Η δημόσια εκπαίδευση στην Κύπρο έχει ξεπεράσει προ πολλού το σημείο συναγερμού. Η καθημερινότητα στο δημόσιο σχολείο δεν θυμίζει πια έναν χώρο ήρεμης μάθησης και δημιουργίας, αλλά έναν διαρκή αγώνα αντοχής. Οι εκπαιδευτικοί βρίσκονται στην πρώτη γραμμή μιας κρίσης που δεν είναι μόνο παιδαγωγική, είναι κοινωνική, θεσμική και, πλέον, ζήτημα δημόσιας ασφάλειας.
Όταν το «βουνό» κουράστηκε να περιμένει
Η παροιμία λέει πως όταν ο Μωάμεθ δεν πάει στο βουνό, το βουνό πάει στον Μωάμεθ. Στη σημερινή κυπριακή πραγματικότητα, το «βουνό» είναι οι εκπαιδευτικοί και η ΠΟΕΔ. Είναι εκείνοι που σηκώνουν καθημερινά το βάρος και τις δυσκολίες της σχολικής ζωής: τη βία, την παραβατικότητα, τις απειλές, τις κακόβουλες και ανώνυμες καταγγελίες, την ψυχική φθορά.
Tο Υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας (ΥΠΑΝ), ωσάν «Μωάμεθ» αναγνωρίζει τα προβλήματα, τα καταγράφει σε εκθέσεις και στρατηγικά σχέδια, εκδίδει εγκυκλίους και οδηγούς «καλών πρακτικών», αλλά αδυνατεί, ή δεν τολμά, να προχωρήσει σε ουσιαστικές και τολμηρές τομές. Και όταν το Υπουργείο δεν κινείται, το βουνό αναγκάζεται να κινηθεί μόνο του «ακολουθώντας την ενδεδειγμένη διαδικασία, εξαντλώντας την ιεραρχία».
Η πραγματικότητα μέσα στα σχολεία
Τα φαινόμενα βίας και παραβατικότητας δεν αποτελούν πλέον μεμονωμένα γεγονότα. Λεκτικοί προπηλακισμοί, τραμπουκισμοί, ακόμη και σωματικές επιθέσεις από γονείς εντός σχολικού χώρου, περιστατικά επιθετικότητας μεταξύ μαθητών, απειλές και στοχοποίηση εκπαιδευτικών μέσω ανυπόστατων καταγγελιών.
Το σχολείο έχει μετατραπεί στον ύστατο κυματοθραύστη όλων των κοινωνικών παθογενειών. Καλείται πολλές φορές να διαχειριστεί οικογενειακά αδιέξοδα, ψυχοκοινωνικά προβλήματα, φαινόμενα εξάρτησης και ακραίες συμπεριφορές -χωρίς επαρκή θεσμική και επιστημονική στήριξη.
Η αναλογία εκπαιδευτικών ψυχολόγων παραμένει δραματικά ανεπαρκής. Οι δομές παρέμβασης λειτουργούν οριακά. Η Ομάδα Άμεσης Παρέμβασης καλείται να καλύψει τεράστιες ανάγκες με περιορισμένους ανθρώπινους και υλικούς πόρους. Το αποτέλεσμα; Η ευθύνη μετατίθεται ξανά και ξανά και ξανά και ξανά… στον μάχιμο εκπαιδευτικό του σχολείου.
Ο δάσκαλος καλείται να είναι ταυτόχρονα παιδαγωγός, κοινωνικός λειτουργός, διαμεσολαβητής κρίσεων και «ασπίδα» απέναντι σε φαινόμενα που υπερβαίνουν κατά πολύ τον ρόλο του.
Πολλά λόγια, λίγες λύσεις
Η αντιμετώπιση της κρίσης δεν μπορεί να εξαντλείται σε ευχολόγια και επικοινωνιακές διακηρύξεις ότι «το σχολείο αλλάζει». Δεν μπορεί να περιορίζεται σε εγκυκλίους εκατοντάδων σελίδων, όταν η καθημερινότητα απαιτεί άμεσες, δομικές παρεμβάσεις.
Όταν οι αποτυχίες της εκπαιδευτικής πολιτικής φορτώνονται στους ίδιους τους εκπαιδευτικούς, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο διοικητικό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Η σχολική βία δεν είναι αποτέλεσμα «κακής διαχείρισης» από τον εκπαιδευτικό. Είναι κοινωνικό φαινόμενο που απαιτεί συντονισμένη κρατική πολιτική, επαρκή στελέχωση, σαφές νομικό πλαίσιο και ουσιαστική προστασία των λειτουργών της εκπαίδευσης.
Η ΠΟΕΔ έχει καταθέσει συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες προτάσεις:
· Μείωση του ανώτατου αριθμού μαθητών ανά τμήμα, ιδιαίτερα στην Προδημοτική, στην Α’ Δημοτικού και σε τμήματα με αυξημένη παραβατικότητα.
· Μηδενισμό του διδακτικού χρόνου των Διευθυντών ώστε να μπορούν να διαχειρίζονται αποτελεσματικά κρίσεις.
