Σε ουσιώδη αναθεώρηση πρωτόδικης απόφασης προχώρησε το Εφετείο, καταλήγοντας ότι εργοδότρια εταιρεία φέρει αποκλειστικά την ευθύνη για σοβαρό εργατικό ατύχημα που οδήγησε σε μόνιμη αναπηρία εργαζομένου, απορρίπτοντας την ύπαρξη οποιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας εκ μέρους του τελευταίου.
Συγκεκριμένα, η υπόθεση εκκινεί από τα γεγονότα της 5ης Σεπτεμβρίου 2006. Ο ενάγων, τότε 49 ετών, εργαζόταν ως πωλητής αυτοκινήτων στην εναγόμενη εταιρεία. Το απόγευμα της επίμαχης ημέρας, κατόπιν οδηγιών του διευθυντή της εταιρείας, μετέβη μαζί με άλλο πρόσωπο, τον R., στην οικία του τελευταίου για να παραλάβουν ένα ξύλινο τραπέζι που βρισκόταν στη βεράντα. Η εντολή δεν περιοριζόταν απλώς στη μεταφορά του τραπεζιού αλλά συνοδευόταν από συγκεκριμένες οδηγίες: να χρησιμοποιήσουν όχημα της εταιρείας, να συνεργαστούν μεταξύ τους για τη μεταφορά και –κυρίως– να στερεώσουν με κολλητική ταινία το γυαλί που κάλυπτε την επιφάνεια του τραπεζιού, ώστε να αποφευχθεί θραύση κατά τη μετακίνηση.
Οι δύο άνδρες συμμορφώθηκαν πλήρως με τις οδηγίες. Τοποθέτησαν κολλητική ταινία σε οκτώ έως δέκα σημεία της επιφάνειας του γυαλιού και επιχείρησαν να μεταφέρουν το τραπέζι από τη βεράντα προς το όχημα. Η διαρρύθμιση του χώρου αποδείχθηκε καθοριστική: η βεράντα ήταν υπερυψωμένη, με στηθαίο και στενή πρόσβαση μέσω σκαλοπατιών που δεν επέτρεπαν τη διέλευση του τραπεζιού. Ως εκ τούτου, επιλέχθηκε η ανύψωση του τραπεζιού πάνω από το στηθαίο.
Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, και ενώ ο ενάγων βρισκόταν στο τελευταίο σκαλοπάτι κρατώντας τη μία πλευρά, ο R., που κρατούσε την άλλη, επιχείρησε να περάσει το τραπέζι με τρόπο που προκάλεσε κλίση του. Το πόδι του τραπεζιού χτύπησε στο στηθαίο, το γυαλί έσπασε και θραύσμα εκτινάχθηκε προς τον ενάγοντα, προκαλώντας σοβαρό τραυματισμό στον δεξί καρπό.
Ο τραυματισμός ήταν εξαιρετικά βαριάς μορφής. Διαπιστώθηκε πλήρης αποκοπή καμπτήρων τενόντων, σοβαρή βλάβη σε αρτηρίες (κερκιδιαία και ωλένια) και εκτεταμένη νευρική βλάβη. Ακολούθησαν άμεσες χειρουργικές επεμβάσεις, μικροχειρουργικές αποκαταστάσεις, μακρά περίοδος φυσιοθεραπείας και δεύτερη επέμβαση δύο χρόνια αργότερα για αντιμετώπιση νευρωμάτων. Παρά τη θεραπευτική προσπάθεια, η κατάσταση κατέληξε σε μόνιμη: ο ενάγων παρουσίαζε ατροφία μυών, απώλεια αισθητικότητας, αδυναμία εκτέλεσης λεπτών κινήσεων και σοβαρό λειτουργικό περιορισμό του δεξιού χεριού.
Η διαφορά ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου επικεντρώθηκε όχι μόνο στις συνθήκες του ατυχήματος αλλά και στον σκοπό της μεταφοράς. Ο ενάγων υποστήριξε ότι ενεργούσε αποκλειστικά στο πλαίσιο της εργοδότησής του, εκτελώντας εντολές. Αντίθετα, η εταιρεία προέβαλε ότι ο εργαζόμενος ενεργούσε για προσωπικούς λόγους, υποστηρίζοντας ότι είχε συμφωνήσει να αγοράσει το τραπέζι.
