Η Νομική Υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας ανακοίνωσε την απόφασή της να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης του Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, με την οποία αθωώθηκαν οι πρώην κατηγορούμενοι Δημήτρης Συλλούρης και Χριστάκης Τζιοβάννης.
Σε ενημέρωση προς τους δημοσιογράφους, η εκπρόσωπος Τύπου της Υπηρεσίας, Πωλίνα Ευθυβούλου, υπογράμμισε καταρχάς ότι οι δικαστικές αποφάσεις είναι απολύτως σεβαστές. Τόνισε, ωστόσο, ότι ο σεβασμός αυτός δεν αναιρεί το δικαίωμα διαφωνίας ούτε τη δυνατότητα αξιοποίησης των δικονομικών μέσων που προβλέπει η έννομη τάξη, όπως είναι η έφεση. Όπως ανέφερε, η απόφαση της πλειοψηφίας έχει ήδη μελετηθεί και έχουν εντοπιστεί, κατά την άποψη της Κατηγορούσας Αρχής, δικαστικά σφάλματα τα οποία θα αναπτυχθούν ενώπιον του Εφετείου. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι, όπως η Νομική Υπηρεσία θα παρουσιάσει τα δικά της επιχειρήματα, έτσι και οι αθωωθέντες διατηρούν πλήρως το δικαίωμα να προβάλουν τις δικές τους θέσεις.
Η κ. Ευθυβούλου επανέλαβε ότι ο σεβασμός στο τεκμήριο της αθωότητας είναι απόλυτος και δεν επηρεάζεται από την απόφαση για άσκηση έφεσης. Η σχετική διαδικασία, όπως είπε, αποτελεί θεσμικά κατοχυρωμένο δικαίωμα και δεν συνιστά αμφισβήτηση του θεμελιώδους αυτού κανόνα.
Αναφορικά με την απόφαση της μειοψηφίας, σημείωσε ότι μέχρι τη στιγμή της ενημέρωσης δεν είχε ακόμη παραληφθεί από τη Νομική Υπηρεσία. Όταν καταστεί διαθέσιμη, όπως είπε, θα δοθεί και στα μέσα ενημέρωσης. Πάντως, σύμφωνα με όσα καταγράφηκαν, οι δικαστές της μειοψηφίας είχαν καταλήξει ότι θα προχωρούσαν σε καταδίκη των δύο κατηγορουμένων σε μία από τις τρεις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο ζήτημα του βίντεο που προβλήθηκε δημοσίως και αποτέλεσε αντικείμενο εκτεταμένης συζήτησης. Η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας ανέφερε ότι, παρότι το οπτικό υλικό προβλήθηκε από τα μέσα ενημέρωσης και το παρακολούθησε το κοινό, αυτό δεν μπορούσε να παρουσιαστεί ως αποδεικτικό στοιχείο στο δικαστήριο, εφόσον δεν είχε εξασφαλιστεί με τρόπο νόμιμο. Όπως εξήγησε, σε μια ποινική διαδικασία που διέπεται από αυστηρούς κανόνες απόδειξης, οποιοδήποτε υλικό αποτελεί προϊόν παράνομης καταγραφής δεν μπορεί να γίνει δεκτό ως μαρτυρία. Έφερε μάλιστα απλό παράδειγμα, λέγοντας ότι εάν κάποιος καταγράψει συνομιλία χωρίς τη συγκατάθεση του συνομιλητή του, το υλικό αυτό δεν μπορεί να αξιοποιηθεί δικαστικά.
Η Νομική Υπηρεσία, σύμφωνα με την ίδια, δεν περιορίστηκε στη διαπίστωση της μη παραδεκτότητας του βίντεο. Αντ’ αυτού, αναζήτησε μαρτυρία από τα πρόσωπα που συμμετείχαν στις επίμαχες συνομιλίες. Μετά από εκτεταμένες προσπάθειες, δύο πρόσωπα κατέστησαν μάρτυρες στην ποινική δίκη, στηρίζοντας τις κατηγορίες 4 και 5, οι οποίες αφορούσαν τα γεγονότα που συνδέθηκαν με το δημοσίευμα του Al Jazeera.
