Ο απολογισμός της υφυπουργού Πολιτισμού, όπως αποτυπώνεται στη συνέντευξή της στο «Παράθυρο» του «Πολίτη» την περασμένη Κυριακή, δεν κρίνεται ως μια ακόμη τυπική κυβερνητική αποτίμηση. Είναι μια προσπάθεια ειλικρινούς τοποθέτησης απέναντι σ’ έναν τομέα που στην Κύπρο παραδοσιακά αντιμετωπίζεται άλλοτε ως πολυτέλεια και άλλοτε ως επικοινωνιακό συμπλήρωμα της πολιτικής. Η υφυπουργός μιλά ανοιχτά για αγκάθια, αναγνωρίζει λάθη, αποδέχεται αντιδράσεις και μεταθέτει το βάρος της προσδοκίας στο 2026 και στην κυπριακή προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ερώτημα, όμως, που αναπόφευκτα προκύπτει, είναι αν ο πολιτισμός θα συνεχίσει να πορεύεται με άλλοθι τις δυσκολίες ή αν θα αναγνωριστεί, επιτέλους, ως πεδίο πολιτικής με ευθύνη, συνέπεια και στρατηγικό βάθος.
Η εικόνα που προκύπτει από τη συνέντευξη είναι σύνθετη. Από τη μία πλευρά, καταγράφονται πραγματικές προσπάθειες για διεύρυνση της πρόσβασης στον πολιτισμό, ιδιαίτερα μέσα από την Κάρτα Πολιτισμού Νέων και τα προγράμματα πολιτιστικής παιδείας. Δεν πρόκειται για αμελητέες παρεμβάσεις. Αντιθέτως, αγγίζουν μια γενιά που μεγαλώνει σε συνθήκες ψηφιακής υπερπληροφόρησης και πολιτιστικής αποσπασματικότητας. Το κράτος, σ’ αυτό το επίπεδο, φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι ο πολιτισμός δεν είναι μόνο κληρονομιά, αλλά και καθημερινή εμπειρία. Όμως ακόμη και εδώ, η πολιτική παραμένει ευάλωτη στην αποσπασματικότητα. Οι δράσεις περιγράφονται, αλλά δεν εντάσσονται πειστικά σ' ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο που να απαντά στο κρίσιμο ερώτημα: Ποιο πολίτη θέλει να διαμορφώσει η πολιτιστική πολιτική της χώρας;
Το κεντρικό πρόβλημα του πολιτισμού στην Κύπρο δεν είναι η απουσία δράσεων. Είναι η απουσία ολοκληρωμένης πολιτιστικής πολιτικής και στρατηγικής. Και αυτό αποτυπώνεται, για παράδειγμα, με μεγαλύτερη ένταση στο ζήτημα του καθεστώτος του καλλιτέχνη και δημιουργού. Η υφυπουργός αναγνωρίζει ότι πρόκειται για διαχρονικό αίτημα, παραδέχεται ότι η πρώτη νομοθετική απόπειρα δεν έπεισε, και επιλέγει τον δρόμο της περαιτέρω διαβούλευσης. Πρόκειται για μια θεσμικά ασφαλή επιλογή, αλλά πολιτικά ανεπαρκή αν δεν συνοδεύεται από ολοκληρωμένη πολιτιστική πολιτική, σαφή στρατηγική, και πλαίσιο δέσμευσης χρόνου και περιεχομένου. Η καλλιτεχνική κοινότητα δεν ζητά άλλες διαπιστώσεις. Ζητά να γνωρίζει αν και πότε το κράτος θα πάψει να αντιμετωπίζει τους ανθρώπους του πολιτισμού ως περιστασιακούς συνεργάτες, και θα τους αναγνωρίσει ως δημιουργούς και επαγγελματίες με δικαιώματα και υποχρεώσεις. Η αδυναμία αυτή δεν είναι τεχνική. Είναι βαθιά πολιτική. Το καθεστώς του καλλιτέχνη δεν σκοντάφτει στη νομική πολυπλοκότητα, αλλά στη διαχρονική απροθυμία του κράτους να αναμετρηθεί με την πραγματικότητα ενός τομέα που δεν χωρά εύκολα σε διοικητικά ή οικονομικά κουτάκια. Όσο το υφυπουργείο επιλέγει να μεταθέτει την ουσία στο μέλλον, τόσο ενισχύεται η αίσθηση ότι ο πολιτισμός εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον πεδίο πολιτικής.