Το πρωτόδικο δικαστήριο, μετά από εκτενή αξιολόγηση της μαρτυρίας, απέρριψε την εκδοχή της εταιρείας. Έκρινε τον ενάγοντα αξιόπιστο μάρτυρα, με συνεκτική και πειστική αφήγηση, ενώ χαρακτήρισε τη μαρτυρία του διευθυντή της εταιρείας ως αντιφατική και κατασκευασμένη. Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στο γεγονός ότι η εκδοχή περί αγοράς του τραπεζιού αναιρέθηκε από αντικειμενικά στοιχεία, όπως η πρόσφατη αγορά άλλου τραπεζιού από τον ενάγοντα.
Το δικαστήριο κατέληξε ότι η μεταφορά του τραπεζιού αποτελούσε εργασία που ανατέθηκε από τον εργοδότη στο πλαίσιο της απασχόλησης, παρά το γεγονός ότι δεν ενέπιπτε στα συνήθη καθήκοντα πωλητή αυτοκινήτων. Περαιτέρω, έκρινε ότι ο εργοδότης παρέβη το καθήκον επιμέλειας, δίνοντας επικίνδυνες και ακατάλληλες οδηγίες: η στερέωση του γυαλιού με ταινία δεν συνιστούσε ασφαλή μέθοδο, ενώ η ενδεδειγμένη πρακτική θα ήταν η πλήρης αφαίρεσή του πριν από οποιαδήποτε μετακίνηση.
Ωστόσο, το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι και ο εργαζόμενος έφερε μερική ευθύνη, καθώς θα μπορούσε να αντιληφθεί τον κίνδυνο και να προβεί σε διαφορετικές ενέργειες. Καταλόγισε έτσι συντρέχουσα αμέλεια 25% στον ενάγοντα και 75% στην εργοδότρια.
Και οι δύο πλευρές προσέφυγαν στο Εφετείο. Η εταιρεία αμφισβήτησε την αξιολόγηση της μαρτυρίας, την ύπαρξη ευθύνης και το ύψος των αποζημιώσεων, ενώ ο ενάγων, μέσω αντέφεσης, ζήτησε πλήρη απόδοση ευθύνης στον εργοδότη και αναθεώρηση των αποζημιώσεων.
Το Εφετείο επανέλαβε την πάγια αρχή ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ανήκει πρωτίστως στο πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο έχει το πλεονέκτημα της άμεσης επαφής με τους μάρτυρες. Παρέμβαση δικαιολογείται μόνο σε περιπτώσεις προδήλως εσφαλμένων ή αυθαίρετων ευρημάτων. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε ότι η αξιολόγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου ήταν πλήρως αιτιολογημένη και εύλογη.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στην απόρριψη της κατάθεσης του R., η οποία θεωρήθηκε εξ ακοής μαρτυρία και δεν έγινε δεκτή, καθώς ο ίδιος δεν κλήθηκε να καταθέσει, ενώ υπήρχαν ενδείξεις ότι είχε κίνητρο να αποκρύψει την αλήθεια λόγω πιθανής παράτυπης εργασιακής σχέσης.
Το κρίσιμο σημείο της εφετειακής κρίσης εντοπίζεται στην ανατροπή του καταμερισμού ευθύνης. Το Εφετείο θεώρησε ότι, υπό τα πραγματικά δεδομένα, δεν μπορούσε να αποδοθεί οποιαδήποτε αμέλεια στον εργαζόμενο. Υπογράμμισε ότι η εργασία ήταν εκτός των συνήθων καθηκόντων του και εκτελέστηκε κατόπιν ρητών οδηγιών του εργοδότη. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο εργαζόμενος εύλογα βασίζεται στις οδηγίες που λαμβάνει και δεν αναμένεται να προβεί σε ανεξάρτητη εκτίμηση κινδύνου ή να τις παρακούσει.
Το Εφετείο απέρριψε τη λογική ότι ο εργαζόμενος όφειλε να αφαιρέσει το γυαλί, επισημαίνοντας ότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε ουσιαστικά απόρριψη των οδηγιών του εργοδότη. Τόνισε ότι το κρίσιμο σφάλμα εντοπίζεται αποκλειστικά στη μέθοδο που υποδείχθηκε από τον εργοδότη, η οποία ήταν εξ αρχής επικίνδυνη.
Κατά συνέπεια, κατέληξε ότι η ευθύνη για το ατύχημα βαραίνει εξ ολοκλήρου την εργοδότρια εταιρεία, ακυρώνοντας τον καταλογισμό συντρέχουσας αμέλειας.