Η κ. Ευθυβούλου παρέπεμψε σε αποσπάσματα από τα πρακτικά της διαδικασίας, όπως αυτά αναγνώστηκαν στο δικαστήριο από τη δικηγόρο της Δημοκρατίας. Σύμφωνα με τα όσα καταγράφηκαν, ένας εκ των δύο βασικών μαρτύρων είχε δώσει πέντε καταθέσεις στην αστυνομία, οι οποίες, κατά την Κατηγορούσα Αρχή, ήταν ουσιώδεις και επαρκείς για τη στοιχειοθέτηση των συγκεκριμένων κατηγοριών.
Ωστόσο, πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ο μάρτυρας μετέβη στο Ηνωμένο Βασίλειο επικαλούμενος προβλήματα υγείας. Αρχικά διαβεβαίωνε ότι προτίθεται να καταθέσει και πρότεινε να το πράξει μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης. Στη συνέχεια, με ηλεκτρονική αλληλογραφία, έκανε λόγο για απειλές κατά της ζωής του, χωρίς να διευκρινίσει την πηγή τους, ενώ εξέφρασε την πρόθεση να μην επιστρέψει στην Κύπρο. Παρότι υποβλήθηκε αίτημα για να καταθέσει μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης και, τελικώς, εκδόθηκε σχετικό διάταγμα από το δικαστήριο, ο μάρτυρας απέστειλε μεταγενέστερα μήνυμα δηλώνοντας ότι δεν προτίθεται πλέον να καταθέσει, επικαλούμενος εκ νέου προβλήματα υγείας.
Σύμφωνα με τα όσα ανέγνωσε η δικηγόρος της Δημοκρατίας, ο μάρτυρας έφθασε στο σημείο να ανακοινώσει ότι θα απενεργοποιήσει το κινητό του τηλέφωνο για να αποφύγει περαιτέρω επικοινωνία. Σε νεότερο μήνυμα ανέφερε ότι οι αρχικές του καταθέσεις αποτύπωναν την αλήθεια, διατυπώνοντας, ωστόσο, διατυπώσεις που, κατά την Κατηγορούσα Αρχή, δημιουργούσαν σύγχυση και έρχονταν σε αντίθεση με προηγούμενες αναφορές του. Τελικώς, υπήρξε ενημέρωση από τις βρετανικές αρχές ότι ο μάρτυρας δεν ήταν διατεθειμένος να καταθέσει ούτε μέσω τηλεδιάσκεψης.
Με τα δεδομένα αυτά, τόνισε η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας, δεν υπήρχε άλλη δυνατότητα παρά να μην καταστεί εφικτή η κατάθεσή του ενώπιον του δικαστηρίου. Διευκρίνισε, τέλος, ότι όλη η ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ της Κατηγορούσας Αρχής και του μάρτυρα είχε κοινοποιηθεί εγκαίρως στην υπεράσπιση, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης διαδικασίας.
Η εκπρόσωπος της Νομική Υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας συνέχισε την ενημέρωση, επισημαίνοντας ότι όλα τα όσα είχαν αναφερθεί σε σχέση με τον πρώτο μάρτυρα είχαν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου.
Σε ό,τι αφορά τον δεύτερο μάρτυρα, του οποίου η μαρτυρία κρίθηκε επίσης ουσιώδης για τις κατηγορίες 4 και 5, εξήγησε ότι επρόκειτο για έναν εκ των δημοσιογράφων που σχετίζονταν με το επίμαχο ρεπορτάζ του Al Jazeera. Μετά από επανειλημμένες προσπάθειες της Κυπριακής Αστυνομίας, κατόπιν οδηγιών της Νομικής Υπηρεσίας, το συγκεκριμένο πρόσωπο ταξίδεψε στην Κυπριακή Δημοκρατία τον Απρίλιο του 2021 και έδωσε δύο γραπτές καταθέσεις, στις 14 και 16 Απριλίου 2021.