Η ίδια λογική αναδύεται και από τον τρόπο που περιγράφονται οι κρίσεις γύρω από την Μπιενάλε της Βενετίας και τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας. Η υφυπουργός μιλά για ελλείψεις, παραλείψεις και διορθωτικές κινήσεις. Όλα αυτά είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκούν. Οι επαναλαμβανόμενες δυσλειτουργίες σε θεσμούς υψηλού συμβολισμού δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι η κακή στιγμή, αλλά η απουσία σταθερών, διαφανών πολιτικών και ανεξάρτητων μηχανισμών. Όταν η πολιτιστική πολιτική λειτουργεί χωρίς θεσμική μνήμη και στρατηγικό σχεδιασμό, κάθε αλλαγή προσώπων ή πρωτοβουλιών επαναφέρει το ίδιο σημείο εκκίνησης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η τοποθέτηση της υφυπουργού στο ζήτημα της ελευθερίας της έκφρασης. Η ρητή υπεράσπισή της είναι πολιτικά αναγκαία και θεσμικά σωστή. Ωστόσο, πρόκειται για μια βαθύτερη πολιτισμική ρήξη, που αφορά τον τρόπο που τα σύμβολα λειτουργούν μέσα σε μια κοινωνία με ισχυρές θρησκευτικές, ιστορικές και ηθικές αναφορές, και για το κατά πόσο η Πολιτεία αντιλαμβάνεται τον ρόλο της, όχι μόνο ως νομικού εγγυητή δικαιωμάτων, αλλά ως θεσμικού διαχειριστή πολιτισμικής συνοχής. Όταν το κράτος αδυνατεί να διαμορφώσει ξεκάθαρο πλαίσιο για το πώς διαχειρίζεται τις πολιτιστικές συγκρούσεις, αφήνει χώρο είτε για αυθαίρετες παρεμβάσεις, είτε για σιωπηρή απουσία ή υποχώρηση. Η ουδετερότητα, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν είναι πάντα η λύση.
Στον τομέα των πολιτιστικών υποδομών, η συνέντευξη αναδεικνύει μια αντιφατική εικόνα προόδου και στασιμότητας. Υπάρχουν έργα που προχωρούν, ανακαινίσεις που ολοκληρώνονται, ψηφιακές πρωτοβουλίες που εκσυγχρονίζουν την πρόσβαση. Ταυτόχρονα, όμως, εμβληματικά έργα, όπως για παράδειγμα το Κυπριακό Μουσείο και η Κυπριακή Βιβλιοθήκη, παραμένουν όμηροι είτε της αινιγματικής καθυστέρησης, είτε της γραφειοκρατίας, είτε της αναβλητικότητας. Η επανάληψη των ίδιων εξηγήσεων, εδώ και χρόνια, δεν πείθει πλέον. Όταν ένα κράτος αδυνατεί να ολοκληρώσει έγκαιρα ή να υλοποιήσει τόσο βασικά πολιτιστικά έργα, το πρόβλημα δεν είναι οι διαδικασίες, αλλά η πολιτική βούληση και αποτελεσματικότητα.
Η αναφορά στην κυπριακή προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης λειτουργεί ως υπόσχεση και ως δοκιμασία. Ο πολιτισμός μπορεί να αποτελέσει πεδίο ουσιαστικής ευρωπαϊκής παρέμβασης, όχι ως φολκλόρ ή βιτρίνα, αλλά ως χώρος διαλόγου, κριτικής και σύγχρονης δημιουργίας. Για να συμβεί αυτό, όμως, απαιτείται κάτι περισσότερο από καλές προθέσεις. Απαιτείται πολιτική τόλμη, θεσμική σταθερότητα και συνειδητή επιλογή να πάψει ο πολιτισμός να λειτουργεί ως συμπλήρωμα άλλων πολιτικών. Η επικείμενη κυπριακή προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη ευκαιρία των τελευταίων ετών για τη Λευκωσία να καταθέσει ένα όραμα ευρωπαϊκού βάθους, με προστιθέμενη πολιτική και διπλωματική αξία. Μέσα σ’ ένα διεθνές περιβάλλον γεμάτο ανασφάλεια, πολωτική ρητορική και γεωπολιτικές ρωγμές, η επιλογή της ευρωπαϊκής πολιτιστικής σύγκλισης ως κεντρικής προτεραιότητας δεν είναι απλώς συμβολική. Είναι στρατηγική, ρεαλιστική και απολύτως σύμφωνη με τις ανάγκες της Ευρώπης σήμερα. Γιατί αν η ήπειρος θέλει να διατηρήσει τη συνοχή της, χρειάζεται ξανά να μιλήσει τη γλώσσα του πολιτισμού, όχι μόνο ως κληρονομιά, αλλά ως κοινό μέλλον.
