Δύο εβδομάδες μετά την έναρξη της κοινής αμερικανοϊσραηλινής επιχείρησης κατά του Ιράν, και λίγες μόλις ώρες αφότου το Ισραήλ ανακοίνωσε ότι εξόντωσε τον Αλί Λαριντζανί — τον άνθρωπο που πολλοί θεωρούσαν πραγματικό «σκιώδη ηγέτη» του καθεστώτος της Τεχεράνης ακόμη και πριν από τη δολοφονία του Αλί Χαμενεΐ – η εικόνα που προκύπτει απέχει αισθητά από τα σενάρια ταχείας κατάρρευσης.
Ο Ιρανοαμερικανός ιστορικός, λέκτορας του Yale, συγγραφέας και δημοσιογράφος, Αράς Αζίζι, περιγράφει ένα καθεστώς βαριά χτυπημένο αλλά όχι διαλυμένο, μια κοινωνία εξαντλημένη αλλά όχι οργανωμένη και έναν πόλεμο που, παρά τα βαριά πλήγματα, δεν έχει οδηγήσει σε πολιτική ανατροπή.
Κατά τον Αζίζι, ο θάνατος του Λαριντζανί είναι εξέλιξη σημαντική, αλλά όχι καθοριστική για την επιβίωση του καθεστώτος από μόνη της. Το σύστημα, λέει, δεν εξαρτάται από έναν μόνο άνθρωπο. Υπάρχουν πάντα άλλα στελέχη που μπορούν να αναλάβουν ρόλο, να καλύψουν κενά και να συνεχίσουν τη λειτουργία του μηχανισμού.
Δεν οδήγησε στο χάος
Αυτό δεν σημαίνει πως ο Λαριντζανί ήταν ασήμαντος. Ήταν, τονίζει, το αντίθετο και μια ειδική περίπτωση: Διαπραγματευτής με δεκαετίες εμπειρίας απέναντι στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, γνώστης της διεθνούς σκηνής, πρόσωπο μορφωμένο και πολιτικά σύνθετο. Αλλά αυτό, κατά τον Αζίζι, δεν τον έκανε μετριοπαθή. Ήταν σκληρός άνθρωπος του καθεστώτος και θεωρείται ότι συνδέθηκε στενά με τη βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων του Ιανουαρίου.
Το κρίσιμο, ωστόσο, είναι ότι η εξόντωση τέτοιων προσώπων, ειδικά του Αλί Χαμενεΐ δεν οδήγησε σε χάος. «Οι θεσμοί λειτούργησαν», σημειώνει. Η διαδοχή ενεργοποιήθηκε γρήγορα και ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ αναδείχθηκε στο νέο κέντρο ισχύος. Ακόμη πιο σημαντικό, κατά τον ίδιο, είναι ότι η νέα αυτή φάση δεν προκάλεσε εσωτερική διάσπαση. Αντιθέτως, όλες οι βασικές φατρίες του καθεστώτος, ακόμη και πρόσωπα που σε άλλες συνθήκες θα θεωρούνταν ανταγωνιστικά ή πιο «μετριοπαθή», έσπευσαν να στοιχηθούν πίσω του. Αυτή η συνοχή είναι, για τον Αζίζι, το πιο σαφές σημάδι ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ πέτυχαν στρατιωτική φθορά, όχι όμως πολιτική ανατροπή.
Από εκεί και πέρα, ο ίδιος βλέπει ότι οι αρχικές προσδοκίες περί «αλλαγής καθεστώτος» έχουν ήδη αρχίσει να υποχωρούν. Τη θέση τους παίρνει σταδιακά μια άλλη λογική: όχι ανατροπή, αλλά αποδυνάμωση. Μια στρατηγική, δηλαδή, που θα μπορούσε να επιτρέψει σε ένα τραυματισμένο αλλά λειτουργικό σύστημα να αναδιπλωθεί, να ανασυνταχθεί και να επιβιώσει, ίσως με νέα πρόσωπα στο προσκήνιο. Σε μια τέτοια εξέλιξη, δεν αποκλείει την ανάδειξη πιο «κεντρώων» ή «δυτικόστροφων» μορφών από το εσωτερικό του ίδιου του συστήματος.
Αν χρειαζόταν να κατονομάσει ποιος ηγείται αυτής της κάπως πιο δυτικότροπης πτέρυγας, ο Αζίζι δείχνει πρώτα τον Χασάν Ρουχανί. Ο πρώην πρόεδρος, λέει, παραμένει ηγετική φυσιογνωμία αυτής της τάσης του καθεστώτος. Βρίσκεται ήδη στα εβδομήντα του, αλλά είναι, όπως λέει, σε καλή κατάσταση και το ενδεχόμενο επιστροφής του σε ηγετική θέση δεν είναι αδιανόητο, εφόσον καταφέρει να εξασφαλίσει επαρκή στήριξη στους μηχανισμούς ασφαλείας. Μπορεί, κάποια στιγμή, οι συλλογικοί θεσμοί του καθεστώτος να συμπεράνουν ότι χρειάζονται έναν άνθρωπο σαν τον Ρουχανί, ακριβώς επειδή ξέρει πώς να μιλά και να διαπραγματεύεται με τη Δύση.
Παράλληλα, άλλα πρόσωπα φιγούρες, όπως ο Γκαλιμπάφ – πρόσωπο με βαθιές ρίζες στους Φρουρούς της Επανάστασης και σήμερα βασικός παράγοντας της πολεμικής προσπάθειας – θα μπορούσαν να αλλάξουν τόνο, αν έβλεπαν ότι η προσέγγιση με τη Δύση μπορεί να λειτουργήσει ως όχημα ανόδου.
