Η πριγκίπισσα της Νορβηγίας Μέτε-Μάριτ και μελλοντική βασίλισσα δήλωσε σήμερα μετανιωμένη για τη φιλία που είχε με τον Τζέφρι Έπστιν, σε μια προσπάθεια να περιορίσει τον αντίκτυπο ενός από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα που έχουν πλήξει τη βασιλική οικογένεια της χώρας.
Η δημοσιοποίηση από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης εκατομμυρίων εγγράφων που αφορούν τη δράση του καταδικασμένου για σεξουαλικά εγκλήματα Αμερικανού χρηματιστή, ο οποίος βρέθηκε νεκρός στο κελί του, έχει προκαλέσει σοκ σε ολόκληρο τον κόσμο, περιλαμβανομένης της Νορβηγίας, καθώς αποκάλυψε τους δεσμούς του με δημόσια πρόσωπα, ανάμεσά τους η πριγκίπισσα και κορυφαίοι Νορβηγοί πολιτικοί, στελέχη επιχειρήσεων και διπλωμάτες.
"Χειραγωγήθηκα και εξαπατήθηκα", δήλωσε η Μέτε-Μάριτ σε συνέντευξή της στο δημόσιο δίκτυο NRK.
"Φυσικά και εύχομαι να μην τον είχα γνωρίσει ποτέ", δήλωσε για τον Έπστιν.
"Είναι εξαιρετικά σημαντικό για μένα να αναγνωρίσω ότι δεν έλεγξα το παρελθόν του πιο διεξοδικά και επίσης να αναγνωρίσω ότι χειραγωγήθηκα και εξαπατήθηκα τόσο πολύ", δήλωσε η Μέτε-Μάριτ βάζοντας τέλος στις εικασίες σχετικά με τη φύση της σχέσης της με τον Έπστιν.
«Ήταν μια φιλική σχέση: ήταν πρώτα και κύρια φίλος μου. Αλλά αν η ερώτησή σας είναι αν η σχέση είχε άλλη φύση, η απάντηση είναι όχι», εξήγησε.
Τα έγγραφα αποκαλύπτουν συχνή επικοινωνία ανάμεσα στην πριγκίπισσα και τον Έπστιν και μάλιστα πολύ μετά την παραδοχή της ενοχής του το 2008 για εξώθηση παιδιού σε πορνεία και την καταδίκη του από δικαστήριο της Φλόριντα.
Η 52χρονη πριγκίπισσα, η οποία ζήτησε συγγνώμη από τον βασιλιά Χάραλντ και την βασίλισσα Σοφία με δήλωσή της στις 6 Φεβρουαρίου, δεν έχει κατηγορηθεί για κάποιο ποινικό αδίκημα.
Ενώ από την αρχική δημοσιογραφική κάλυψη της υπόθεσης προέκυπτε ότι η Μέτε-Μάριτ είχε σχέσεις με τον Έπστιν, τα νέα έγγραφα δείχνουν ότι αυτή τους η σχέση είχε ευρύτερες διαστάσεις, γεγονός που προκάλεσε μια ασυνήθιστη επίπληξη από τον πρωθυπουργό της χώρας και εκκλήσεις να δώσει εκείνη πλήρη κατάθεση.
Η πριγκίπισσα, σύζυγος του πρίγκιπα διαδόχου του θρόνου Χάακον, διατήρησε επικοινωνία με τον Έπστιν από το 2011 ως το 2014, και φιλοξενήθηκε στο σπίτι του στο Παλμ Μπιτς για τέσσερις ημέρες στη διάρκεια ιδιωτικής επίσκεψής της το 2013, προκύπτει από τα αμερικανικά έγγραφα.
"Δεν είδα ποτέ κάτι παράνομο", δήλωσε σήμερα η Μέτε-Μάριτ στο δίκτυο NRK.
Η δημοτικότητα της βασιλικής οικογένειας έχει μειωθεί τους τελευταίους μήνες, όπως προκύπτει από δημοσκόπηση του Φεβρουαρίου σε δείγμα 1.009 ερωτηθέντων.
Περίπου 60% των Νοργηβών απάντησαν ότι υποστηρίζουν τη μοναρχία, από 70% που ήταν το αντίστοιχο ποσοστό τον Ιανουάριο, σύμφωνα με δημοσκόπηση της Norstat που δόθηκε στη δημοσιότητα στις 21 Φεβρουαρίου από το δημόσιο δίκτυο NRK, ενώ 27% των ερωτηθέντων απάντησαν ότι προτιμούν τη δημοκρατία, από 19% που ήταν το αντίστοιχο ποσοστό την ίδια περίοδο.
Διαβάστε επίσης: Στο νοσοκομείο ο δημοφιλής ηθοποιός Τσακ Νόρις
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Πριγκίπισσα Μέτε-Μάριτ για σχέση με Έπστιν: «Χειραγωγήθηκα και εξαπήθηκα»
Η πριγκίπισσα Μέτε-Μάριτ της Νορβηγίας εξέφρασε τη μεταμέλειά της για τη φιλία της με τον Τζέφρι Έπστιν, σε μια προσπάθεια να περιορίσει τις επιπτώσεις του σκανδάλου που έχει πλήξει τη βασιλική οικογένεια. Η δημοσιοποίηση εγγράφων που αφορούν τη δράση του Έπστιν αποκάλυψε τους δεσμούς του με δημόσια πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένης της πριγκίπισσας και Νορβηγών πολιτικών. Η πριγκίπισσα δήλωσε ότι χειραγωγήθηκε και εξαπατήθηκε από τον Έπστιν, τονίζοντας ότι δεν έλεγξε το παρελθόν του διεξοδικά. Εξήγησε ότι η σχέση τους ήταν φιλική και δεν είχε άλλη φύση, αλλά αναγνώρισε ότι θα έπρεπε να είχε αποφύγει να τον γνωρίσει. Τα έγγραφα αποκαλύπτουν συχνή επικοινωνία μεταξύ τους, ακόμη και μετά την καταδίκη του Έπστιν για σεξουαλικά εγκλήματα. Η πριγκίπισσα έχει ζητήσει συγγνώμη από τον βασιλιά και τη βασίλισσα, αλλά η δημοσιοποίηση των εγγράφων έχει προκαλέσει κριτική και εκκλήσεις για πλήρη κατάθεση. Η δημοτικότητα της βασιλικής οικογένειας έχει μειωθεί τις τελευταίες εβδομάδες, σύμφωνα με δημοσκόπηση. Η υπόθεση Έπστιν έχει προκαλέσει σοκ σε ολόκληρο τον κόσμο και έχει αναδείξει την ανάγκη για αυξημένη προσοχή και έλεγχο στις σχέσεις με πρόσωπα που έχουν εμπλακεί σε παράνομες δραστηριότητες.