική ηθική του 19ου αιώνα. Στο μεταξύ, το επίσης δανέζικο «Ordet» (1955) του Καρλ Ντράγιερ είχε ήδη επιχειρήσει μια αντίστοιχα ενδοοικογενειακή παραβολή γύρω από την έννοια της θρησκευτικής πίστης, σε συνέχεια του βωβού αριστουργήματος «The Passion of Joan of Arc» (1928), αφιερωμένου στην μαρτυρική Ιωάννα της Λωραίνης.
Το «Au hasard Balthazar» (1966) του Γάλλου Ρομπέρ Μπρεσόν είναι η ταινία με το πιο απρόσμενο σύμβολο: ένα ταπεινό γαϊδουράκι με το βιβλικό όνομα Βαλτάσαρ γίνεται ο «αμνός του Θεού», βορά στα νύχια και στα δόντια άπληστων, αναίσθητων ανθρώπων.
Λογοκρισία, από τον «Τελευταίο Πειρασμό» ως τον «Αντρέι Ρουμπλιόφ»
Και φτάνουμε αισίως στην αιρετική, ή καλύτερα στη λογοκριμένη πλευρά των πραγμάτων. Αναλόγως χώρας και εποχής, το σινεμά μπορεί να αντιμετωπίσει ανυπέρβλητα προβλήματα, είτε έχει, ή δεν έχει «τον θεό του». Αρκεί να θυμηθούμε το «The Last Temptation of Christ» (1988) διά χειρός Μάρτιν Σκορτσέζε, την προκλητική κινηματογραφική διασκευή του γνωστού, «αφορισμένου» μυθιστορήματος του Νίκου Καζαντζάκη. Η φερόμενη «βλασφημία» επί της οθόνης -και ιδιαίτερα η σκηνή του ερωτικού πειρασμού – προκάλεσε πλήθος αντιδράσεων στην Αμερική και αλλού, καθιστώντας το φιλμ «persona non grata» για πολλές αίθουσες σε όλο τον πλανήτη.
Από την άλλη πλευρά, ούτε στην «άθεη» Σοβιετική Ένωση ήταν η καλύτερη ιδέα να φιλοτεχνήσεις -επί τρίωρο- το κινηματογραφικό πορτρέτο ενός Ρώσου αγιογράφου του 15ου αιώνα. Έτσι, πίσω στο 1966, ο Αντρέι Ταρκόφσκι έκανε την κεντρική επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος να ανατριχιάσει στη θέα του επικού «Andrei Rublev». Ευτυχώς, ούτε οι απαγορεύσεις, ούτε το ψαλίδι της λογοκρισίας, εμπόδισαν την κινηματογραφική ποίηση του Ταρκόφσκι να φτάσει στο πανί. Κάπως έτσι, γεννήθηκε ένας ύμνος στην καλλιτεχνική δημιουργία και η καλύτερη «θρησκευτική» ταινία όλων των εποχών…
Ελεύθερα, 1.2.2026
Philenews
Όταν το σινεμά (δεν) έχει τον Θεό του
Δημοσιεύτηκε Φεβρουάριος 5, 2026, 05:07
You Might Also Like
Philenews
Την οικογένεια δεν τη διαλέγουμε
Ιαν 27
Philenews
Το καημένο το παιδί, εμουντάραν να το φάνε!
Ιαν 28
Philenews
Ο Φειδίας είναι το σύμπτωμα της παρακμής
Ιαν 28
Philenews
Πήρε μόσχευμα άνδρα, έκανε σχέση με τη χήρα του και 12 χρόνια μετά… πέθανε με τον ίδιο τρόπο
Ιαν 30
Philenews
Ο ασπρομάλλης παππούς στο μνημόσυνο του Μάρκου Δράκου
Ιαν 31