Ο διαδικτυακός διάλογος γύρω από τις ταινίες έχει καλλιεργήσει σιωπηλά ένα πανούργο νέο είδος συζήτησης και η απόδειξη βρίσκεται στο απρόσκοπτο πλαίσιο των εφαρμογών, όπως το Letterboxd. Μια ταινία τελειώνει, οι τίτλοι πέφτουν και, πριν ακόμη σχηματιστεί η επίγευσή μας, καλούμαστε να βαθμολογήσουμε, να καταγράψουμε, να κάνουμε like, να αξιολογήσουμε, να καταχωρίσουμε, να ακολουθήσουμε. Η περιγραφή της εν λόγω πλατφόρμας είναι απόλυτα διαφανές: ένα ημερολόγιο για την κινηματογραφική σας ζωή, ένα μέρος για να μοιράζεστε τις αντιδράσεις σας, να κρατάτε λίστες παρακολούθησης και να δείχνετε την αγάπη σας με ένα «μου αρέσει».
Αυτό θα ήταν απλώς χαριτωμένο -ένας κατάλογος παρακολούθησης για την εποχή του streaming- αν δεν ήταν και ένα σύμπτωμα. Αυτό που μοιάζει με ένα αβλαβές κοινωνικό λεύκωμα είναι, στην πράξη, ένα από τα κύρια στάδια στα οποία διεξάγεται η σύγχρονη συζήτηση για τον κινηματογράφο. Και αυτό θέτει ένα δυσάρεστο, χαρακτηριστικό ερώτημα για τη δεκαετία του 2020: αυτές οι νέες μορφές συζήτησης για τις ταινίες είναι κριτική ή απλώς μαζική διάδοση απόψεων με τον πιο πιασάρικο τρόπο;
Μπορούμε να απαντήσουμε χωρίς να χλευάζουμε τους χρήστες ή να αγιοποιούμε τους επικριτές. Όλοι έχουν δικαίωμα σε μια αντίδραση - ο κινηματογράφος ήταν πάντα ένα Μέσο που τις δημιουργούσε. Ένας θεατής που περνάει δύο ώρες με μια ταινία θα βγει με τουλάχιστον μία άποψη, ακόμα κι αν είναι μόνο «αξίζει/δεν αξίζει». Υπό αυτή την έννοια, η άποψη είναι εκ φύσεως δημοκρατική: το κοινό αποφασίζει τι διατηρείται, τι εξαφανίζεται, τι γίνεται μια φράση που επαναλαμβάνουμε μέχρι να παγιώσει ως «κλασική».
Αλλά η κριτική, τουλάχιστον στις πιο σοβαρές εκφάνσεις της, δεν ήταν ποτέ απλώς η εξάσκηση του δικαιώματος να αντιδράσει κανείς. Είναι μια εμπεριστατωμένη και εξασκημένη πειθαρχία. Αν η κοινή γνώμη είναι σαν καιρικές συνθήκες, τότε η κριτική είναι η μετεωρολογία. Η δουλειά του κριτικού, στην καλύτερη περίπτωση, δεν είναι να μεταδίδει απλά μια άποψη, αλλά να δίνει το παράδειγμα του πώς να βλέπει κανείς: να προσφέρει το πλαίσιο, να παρατηρεί τη μορφή, να διατυπώνει σαφείς ισχυρισμούς, να θέτει την ορθή προοπτική μέσω της οποίας αντιλαμβανόμαστε ένα έργο.
Υπάρχουν ακόμη ανάμεσά μας επαγγελματίες κριτικοί, άνθρωποι που πληρώνονται (και επιμελούνται) για να κάνουν ακριβώς αυτό πριν από μια νέα κυκλοφορία - όχι ως πολιτιστικοί ειδήμονες τους οποίους οφείλουμε να αντιλαλούμε τυφλά, αλλά ως τεχνίτες των οποίων η δουλειά μπορεί να ανεβάσει το επίπεδο με το οποίο συζητούμε ένα νέο έργο.