Συμπερασματικά, ο απολογισμός της υφυπουργού Πολιτισμού έχει αξία ακριβώς επειδή δεν ωραιοποιεί την κατάσταση. Αυτό που μένει να φανεί είναι αν η αυτοκριτική θα μετατραπεί σε πολιτική πράξη. Ο πολιτισμός στην Κύπρο δεν έχει ανάγκη από άλλοθι. Έχει ανάγκη από σαφή προσανατολισμό, ολοκληρωμένη πολιτική και στρατηγική, καθαρές αποφάσεις, και μια πολιτεία που να αναλαμβάνει την ευθύνη, όχι μόνο για όσα κάνει, αλλά και για όσα διαχρονικά αποφεύγει να κάνει. Το 2026 είναι εδώ. Και μαζί του έφθασε η στιγμή που οι διαπιστώσεις θα πρέπει να δώσουν τη θέση τους στην πράξη.
*Καθηγητή-ανθρωπολόγου στο Philips University, πρώην πρύτανη
Πολιτισμός σε αναμονή στρατηγικής και υλοποίησης
Η υφυπουργός Πολιτισμού παρουσιάζει έναν απολογισμό της δράσης της, ο οποίος δεν περιορίζεται σε μια τυπική κυβερνητική αποτίμηση, αλλά επιχειρεί μια ειλικρινή τοποθέτηση απέναντι στον τομέα του πολιτισμού στην Κύπρο. Αναγνωρίζει τα αγκάθια, τα λάθη και τις αντιδράσεις, μεταθέτοντας τις προσδοκίες για το μέλλον, κυρίως στην προοπτική της κυπριακής προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2026. Το άρθρο επικεντρώνεται στην απουσία μιας ολοκληρωμένης πολιτιστικής πολιτικής και στρατηγικής στην Κύπρο. Παρόλο που καταγράφονται προσπάθειες για διεύρυνση της πρόσβασης στον πολιτισμό, όπως η Κάρτα Πολιτισμού Νέων και τα προγράμματα πολιτιστικής παιδείας, αυτές οι δράσεις δεν εντάσσονται σε ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο που να καθορίζει το είδος του πολίτη που επιδιώκει να διαμορφώσει η πολιτιστική πολιτική. Ένα κεντρικό πρόβλημα είναι το καθεστώς του καλλιτέχνη και δημιουργού, ένα διαχρονικό αίτημα που παραμένει αναπάντητο. Η υφυπουργός επιλέγει τον δρόμο της περαιτέρω διαβούλευσης, αλλά αυτό θεωρείται πολιτικά ανεπαρκές αν δεν συνοδεύεται από σαφή στρατηγική και δέσμευση χρόνου. Η καλλιτεχνική κοινότητα ζητά αναγνώριση και σεβασμό, όχι μόνο ως περιστασιακούς συνεργάτες, αλλά ως δημιουργούς με δικαιώματα και υποχρεώσεις. Το άρθρο καταλήγει ότι ο πολιτισμός εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον πεδίο πολιτικής, με αποτέλεσμα να μην λαμβάνει την προτεραιότητα που του αξίζει. Η έλλειψη στρατηγικής και η μεταφορά της ουσίας στο μέλλον ενισχύουν την αίσθηση ότι ο πολιτισμός δεν θεωρείται αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης της Κύπρου.
You Might Also Like
Παντελής Διαμαντίδης: Η σιωπή είναι ενεργός χώρος
Δεκ 18
Η κανονικοποίηση του αυταρχισμού
Δεκ 21
Κύπρος στις αρχές του 2026: Ρεαλισμός, αυτοσυγκράτηση και τα όρια της πολιτικής πίεσης
Ιαν 4