Στο εσωτερικό μέτωπο, πάντως, ο Αζίζι εμφανίζεται ξεκάθαρα δύσπιστος απέναντι στα σενάρια άμεσης λαϊκής εξέγερσης. Το θεωρεί μάλλον απίθανο, τουλάχιστον στην παρούσα φάση.
- Πρώτον, επειδή υπάρχει ένα στρατηγικό αδιέξοδο: εξέγερση για ποιον ακριβώς σκοπό και με ποια οργανωτική βάση; Μια αυθόρμητη μαζική έκρηξη δεν είναι αδύνατη, αλλά, όπως επιμένει, θα έπρεπε να είναι αυθόρμητη ακριβώς επειδή δεν υπάρχουν επαρκώς οργανωμένα δίκτυα που να μπορούν να τη στηρίξουν.
- Δεύτερον, το καθεστώς έχει ήδη περάσει σε φάση έντονης κινητοποίησης: οργανώνει, εξοπλίζει και αναπτύσσει δυνάμεις ασφαλείας και αστυνομίας, περιμένοντας συγκρούσεις.
Δεν υπάρχει οργανωμένο κίνημα
Το ίδιο επιχείρημα χρησιμοποιεί και απέναντι στην άποψη ότι οι αεροπορικές επιθέσεις μπορούν να σπάσουν την ικανότητα εσωτερικής καταστολής. «Πόσα οδοφράγματα μπορείς να καταστρέψεις; Πόσους διοικητές μπορείς να σκοτώσεις;» διερωτάται. Το καθεστώς διαθέτει, υπογραμμίζει, περίπου ένα εκατομμύριο ένστολα μέλη στις δυνάμεις ασφαλείας χωρίς να υπολογίζεται ο τακτικός στρατός. Μπορούν να συγκεντρωθούν αλλού, να οργανωθούν μέσα από τζαμιά, τοπικά κέντρα και εναλλακτικούς κόμβους. Ακόμη κι αν τα πλήγματα σκοτώσουν χιλιάδες από αυτούς, ο αριθμός παραμένει τεράστιος. Κατά συνέπεια, η ιδέα ότι η δυνατότητα εσωτερικής καταστολής μπορεί να εξουδετερωθεί ουσιαστικά μόνο με αεροπορικά χτυπήματα του φαίνεται στρατηγικά λανθασμένη. Θα μπορούσε ίσως να λειτουργήσει μόνο αν στην άλλη πλευρά υπήρχε ήδη ένα μαζικό, πειθαρχημένο και οργανωμένο κίνημα, έτοιμο να εκμεταλλευθεί την αποδυνάμωση. Τέτοιο κίνημα, όμως, δεν βλέπει να υπάρχει.
Στο κοινωνικό επίπεδο, η αποτίμησή του είναι ιδιαίτερα σκοτεινή. Ο πόλεμος, λέει, είναι φρικτός για τους Ιρανούς αμάχους. Εκατοντάδες έχουν σκοτωθεί, πόλεις όπως η Τεχεράνη λειτουργούν ουσιαστικά ως εμπόλεμες ζώνες και οι άνθρωποι προσπαθούν απλώς να επιβιώσουν. Πολιτικά, όμως, αυτό συνοδεύεται από ένα βαθύ αίσθημα αδυναμίας. Οι Ιρανοί βλέπουν ότι οι βασικοί παράγοντες που καθορίζουν τη μοίρα τους – το Ισραήλ, οι ΗΠΑ και οι διάφορες φατρίες του ίδιου του ιρανικού καθεστώτος – δεν έχουν τα συμφέροντα της ιρανικής κοινωνίας ούτε καν ως τέταρτη προτεραιότητα, όπως λέει χαρακτηριστικά.
Έτσι, η κοινωνία νιώθει πως η τύχη της αποφασίζεται από άλλους, ενώ η ίδια δεν έχει την οργανωμένη δύναμη να μπει μπροστά.
Αυτό οδηγεί και στο μεγάλο ερώτημα για το «αύριο» της κοινωνίας μετά τον πόλεμο.
Πόλεμος στο Ιράν: Πέτυχαν στρατιωτική φθορά, όχι όμως πολιτική ανατροπή
Δύο εβδομάδες μετά την έναρξη της κοινής αμερικανοϊσραηλινής επιχείρησης κατά του Ιράν, και μετά την εξόντωση του Αλί Λαριντζανί, η κατάσταση δεν έχει οδηγήσει σε κατάρρευση του καθεστώτος. Ο ιστορικός Αράς Αζίζι περιγράφει ένα καθεστώς που έχει υποστεί ζημιές, αλλά παραμένει λειτουργικό, με μια κοινωνία εξαντλημένη αλλά όχι οργανωμένη για ανατροπή. Ο θάνατος του Λαριντζανί, αν και σημαντικός, δεν είναι καθοριστικός για την επιβίωση του καθεστώτος, καθώς υπάρχουν άλλοι που μπορούν να καλύψουν το κενό. Η δολοφονία του Αλί Χαμενεΐ δεν οδήγησε σε χάος, καθώς οι θεσμοί λειτούργησαν και ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ ανέλαβε ηγετικό ρόλο. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ πέτυχαν στρατιωτική φθορά, αλλά όχι πολιτική ανατροπή, με πιθανή εξέλιξη την αποδυνάμωση και αναδιάρθρωση του καθεστώτος.