Γιατί λοιπόν αυτός ο θεσμός φαίνεται ασταθής; Επειδή οι ανησυχίες που στοιχειώνουν τις διαδικτυακές συζητήσεις για τις ταινίες δεν αφορούν πραγματικά το αν οι χρήστες γράφουν αστεία σχόλια για likes κάτω από το «Taxi Driver». Το βασικό πρόβλημα είναι η ομοιογένεια - η οποία, παραδόξως, αναδύεται την ίδια στιγμή όπου οι επιλογές μας είναι απεριόριστες. Η «μονοκαλλιέργεια» είναι η ελεγεία που ψάλλουν οι άνθρωποι που θυμούνται τον παλιό καλό καιρό: λίγες ταινίες που έβγαιναν κάθε εβδομάδα, λίγες εκπομπές που μεταδίδονταν σε καθορισμένες ώρες, singles που έφταναν στο ραδιόφωνο σαν ραντεβού σε ένα κοινό ημερολόγιο. Ό,τι άλλο και αν είχε λάθος αυτός ο κόσμος (και είχε πολλά λάθη), είχε μια μορφή πολιτιστικής συνοχής. Η συζήτηση γινόταν σε έναν κοινόχρηστο χώρο.
Φυσικά, είναι εύκολο να ρομαντικοποιήσουμε εκείνες τι εποχές. Ωστόσο, κάτι έχει αλλάξει προς την αντίθετη κατεύθυνση, πέρα από τον απλό πλουραλισμό και προς την αλγοριθμική ατομικοποίηση. Το «περιεχόμενο» δεν είναι μόνο αυτό που παρακολουθούμε, είναι ένα επιχειρηματικό μοντέλο, ένας τρόπος μετατροπής του χρόνου, της προσοχής και των προβλέψεων σε έσοδα. Και οι πλατφόρμες που βασίζονται στην εξατομίκευση σχεδιάζονται συνήθως με βάση μετρήσιμα σχήματα αφοσίωσης -ώρα παρακολούθησης, «μου αρέσει», κοινοποιήσεις- επειδή η αφοσίωση είναι αυτό που μπορεί να βελτιστοποιηθεί, να πωληθεί και να επαναληφθεί.
Αν αυτό ακούγεται κάπως αφηρημένο, γίνεται πιο σαφές όταν θυμόμαστε πως οι κυρίαρχες εταιρείες του διαδικτύου δεν φιλοξενούν απλώς τον πολιτισμό, αλλά τον διαμορφώνουν όλο και περισσότερο. Ο τρέχων αγώνας για την κερδοφορία της παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης προσθέτει λάδι στη φωτιά: περισσότερη αυτοματοποίηση, περισσότερες προβλέψεις, πιο ομαλή κατανάλωση, περισσότεροι τρόποι για να σας κρατήσουν γαντζωμένους. Ο ορισμός της Shoshana Zuboff για τον «καπιταλισμό της επιτήρησης» γίνεται ξεκάθαρος σε αυτό το σημείο: η ιδιωτική εμπειρία αντιμετωπίζεται ως πρώτη ύλη, μεταφράζεται σε δεδομένα συμπεριφοράς, υπολογίζεται σε προϊόντα πρόβλεψης και πωλείται σε αγορές που εμπορεύονται προβλέψεις για το τι θα κάνουμε στη συνέχεια.
Και τώρα φτάνουμε στην αντίφαση που διαστρεβλώνει την αντίληψή μας και τις συζητήσεις μας σχετικά με τις ταινίες και τα media που μας περιβάλλουν. Αν οι πλατφόρμες είναι τόσο αποφασισμένες να μας προσελκύσουν με ροές προσαρμοσμένες στις παρορμήσεις μας, γιατί παραμένουν τόσο εξαρτημένες από κάτι τόσο παλιομοδίτικο όπως η κοινωνική μετάδοση - το μοίρασμα, η ιογενής διάδοση, η συλλογική φυγή; Επειδή η εξατομίκευση δεν είναι ένα κλειστό κύκλωμα, αλλά τροφοδοτείται από το πλήθος. Η συντριπτική πλειοψηφία των χρηστών δεν δημιουργεί «περιεχόμενο» με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Δεν δημοσιεύουν άρθρα, ούτε γυρίζουν βίντεο.
Ωστόσο, εκπέμπουν τα σήματα που κρατούν το σύστημα σε λειτουργία: τα «μου αρέσει», τα σχόλια, οι αξιολογήσεις, οι ακολουθήσεις, οι κοινοποιήσεις. Τα συστήματα κατάταξης συνήθως σχεδιάζονται για να βελτιστοποιούν ακριβώς αυτές τις προτιμήσεις που συνθέτονται, σήματα αλληλεπίδρασης που μπορούν να μετρηθούν, να συγκριθούν και να ενισχυθούν.
