Η υπόθεση της εμπλοκής ενός βουλευτή σε υπόθεση κατά της συντρόφου του και η μετέπειτα απόσυρση της καταγγελίας, πυροδότησε αντιδράσεις και άνοιξε τη συζήτηση κατά πόσον μπορούν οι Αρχές να συνεχίσουν τις έρευνες.
Η Νομική Υπηρεσία παρά την απόσυρση του παραπόνου κατά του βουλευτή Νίκου Σύκα, ζήτησε και πέτυχε την άρση της ασυλίας του για σκοπούς ανάκρισης. Ο «Φ» ζήτησε τις απόψεις επί του θέματος σε συνδυασμό με τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, από την τέως Επίτροπο Υγείας και Ασφαλείας Τροφίμων και πρώην προέδρου της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης Στέλλας Κυριακίδου, η οποία ξεκάθαρα αναφέρει ότι είναι υποχρέωση των Αρχών να συνεχίσουν την έρευνα. Μάλιστα τονίζει ότι η ευθύνη μετατοπίζεται πλέον από το φερόμενο ως θύμα στο κράτος. Παράλληλα παρατηρεί ότι η μη συμπερίληψη στο ψηφοδέλτιο ενός κόμματος ατόμου που ερευνάται, δεν αφορά στο τεκμήριο της αθωότητας αλλά είναι απόφαση που λαμβάνεται με πολιτικά και ηθικά κριτήρια.
Σύμφωνα με την κ. Κυριακίδου, η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης (Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης) για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, είναι σαφής στο ζήτημα της απόσυρσης καταγγελίας από το θύμα. Δεν επιτρέπει στα κράτη να εξαρτούν την ποινική διαδικασία αποκλειστικά από τη βούληση του θύματος. Στο Άρθρο 55, τονίζει, αναφέρεται ότι τα κράτη οφείλουν να διασφαλίζουν ότι η ποινική δίωξη συνεχίζεται ακόμη και αν το θύμα αποσύρει την καταγγελία του. Αυτό ισχύει ιδίως για σοβαρές μορφές βίας, όπως: ενδοοικογενειακή βία, σωματική βλάβη, σεξουαλική βία, βιασμός, απειλές και καταναγκασμός.
Περαιτέρω η τέως Επίτροπος παρατηρεί ότι η Σύμβαση αναγνωρίζει ότι τα θύματα συχνά αναγκάζονται ή πιέζονται να αποσύρουν καταγγελίες. Ταυτόχρονα αναγνωρίζει ότι η βία δεν είναι «ιδιωτική υπόθεση», αλλά ζήτημα δημόσιου συμφέροντος. Γι’ αυτό και η απόσυρση της καταγγελίας δεν πρέπει αυτομάτως να σταματά την ποινική διαδικασία. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι το θύμα έχει δικαίωμα να αποσύρει την καταγγελία του, όμως το κράτος μπορεί και οφείλει να συνεχίσει την έρευνα και πιθανόν τη δίωξη αν υπάρχουν επαρκή στοιχεία.
Η Σύμβαση δεν αφαιρεί τη φωνή του θύματος, προσθέτει η Στέλλα Κυριακίδου, αλλά μεταφέρει την ευθύνη από το φερόμενο θύμα στο κράτος, ώστε αυτό να μη «κουβαλά» μόνο του το βάρος της δίωξης. Στην Κύπρο, η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης έχει κυρωθεί και αποτελεί μέρος του νομικού πλαισίου για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας. Σύμφωνα με αυτήν, η Γενική Εισαγγελία και οι ανακριτικές Αρχές έχουν δυνατότητα και υποχρέωση να συνεχίσουν την ποινική διερεύνηση και δίωξη για κατηγορίες ενδοοικογενειακής βίας, σεξουαλικής επίθεσης ή άλλων καλυπτόμενων αδικημάτων ακόμη κι αν το «θύμα» αποσύρει την καταγγελία. Όμως, σημειώνει, η εφαρμογή της Σύμβασης εξαρτάται και από το πώς οι Αρχές διενεργούν την έρευνα και συγκεντρώνουν άλλα στοιχεία πέρα από την κατάθεση της παραπονούμενης.
Στην πράξη, δεν σημαίνει ότι κάθε υπόθεση αυτόματα θα προωθηθεί χωρίς τη θέληση του φερόμενου θύματος, αλλά οι Αρχές δεν πρέπει να την εγκαταλείψουν μόνο επειδή το θύμα αποσύρει την καταγγελία.
Πολιτική επιλογή ο αποκλεισμός
Ερχόμαστε τώρα στο επίμαχο θέμα ότι ο καταγγελλόμενος και ερευνώμενος είναι υποψήφιος βουλευτής. Ο ίδιος θέλει να κατέλθει ως υποψήφιος και προς τούτο προβάλλει την απόσυρση της καταγγελίας αλλά και επειδή απορρίπτει τα όσα του καταλογίζει η σύντροφος του.
Η κ. Κυριακίδου τοποθετείται επί τούτου αναφέροντας ότι η απόφαση ενός πολιτικού κόμματος να μην συμπεριλάβει στα ψηφοδέλτιά του ένα πρόσωπο που έχει καταγγελθεί για σωματική βία κατά της συντρόφου του, ακόμη και όταν η καταγγελία έχει αποσυρθεί, βασίζεται σε πολιτικά και θεσμικά κριτήρια και όχι σε νομική κρίση περί ενοχής.