Τον Ιούνιο του 2022, πριν από την καταχώριση της υπόθεσης, ο ανακριτής επικοινώνησε εκ νέου μαζί του, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η πρόθεσή του να καταθέσει στο πλαίσιο της επικείμενης ποινικής διαδικασίας. Το πρόσωπο αυτό δήλωσε γραπτώς προθυμία να παρουσιαστεί ως μάρτυρας, ενώ η Αστυνομία ενημέρωσε και τον προϊστάμενό του ότι η μαρτυρία του ήταν σημαντική για την υπόθεση. Ζητήθηκαν εκ νέου στοιχεία επικοινωνίας, ενώ οι επαφές συνεχίστηκαν μέσω του δικτύου του Al Jazeera. Σύμφωνα με την κ. Ευθυβούλου, η μάρτυρας εμφανιζόταν και πάλι πρόθυμη να καταθέσει, με την επικοινωνία να διεξάγεται μέσω του ανακριτή και ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, ενώ υπήρχε και η δυνατότητα κατάθεσης από το εξωτερικό μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Ωστόσο, από κάποιο χρονικό σημείο και μετά, δεν υπήρχε ανταπόκριση. Επιχειρήθηκε επικοινωνία μέσω του προϊσταμένου της, ο οποίος ενημέρωσε ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν εργαζόταν πλέον στον οργανισμό και δεν ήταν δυνατή η περαιτέρω επαφή. Σε μεταγενέστερη φάση, τον Ιούνιο – όπως ανέφερε – η μάρτυρας απάντησε σε ηλεκτρονικό μήνυμα δηλώνοντας ξεκάθαρα ότι δεν ήταν πλέον πρόθυμη να δώσει μαρτυρία στο δικαστήριο, ούτε με φυσική παρουσία ούτε μέσω τηλεδιάσκεψης.
Ακολούθησαν, όπως ειπώθηκε, επανειλημμένες προσπάθειες τηλεφωνικής και ηλεκτρονικής επικοινωνίας, ενώ αξιοποιήθηκαν ακόμη και διεθνείς μηχανισμοί, όπως η Interpol και η Europol, χωρίς αποτέλεσμα. Εφόσον εξαντλήθηκαν όλοι οι διαθέσιμοι τρόποι εντοπισμού και κατέστη ανέφικτη η παρουσίαση της μαρτυρίας της, ο Γιώργος Σαββίδης, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, έδωσε οδηγίες για την αναστολή των κατηγοριών 4 και 5.
Η κ. Ευθυβούλου τόνισε ότι οι προσπάθειες αυτές οφείλουν να είναι γνωστές στην κοινωνία, διευκρινίζοντας ότι η υπόθεση δεν αφορούσε την ίδια τη μαρτυρία του βίντεο – το οποίο δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί – αλλά μαρτυρία σχετιζόμενη με τα γεγονότα που καταγράφονταν σε αυτό.
Αναφέρθηκε επίσης σε δύο ακόμη κατηγορίες που περιλαμβάνονταν στο κατηγορητήριο και αφορούσαν το αδίκημα της εμπορίας επιρροής. Όπως εξήγησε, πρόκειται για αδικήματα που εισήχθησαν στο κυπριακό δίκαιο κατ’ εφαρμογή ειδικής σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την καταπολέμηση της διαφθοράς, με στόχο την προστασία της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας της δημόσιας διοίκησης. Σκοπός των διατάξεων αυτών είναι να καταστεί σαφές ότι οι αποφάσεις δεν μπορούν να «αγοράζονται» μέσω επιρροής.
Η Νομική Υπηρεσία, όπως είπε, διαφωνεί με την προσέγγιση της πλειοψηφίας του πρωτόδικου δικαστηρίου ως προς τις συγκεκριμένες κατηγορίες και για τον λόγο αυτόν θα ασκηθεί έφεση.
Σε ιδιαίτερα φορτισμένο τόνο, η εκπρόσωπος της Υπηρεσίας επεσήμανε ότι η παρουσία της ενώπιον των δημοσιογράφων είχε και έναν ευρύτερο σκοπό: να εκφράσει τη θέση των λειτουργών του ποινικού τομέα, οι οποίοι, όπως ανέφερε, χειρίζονται καθημερινά εκατοντάδες σοβαρές υποθέσεις σε όλα τα δικαστήρια της Κύπρου. «Κάθε φορά που εμφανιζόμαστε ενώπιον δικαστηρίου, εκπροσωπούμε τη Δημοκρατία και όλους τους πολίτες», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Υπογράμμισε ότι οι δημόσιοι κατήγοροι διαχειρίζονται υποθέσεις οργανωμένου εγκλήματος, τρομοκρατίας, σεξουαλικών αδικημάτων, βιασμών, εγκλημάτων κατά ανηλίκων και ναρκωτικών, ενώ δεν παρέλειψε να αναφερθεί σε απειλές και επιθέσεις που, όπως είπε, έχουν δεχθεί λειτουργοί του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης, ακόμη και σε εμπρησμούς δικαστηρίων με στόχο την καταστροφή τεκμηρίων.