Αυτό είναι το πλαίσιο στο οποίο η διαδικτυακή μας δραστηριότητα στρεβλώνεται. Δεν είναι μόνο ότι μια ενέργεια αλλάζει αυτό που βλέπεις, αλλά και αυτό που βλέπουν οι άλλοι μέσω εσένα. Η διεπαφή σε κάνει να συνειδητοποιείς τη δραστηριότητα των άλλων και αυτή η συνειδητοποίηση επηρεάζει και τη δική σου. Όταν γνωρίζεις ότι ένα like σου μπορεί να εμφανιστεί στο feed κάποιου άλλου, αρχίζεις να επιμελείσαι τις μικρο-ενέργειές σου: όχι μόνο αυτό που σκέφτεσαι, αλλά και αυτό που φαίνεται ότι σκέφτεσαι. Πριν το καταλάβεις, κάνεις like στρατηγικά, σχολιάζεις επιδεικτικά - ζεις σαν κάθε σου κίνηση να είναι δημόσιο αρχείο.
Έτσι, ακόμη και οι αντιδράσεις γίνονται ένα είδος περιεχομένου. Και όταν οι αντιδράσεις γίνονται περιεχόμενο, γίνονται προϊόντα. Εισάγονται σε μια αγορά στην οποία η ορατότητα είναι το έπαθλο και η προσοχή το νόμισμα. Για να είμαστε ξεκάθαροι: δεν κρούουμε τον κώδωνα για κάποιο ηθικό πανικό που αφορά «τα παιδιά της σημερινής εποχής». Πρόκειται για μια δομική παρατήρηση περί των κινήτρων που διέπουν τις συνθήκες και τους όρους των διαδικτυακών μας δραστηριοτήτων.
Εάν μια πλατφόρμα μπορεί να μεταφράσει τις πιο απλές δράσεις μας σε συμπεριφορικό πλεόνασμα, τότε η πλατφόρμα έχει κάθε λόγο να πολλαπλασιάσει τις ευκαιρίες για δράση: περισσότερες προτροπές, περισσότερα εμβλήματα, περισσότερες ωθήσεις για να αντιδράσετε τώρα - αντί να το αφήσετε για αργότερα.
Δεν είναι λοιπόν περίεργο που η απόσπαση της προσοχής μοιάζει πλέον λιγότερο με αποτυχία της θέλησης και περισσότερο με ένα εσκεμμένο δεοντολογικό περιβάλλον. Δεν μπορείς καν να παρακολουθήσεις ένα σύντομο βίντεο «μόνο του» χωρίς να νιώσεις την έλξη της παρακολούθησης των σχολίων, της κορυφαίας απάντησης, της κοινής κρίσης. Η δεύτερη οθόνη δεν είναι μια ξεχωριστή συσκευή, είναι μια νοοτροπία. Ακόμη και στην κοινωνική ζωή εκτός διαδικτύου, η παρόρμηση να μετατρέψουμε την εμπειρία σε διαδικτυακό ίχνος -να ακολουθήσουμε τον νέο γνωστό, να δημοσιεύσουμε την τοποθεσία, να υποσχεθούμε να στείλουμε τον σύνδεσμο, να πλαισιώσουμε την ανάμνηση ως κάτι που μπορεί να μοιραστεί- γίνεται όλο και πιο αυτόματη.
Εδώ είναι που το Letterboxd επιστρέφει ως κάτι περισσότερο από ένα μεμονωμένο παράδειγμα, γίνεται μια παραβολή με κομψή τυπογραφία. Στο χαρτί, αναδεικνύει τις «ορθότερες» κριτικές και ακόμη έχει αγκαλιαστεί από ορισμένους επαγγελματίες κριτικούς. Στην πράξη, η δημοφιλής χρήση του συχνά μοιάζει με πεδίο σχολίων σαν και η κάθε ταινία ήταν ένα περαστικό reel: πνευματώδη επιγράμματα, προβολές ταυτότητας, γρήγορες κρίσεις - εν κατακλείδι, η κοινή ευχαρίστηση του να σε βλέπουν να αντιδράς.
Η κλίμακα της επιρροής του δεν είναι έμφυτα κακή, βασίζεται απλώς σε μια τεχνολογία ποσοτικοποίησης. Αλλά η ποσοτικοποίηση δεν είναι ποτέ ουδέτερη, όταν γίνεται η κυρίαρχη γραμματική μέσω της οποίας μιλάμε για την τέχνη.