· Αναβάθμιση και ενίσχυση της Ομάδας Άμεσης Παρέμβασης και του θεσμού των σχολικών συνοδών.
· Μέτρα ασφάλειας για τις σχολικές μονάδες, ώστε να περιοριστούν οι βανδαλισμοί και να ενισχυθεί το αίσθημα προστασίας.
Δεν πρόκειται για συντεχνιακά αιτήματα. Πρόκειται για ελάχιστες προϋποθέσεις λειτουργικής επιβίωσης του δημόσιου σχολείου.
Όταν η εργοδοτική αρχή δεν παρέχει πλήρη νομική κάλυψη στους εκπαιδευτικούς απέναντι σε κακόβουλες επιθέσεις και εκφοβισμό, όταν η ασφάλεια εντός και πέριξ των σχολικών μονάδων τίθεται εν αμφιβόλω, τότε το ζήτημα υπερβαίνει τα όρια της εκπαίδευσης.
Γι’ αυτό και η προσφυγή στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης δεν αποτελεί υπέρβαση ρόλου. Είναι αναγκαστική συνέπεια θεσμικού κενού. Εκεί όπου η συζήτηση δεν αφορά πια «καλές πρακτικές», αλλά νομική θωράκιση, σαφή όρια και εφαρμογή του νόμου.
· Μπορεί ένας εκπαιδευτικός να εργάζεται χωρίς φόβο;
· Μπορεί ένα σχολείο να λειτουργεί υπό καθεστώς διαρκούς απειλής;
· Μπορεί η Πολιτεία να απαιτεί ευθύνη χωρίς να παρέχει προστασία;
Η ευθύνη της Πολιτείας
Το βουνό δεν μπορεί να μετακινείται επ’ άπειρον. Κανένα σύστημα δεν αντέχει να λειτουργεί μόνο με φιλότιμο και αυτοθυσία. Η Πολιτεία οφείλει να σταθεί δίπλα στο δημόσιο σχολείο όχι με διακηρύξεις, αλλά με πράξεις.
Η σχολική βία και παραβατικότητα δεν είναι ατομικό πρόβλημα. Είναι ζήτημα κοινωνικής συνοχής και θεσμικής ευθύνης. Αν το αρμόδιο Υπουργείο συνεχίσει να κωλυσιεργεί, το πρόβλημα θα διογκώνεται και θα μεταφέρεται σε άλλους θεσμούς.
Κάποια στιγμή, ο «Μωάμεθ» οφείλει να σηκωθεί. Γιατί αν το βουνό συνεχίσει να κινείται μόνο του, στο τέλος δεν θα απομείνει τίποτα όρθιο να στηρίξει το δημόσιο σχολείο.
*Γενικός Γραμματέας ΠΑΔΕΔ – Πρωτοπορία
«Όταν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, πάει το βουνό στο Μωάμεθ»
Η δημόσια εκπαίδευση στην Κύπρο αντιμετωπίζει σοβαρή κρίση, με αυξανόμενα περιστατικά βίας, παραβατικότητας και απειλών προς τους εκπαιδευτικούς. Οι εκπαιδευτικοί, μέσω της ΠΟΕΔ, αισθάνονται ότι αναλαμβάνουν το βάρος της διαχείρισης κοινωνικών προβλημάτων που ξεπερνούν τις παιδαγωγικές αρμοδιότητές τους. Το Υπουργείο Παιδείας, αν και αναγνωρίζει τα προβλήματα, κινείται με αργούς ρυθμούς και αδυνατεί να εφαρμόσει ουσιαστικές λύσεις. Η κατάσταση στα σχολεία έχει επιδεινωθεί, με λεκτικούς και σωματικούς τραμπουλισμούς, επιθέσεις από γονείς και στοχοποίηση εκπαιδευτικών μέσω ανώνυμων καταγγελιών. Το σχολείο έχει μετατραπεί σε έναν χώρο που καλείται να αντιμετωπίσει οικογενειακά προβλήματα, ψυχοκοινωνικές δυσκολίες και φαινόμενα εξάρτησης, χωρίς επαρκή στήριξη. Η έλλειψη ψυχολόγων και η ανεπαρκής λειτουργία των δομών παρέμβασης επιβαρύνουν περαιτέρω τους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι καλούνται να διαχειριστούν κρίσεις και να λειτουργήσουν ως κοινωνικοί λειτουργοί και διαμεσολαβητές. Η ευθύνη μετατίθεται συνεχώς στους εκπαιδευτικούς, χωρίς να αντιμετωπίζονται οι βαθύτερες αιτίες του προβλήματος. Η ΠΟΕΔ έχει καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης, αλλά η επίλυση του προβλήματος απαιτεί συντονισμένη κρατική πολιτική, επαρκή στελέχωση, σαφές νομικό πλαίσιο και ουσιαστική προστασία των εκπαιδευτικών. Η αντιμετώπιση της κρίσης δεν μπορεί να περιορίζεται σε επικοινωνιακές διακηρύξεις και εγκυκλίους, αλλά απαιτεί άμεσες και δομικές παρεμβάσεις.