Απαντώντας σε παρεμβάσεις δημοσιογράφων περί κριτικής που ασκείται στη Νομική Υπηρεσία, ξεκαθάρισε ότι η ίδια δεν ζητά αποσιώπηση της κριτικής, αλλά θεωρεί χρέος της να ενημερώσει για τις ενέργειες που έγιναν. Τόνισε ότι κάθε απόφαση για ποινική δίωξη λαμβάνεται μετά από ενδελεχή στάθμιση των στοιχείων και ότι πολλές υποθέσεις δεν οδηγούνται ποτέ σε καταχώριση κατηγορίας.
Σε ερώτηση για άλλες υποθέσεις που αφορούν το ζήτημα των πολιτογραφήσεων, απάντησε ότι σε μία περίπτωση η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου κρίθηκε λανθασμένη σε ανώτερο βαθμό και διατάχθηκε επανεκδίκαση, σε άλλη έχει ήδη εκδικαστεί έφεση και αναμένεται η απόφαση, ενώ για την παρούσα υπόθεση έχει ήδη ληφθεί απόφαση για άσκηση έφεσης.
Καταλήγοντας, ανέφερε ότι ο σκοπός της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι οι καταδίκες καθαυτές, αλλά η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. «Αν κάποιος είναι αθώος, να αθωθεί· αν είναι ένοχος, να καταδικαστεί. Αυτό είναι το ζητούμενο», ανέφερε, διευκρινίζοντας ότι η Υπηρεσία διαφωνεί με την εκτίμηση της πλειοψηφίας ότι δεν παρουσιάστηκε ουσιώδης μαρτυρία, θέση που – όπως είπε – θα αναπτυχθεί αναλυτικά στο Εφετείο.
Διαβάστε επίσης: Νομική Υπηρεσία: Καταχωρεί έφεση κατά της απόφασης αθώωσης Συλλούρη-Τζιοβάνη
Πού πήγαν οι μάρτυρες της υπόθεσης Al Jazeera-Ένταση κατά την ενημέρωση της ΝΥ
Η Νομική Υπηρεσία της Κύπρου ανακοίνωσε ότι θα ασκήσει έφεση κατά της αθωωτικής απόφασης για τους Δημήτρη Συλλούρη και Χριστάκη Τζιοβάννη στην υπόθεση Al Jazeera. Η εκπρόσωπος Τύπου της Υπηρεσίας, Πωλίνα Ευθυβούλου, τόνισε ότι η απόφαση για έφεση δεν αναιρεί τον σεβασμό στο τεκμήριο της αθωότητας, αλλά βασίζεται στην ύπαρξη δικαστικών σφαλμάτων. Η Υπηρεσία αναζήτησε μαρτυρία από άτομα που συμμετείχαν στις επίμαχες συνομιλίες, καθώς το βίντεο που κυκλοφόρησε δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό στοιχείο λόγω της παράνομης καταγραφής του. Δύο μάρτυρες κατέθεσαν υποστηρίζοντας τις κατηγορίες που συνδέονται με το δημοσίευμα του Al Jazeera.
You Might Also Like
Γιατί δεν αποτέλεσε μαρτυρία το βίντεο του Al Jazeera: «Αναμενόμενη απόφαση»
Φεβ 17
Το σκεπτικό της μειοψηφίας για Συλλούρη-Τζιοβάνη και οι «μη αθώες» ενέργειες
Φεβ 17
Αυτοί είναι οι λόγοι της αθώωσης Συλλούρη και Τζιοβάννη: Τι δεν κατάφερε να αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή και ποια ήταν τα ανακριτικά κενά – Ποιο το σκεπτικό της δικαστού που διαφώνησε
Φεβ 17
Κόλαφος το Άλμα για την αθώωση Συλλούρη – Τζιοβάνη: «Οριστικό θάψιμο ενός σκανδάλου» – Μονόδρομος η παραίτηση Σαββίδη και Αγγελίδη – Τα γεγονότα που παραθέτει
Φεβ 18
Αιμιλιανίδης για Al Jazeera: «Άσχημη για την κατηγορούσα αρχή η απόφαση» (ηχητικό)
Φεβ 18