Να αναγνωρίσουμε στο Letterboxd ότι αποδεικνύει πως κάποιοι άνθρωποι το χρησιμοποιούν για να δραπετεύσουν τους κλοιούς των μεγαλύτερων κοινωνικών δικτύων: μπορεί να φαίνεται «αντι-αλγοριθμικό», πιο ανθρώπινο, λιγότερο τοξικό, πιο εκλεπτυσμένο. Ακόμη και τα mainstream Μέσα Ενημέρωσης έχουν επισημάνει την ελκυστικότητά του ως ενός συγκριτικά πιο ήρεμου χώρου - χωρίς ατελείωτη κύλιση, χωρίς ριζοσπαστικοποίηση, μια κοινότητα που βασίζεται στο γούστο και όχι στην οργή. Και το σκέλος συμμετοχής δεν είναι ασήμαντο: εκατομμύρια μέλη, εκατοντάδες εκατομμύρια αξιολογήσεις, είναι πλέον ένα πελώριο αρχείο καταγραφής συναισθημάτων και ανταποκρίσεων το οποίο περιστρέφεται γύρω από την παρακολούθηση ταινιών.
Θα μπορούσε κάτι τέτοιο να μας βγει καθαρά θετικό; Ένα εργαλείο που ωθεί τους ανθρώπους να πάνε στο σινεμά και να ανακαλύψουν ταινίες πέρα από τις αλγοριθμικές τους προτιμήσεις είναι, κατ' αρχήν, αξιοθαύμαστο. Μια πλατφόρμα που μετατρέπει την παρακολούθηση ταινιών σε κοινωνική πρακτική, κάτι που κάνεις με άλλους, ακόμη και ασύγχρονα, μπορεί να αναζωογονήσει την αίσθηση της κοινής κουλτούρας. Αλλά το ζήτημα δεν είναι να αυξάνεται η συμμετοχή.
Το ζήτημα είναι, τι είδους συμμετοχή έχουμε εξοικειωθεί στο να επιτελούμε; Αν η συμμετοχή μεσολαβείται κυρίως μέσω εμπορευματοποιημένων αντιδράσεων, τότε το «να μιλάμε για ταινίες» κινδυνεύει να γίνει λιγότερο μια αλληλεπίδραση με τον κινηματογράφο και περισσότερο μια συνάντηση με τις εντυπώσεις των άλλων - αντίδραση πάνω σε αντίδραση, μέχρι που η ίδια η ταινία να γίνει το πιο περιττό στοιχείο της διαδικασίας.
Σε αυτό το στάδιο, ίσως δεν είναι καν σωστό να κατηγορούμε τη μειωμένη διάρκεια προσοχής. Η βαθύτερη παρόρμηση είναι η ανάγκη που μας δημιουργείται να διαβάζουμε πιο επιφανειακά, να καταγράφουμε περισσότερα, να αξιολογούμε γρηγορότερα - να καταναλώνουμε όχι μόνο ταινίες, αλλά και την κοινωνική δράση γύρω από αυτές. Όταν κάθε ταινία περιβάλλεται από μια άμεσα προσβάσιμη χορωδία, υποκύπτουμε στον πειρασμό του να προ-γράψουμε την κρίση μας για να καλύψουμε τη μια θέαση και να προχωρήσουμε το συντομότερο στην επόμενη. Ο θεατής ήδη συνθέτει το λεκτικό που θα αναρτήσει στο Letterboxd σαν ακόμη βλέπει την ταινία.
Δεν έχουμε διάλογο έτσι. Έτσι έχουμε αλλοτρίωση και εμπορευματοποίηση των ίδιων μας των σκέψεων. Εν τω μεταξύ, ο ρόλος που κάποτε διαδραμάτιζε η επαγγελματική κριτική -καθοδήγηση, συζήτηση, ερμηνευτική εκπαίδευση- έχει αποδυναμωθεί, όχι συνωμοτικά, αλλά επειδή δεν χωράει πλέον στο υφιστάμενο οικοσύστημα. Δεν αναμένουμε πλέον τη σοβαρή κριτική ως τελετουργικό κομμάτι της κινηματογραφικής εμπειρίας, εφόσον αποτεινόμαστε σε ένα διαδικτυακό σμήνος. Ο καθένας έχει μια πλατφόρμα, ο καθένας αναζητά επικύρωση μέσω αυτής.
Υπάρχουν περισσότερα πράγματα να δούμε από όσα μπορούμε να δούμε, οπότε αφήνουμε τα συστήματα προτάσεων να μας προτείνουν ό,τι «μας ταιριάζει» και το ονομάζουμε ελευθερία. Παρά την παθητικότητα που μας διέπει, δεν ήμασταν ποτέ πιο παραγωγικοί, δημιουργώντας αξία, σημασία και δεδομένα για τα συστήματα που κερδίζουν από τη διαρκή συμβολή μας.