Αυτός ο διαχωρισμός, προσθέτει η κ. Κυριακίδου, είναι απολύτως συμβατός τόσο με το τεκμήριο της αθωότητας όσο και με τις διεθνείς δεσμεύσεις, ιδίως τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης. Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να τονιστεί η διαφορά μεταξύ νομικής αθωότητας και πολιτικής ευθύνης. Το τεκμήριο της αθωότητας προστατεύει το άτομο από ποινικές κυρώσεις χωρίς δικαστική απόφαση. Η υποψηφιότητα για δημόσιο αξίωμα δεν είναι δικαίωμα, αλλά αποτέλεσμα πολιτικής κρίσης και συλλογικής αξιολόγησης από τα κόμματα. Τα κόμματα ποτέ δεν κρίνουν αν κάποιος είναι ένοχος, αναφέρει.
Κατά την τέως Επίτροπο, ο αποκλεισμός ενός υποψηφίου σε τέτοιες περιπτώσεις δεν συνιστά τιμωρία ούτε υποκατάσταση της Δικαιοσύνης. Αποτελεί προληπτική και συμβολική πολιτική επιλογή, απολύτως ευθυγραμμισμένη με τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, η οποία δίνει έμφαση στην πρόληψη, στην αποτροπή της κανονικοποίησης της βίας και στην ενίσχυση της κοινωνικής εμπιστοσύνης. «Τελικά, ο σεβασμός στο τεκμήριο της αθωότητας συνυπάρχει με την υποχρέωση των κομμάτων να θέτουν υψηλότερα πολιτικά και ηθικά πρότυπα. Με αυτόν τον τρόπο, η Δημοκρατία δεν αποδυναμώνεται, αλλά ενισχύεται, δείχνοντας έμπρακτα ότι η πολιτική εκπροσώπηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις αξίες της ισότητας, της αξιοπρέπειας και της μηδενικής ανοχής στη βία», καταλήγει η κ. Κυριακίδου.
Στέλλα Κυριακίδου: Η ευθύνη μεταφέρεται από το «θύμα» στο κράτος – Αναλύει τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης και εξηγεί γιατί η υπόθεση Σύκα πρέπει να προχωρήσει
Η υπόθεση εμπλοκής βουλευτή σε υπόθεση ενδοοικογενειακής βίας και η επακόλουθη απόσυρση της καταγγελίας από τη σύντροφό του, έθεσε ερωτήματα σχετικά με τη συνέχιση της έρευνας από τις αρχές. Η Νομική Υπηρεσία, παρά την απόσυρση, ζήτησε και πέτυχε την άρση της ασυλίας του βουλευτή για σκοπούς ανάκρισης. Η Στέλλα Κυριακίδου, πρώην Επίτροπος Υγείας και Ασφαλείας Τροφίμων, τονίζει ότι η ευθύνη για τη διερεύνηση της υπόθεσης μετατοπίζεται από το θύμα στο κράτος, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης. Η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας καθορίζει ότι τα κράτη δεν μπορούν να εξαρτούν την ποινική διαδικασία αποκλειστικά από τη βούληση του θύματος. Το Άρθρο 55 της Σύμβασης υπογραμμίζει την υποχρέωση των κρατών να συνεχίζουν την ποινική δίωξη ακόμη και μετά την απόσυρση της καταγγελίας, ειδικά σε περιπτώσεις σοβαρής βίας όπως ενδοοικογενειακή βία, σωματική βλάβη, σεξουαλική βία και βιασμός. Η κ. Κυριακίδου επισημαίνει ότι η Σύμβαση αναγνωρίζει τις πιέσεις που μπορεί να ασκηθούν στα θύματα για να αποσύρουν τις καταγγελίες τους, και ότι η βία δεν είναι ιδιωτική υπόθεση, αλλά ζήτημα δημόσιου συμφέροντος. Επομένως, η απόσυρση της καταγγελίας δεν πρέπει να σταματά αυτομάτως την ποινική διαδικασία, αλλά το κράτος έχει τη δυνατότητα και την υποχρέωση να συνεχίσει την έρευνα εάν υπάρχουν επαρκή στοιχεία. Συνοψίζοντας, η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης δεν καταργεί το δικαίωμα του θύματος να αποσύρει την καταγγελία του, αλλά μεταφέρει την ευθύνη της δίωξης στο κράτος. Στην Κύπρο, η Σύμβαση έχει κυρωθεί και αποτελεί μέρος του νομικού πλαισίου, δίνοντας στις αρχές τη δυνατότητα να συνεχίσουν την έρευνα και τη δίωξη ακόμη και μετά την απόσυρση της καταγγελίας, εφόσον υπάρχουν επαρκή στοιχεία.
You Might Also Like
Η ασυλία δεν είναι πολιτική πανοπλία
Ιαν 5
Τελειώνει με Σύκα, παλεύει με εσωστρέφεια – Η υπόθεση του βουλευτή Λεμεσού έβαλε την συναγερμική ηγεσία ξανά σε νέες περιπέτειες
Ιαν 11
Ανεπάρκεια επιβολής του νόμου και καθυστερημένες δικαστικές διαδικασίες για θέματα έμφυλης βίας
Ιαν 11
Το Κρεμλίνο επιτίθεται τώρα και στο Φανάρι
Ιαν 13
Νατάσσα Φρειδερίκου: Με τον βιασμό ο πόλεμος μεταφέρεται από το πεδίο της μάχης στα σώματα των γυναικών
Ιαν 16