Ως προς τις αποζημιώσεις, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη εκτίμηση. Το ποσό των €45.000 για γενικές αποζημιώσεις κρίθηκε εύλογο, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των τραυματισμών, τις πολλαπλές επεμβάσεις, τον παρατεταμένο πόνο και τις μόνιμες συνέπειες. Το δικαστήριο υπογράμμισε ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της δεδομένα και ότι προηγούμενες αποφάσεις λειτουργούν μόνο ως οδηγός.
Αναφορικά με την επαγγελματική ικανότητα, το Εφετείο συμφώνησε ότι ο ενάγων δεν κατέστη πλήρως ανίκανος να ασκεί το επάγγελμα του πωλητή αυτοκινήτων, αλλά υπέστη περιορισμούς σε δραστηριότητες που απαιτούν λεπτές χειρωνακτικές δεξιότητες. Ως εκ τούτου, η επιδίκαση €8.000 για μείωση της ικανότητας εργασίας κρίθηκε ορθή, όπως και η επιλογή κατ’ αποκοπήν αποζημίωσης αντί της μεθόδου πολλαπλασιαστή.
Το δικαστήριο απέρριψε επίσης αξιώσεις για απώλεια απολαβών, λόγω έλλειψης επαρκούς αποδεικτικού υλικού σχετικά με την οικονομική κατάσταση του ενάγοντος μετά το ατύχημα.
Η τελική κατάληξη της υπόθεσης ήταν η απόρριψη της έφεσης της εταιρείας και η μερική επιτυχία της αντέφεσης του εργαζομένου, αποκλειστικά ως προς το ζήτημα της ευθύνης. Η πρωτόδικη απόφαση τροποποιήθηκε ώστε να αποδοθεί το 100% της ευθύνης στην εργοδότρια, με αντίστοιχη αναπροσαρμογή των αποζημιώσεων επί πλήρους βάσης.
Στον ενάγοντα επιδικάστηκαν επιπλέον €5.500 για τα έξοδα της έφεσης και της αντέφεσης.
Η απόφαση αναδεικνύει με σαφήνεια ότι όταν εργοδότης αναθέτει εργασία –ιδίως εκτός των συνήθων καθηκόντων– φέρει αυξημένο καθήκον να παρέχει ασφαλείς και ορθές οδηγίες. Η ευθύνη δεν μπορεί να μετακυλίεται στον εργαζόμενο επειδή συμμορφώθηκε με τις οδηγίες αυτές, ακόμη και αν εκ των υστέρων αποδειχθούν επικίνδυνες. Πρόκειται για μια κρίση που ενισχύει την προστασία των εργαζομένων και επανατοποθετεί το βάρος της πρόληψης κινδύνου εκεί όπου ανήκει: στον εργοδότη.
Διαβάστε επίσης: Θανατηφόρο τροχαίο στη Λάρνακα- Νεκρός ο 52χρονος Νίκος Νικολάου
Στα δικαστήρια για σπασμένο γυαλί τραπεζιού- Δικαιώθηκε υπάλληλος στη Λεμεσό
Το Εφετείο δικαίωσε έναν εργαζόμενο στη Λεμεσό σε υπόθεση εργατικού ατυχήματος που συνέβη το 2006. Ο εργαζόμενος τραυματίστηκε σοβαρά κατά τη μεταφορά ενός τραπεζιού, κατόπιν οδηγιών του διευθυντή της εταιρείας. Το δικαστήριο έκρινε ότι η εταιρεία φέρει αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα, απορρίπτοντας την ύπαρξη οποιασδήποτε αμέλειας εκ μέρους του εργαζομένου. Το ατύχημα συνέβη όταν ο εργαζόμενος και ένας συνάδελφός του προσπαθούσαν να μεταφέρουν το τραπέζι από μια υπερυψωμένη βεράντα, με αποτέλεσμα να σπάσει το γυαλί και να τραυματιστεί ο εργαζόμενος στον καρπό. Ο τραυματισμός προκάλεσε μόνιμη αναπηρία, παρά τις επανειλημμένες χειρουργικές επεμβάσεις και φυσιοθεραπείες. Το Εφετείο αναθεώρησε την πρωτόδικη απόφαση, κρίνοντας ότι η εταιρεία δεν παρείχε ασφαλείς συνθήκες εργασίας και ότι οι οδηγίες που δόθηκαν ήταν επικίνδυνες.