Τι πρέπει να γίνει λοιπόν; Ίσως το πρώτο βήμα είναι να αναγνωρίσουμε την πραγματική απώλεια: όχι τόσο την κοινωνική συνοχή, όσο την ακρίβεια της επικοινωνίας η οποία εξαρχής μας ευθυγράμμιζε. Η κριτική, όταν έχει σημασία, είναι μια αντι-οικονομία. Αρνείται την απαίτηση για άμεση αναγνωσιμότητα. Επιμένει ότι μια ταινία δεν είναι απλώς ένα ερέθισμα το οποίο οφείλει να μετρηθεί και να αξιολογηθεί. Στόχος δεν είναι να καταργηθεί η γρήγορη λήψη, αλλά να αποκατασταθεί μια ιεραρχία συνέπειας: να ανυψώνεται και να εκτιμιέται γράψιμο που να είναι ευανάγνωστο μεν, αλλά και που να ρισκάρει να απαιτεί περισσότερο χρόνο και σκέψη από τους αναγνώστες τους, ώστε να τους εμπλουτίσει και να τους εξοπλίσει με εφόδια για καλύτερη ανάλυση και καλύτερη συζήτηση.
Το Letterboxd, υπό αυτό το πρίσμα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί με δύο τρόπους. Μπορεί να είναι μια πλατφόρμα για επιδεικτικές εξυπνάδες, ένα μέρος όπου η ταινία γίνεται πρόσχημα για τη λεζάντα του καθενός. Ή, μπορεί να είναι ένα δημόσιο σημειωματάριο: ένα τεκμήριο της προσοχής που δόθηκε, μια ειλικρινής προσπάθεια να περιγράψουμε τι συνέβη, στην ταινία και σε εμάς, χωρίς να μετατρέπουμε την εμπειρία σε προϊόν. Η διαφορά δεν θα γίνει μόνο με τον ανασχεδιασμό μιας πλατφόρμας, αλλά κυρίως με την ηθική χρήσης της.
Στο κάτω κάτω, τα έργα μιλούν από μόνα τους. Δεν μας χρειάζονται εμάς να τα χαρακτηρίζουμε με ατάκες που διασκεδάζουν τον υπόλοιπο κόσμο. Τα χρειαζόμαστε εμείς για να βελτιώσουμε το πώς μιλούμε και πώς αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο μας.
Της ομάδας STYX Film Encounters
Τι πραγματικά συζητάμε όταν μιλάμε για ταινίες;
Το άρθρο εξετάζει την αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο συζητάμε για ταινίες, μετατοπίζοντας το επίκεντρο από την κριτική ανάλυση στην απλή καταγραφή και αξιολόγηση μέσω πλατφορμών όπως το Letterboxd. Ενώ η έκφραση άποψης είναι δημοκρατικό δικαίωμα, η συζήτηση αυτή κινδυνεύει να γίνει επιφανειακή και ομογενοποιημένη, χάνοντας την εμβάθυνση και την ανάλυση που προσφέρει η κριτική. Η κριτική, ως πειθαρχία, προσφέρει πλαίσιο και προοπτική, ενώ η απλή συλλογή απόψεων μπορεί να οδηγήσει σε μια «μονοκαλλιέργεια» γούστου. Ο συγγραφέας υπογραμμίζει την αξία των επαγγελματιών κριτικών, όχι ως αυθεντίες, αλλά ως τεχνίτες που μπορούν να βελτιώσουν την ποιότητα της συζήτησης για τον κινηματογράφο. Το άρθρο θέτει το ερώτημα αν οι νέες μορφές συζήτησης είναι πραγματική κριτική ή απλώς ένας τρόπος μαζικής διάδοσης απόψεων.
You Might Also Like
Νίκος Καραθάνος: Όσο πιο γνωστός νομίζεις ότι είσαι, τόσο η ζωή διαφεύγει
Φεβ 2
Να σταθείς
Φεβ 2
Θοδωρής Βουτσικάκης: Η σχέση μου με τη μουσική γίνεται πια πιο συνειδητή
Φεβ 2
ΦΑΚΕΛΟΣ / Ζώντας με την άνοια στην Κύπρο: Οι «αόρατοι» ασθενείς και η μοναξιά των φροντιστών
Φεβ 8