Στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες κυκλοφορεί εδώ και μήνες ένα σενάριο, για κάποιους ακραίο για κάποιους ακραία ρεαλιστικό υπό την παρούσα αμερικανική κυβέρνηση, που κανείς δεν θέλει να συζητά δημόσια, αλλά όλοι το έχουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους. Τι θα συνέβαινε αν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφάσιζαν, πολιτικά, ρυθμιστικά ή μέσω εταιρικών αποφάσεων, να περιορίσουν την πρόσβαση της Ευρώπης σε αμερικανική τεχνολογία; Όχι μόνο σε υποδομές, αλλά σε εφαρμογές, εργαλεία και ψηφιακά οικοσυστήματα που σήμερα αποτελούν τον νευρικό ιστό κρατών και κομβικών ευρωπαϊκών επιχειρήσεων;
Δεδομένα δεν πρόκειται για θεωρία συνωμοσίας παρά το γεγονός πως ακόμη και για τον Ντόναλντ Τραμπ. Πρόκειται για άσκηση στρατηγικού κινδύνου.
Η εξάρτηση που έγινε επικίνδυνη
Η Ευρώπη δεν χρησιμοποιεί απλώς αμερικανική τεχνολογία. Έχει χτίσει πάνω της τη λειτουργία της. Cloud υποδομές, πλατφόρμες επικοινωνίας, συστήματα ταυτοποίησης, διαχείριση δεδομένων, ακόμη και βασικές διαδικασίες της δημόσιας διοίκησης «τρέχουν» σε αμερικανικά περιβάλλοντα. Το πρόβλημα δεν είναι μία εφαρμογή. Είναι το σύνολο. Το «lock-in». Μια εξάρτηση που δεν αίρεται με ένα απλό συμβόλαιο, αλλά απαιτεί χρόνο, χρήμα, τεχνογνωσία και πολιτική βούληση. Αυτό ακριβώς μετατρέπει μια απόφαση στην Ουάσιγκτον -ή ένα νομικό καθεστώς, ή μια γεωπολιτική κρίση- σε δυνητικό μοχλό πίεσης.
Ακόμη κι αν δεν υπάρξει ποτέ «διακόπτης», η απλή απειλή είναι μάλλον αρκετή.
Το γαλλικό πρώτο βήμα
Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να διαβαστεί η απόφαση της Γαλλίας να αντικαταστήσει έως το 2027, στο σύνολο του Δημοσίου, πλατφόρμες επικοινωνίας όπως το Zoom ή το Teams με γαλλικό λογισμικό.
Δεν είναι αντι-αμερικανική κίνηση. Είναι κρατική. Το Παρίσι δεν ισχυρίζεται ότι μπορεί να αποσυνδεθεί από την αμερικανική τεχνολογία συνολικά. Λέει κάτι πιο περιορισμένο και πιο σοβαρό – ότι οι κρίσιμες λειτουργίες του κράτους, η εσωτερική επικοινωνία και τα ευαίσθητα δεδομένα δεν μπορεί να εξαρτώνται από τρίτους εκτός ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου.
Το μήνυμα είναι απλό. Σε συνθήκες κρίσης, ένα κράτος οφείλει να μπορεί να λειτουργεί.
Η ευρωπαϊκή αδυναμία – πολλά λόγια, ελάχιστη προετοιμασία
Η Ευρώπη μιλά εδώ και χρόνια για «στρατηγική αυτονομία». Στην ενέργεια έμαθε με καθυστέρηση. Στην άμυνα κινείται αργά. Στην τεχνολογία, όμως, παραμένει δομικά εξαρτημένη.
Δεν υπάρχει ενιαία ευρωπαϊκή ψηφιακή πλατφόρμα. Δεν υπάρχει σοβαρή εναλλακτική στα μεγάλα αμερικανικά οικοσυστήματα. Υπάρχουν κανονισμοί, πρόστιμα, επιδοτήσεις και δηλώσεις προθέσεων. Όμως στην πράξη, το κράτος και οι μεγάλες επιχειρήσεις συνεχίζουν να επιλέγουν λύσεις έτοιμες, φθηνές και λειτουργικές – δηλαδή αμερικανικές.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ιδανική αφορμή για την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, αν ποτέ αποφάσιζε να σκληρύνει τη στάση της. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιβάλει τα τελευταία χρόνια βαριά, εξακριβωμένα πρόστιμα σε αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς για παραβιάσεις κανόνων ανταγωνισμού και προστασίας δεδομένων: 2,42 δισ. ευρώ στη Google για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης στο shopping (2017), 4,34 δισ. ευρώ στη Google για το Android (2018, ποσό που μειώθηκε δικαστικά σε 4,125 δισ. ευρώ), 1,84 δισ. ευρώ στην Apple για πρακτικές στο App Store που έπλητταν τη μουσική ροή (2024), 1,2 δισ. ευρώ στη Meta για παράνομες μεταφορές προσωπικών δεδομένων στις ΗΠΑ (2023), 746 εκατ. ευρώ στην Amazon από το Λουξεμβούργο για παραβίαση του GDPR (2021, με δικαστική επιβεβαίωση το 2025), καθώς και 390 εκατ. ευρώ στη Meta για παραβάσεις σε Facebook και Instagram. Σε ένα κλίμα εμπορικής και ρυθμιστικής έντασης, αυτό το σωρευτικό «πακέτο» προσφέρει στην Ουάσιγκτον ένα έτοιμο αφήγημα αντιποίνων – όχι ως ωμή εκδίκηση, αλλά ως απάντηση σε αυτό που μπορεί να παρουσιαστεί ως συστηματικός ρυθμιστικός πόλεμος κατά αμερικανικών εταιρειών.
Το αποτέλεσμα είναι μια Ευρώπη που ρυθμίζει, αλλά δεν παράγει. Που επιβλέπει, αλλά δεν ελέγχει.
Ο πραγματικός φόβος
Ο ευρωπαϊκός εφιάλτης δεν είναι ότι οι ΗΠΑ θα «τιμωρήσουν» την Ευρώπη. Είναι ότι, σε μια στιγμή κρίσης, η Ουάσιγκτον θα δράσει με βάση τα δικά της συμφέροντα – όπως κάθε μεγάλη δύναμη. Και τότε, η Ευρώπη θα ανακαλύψει ότι δεν έχει χρόνο να μεταφέρει συστήματα, να εκπαιδεύσει προσωπικό ή να αλλάξει ψηφιακή αρχιτεκτονική.
Γι’ αυτό και η συζήτηση μετατοπίζεται. Όχι προς την αποσύνδεση, αλλά προς το de-risking. Ευρωπαϊκές λύσεις για κρίσιμες λειτουργίες. Διπλά συστήματα. Ρήτρες εξόδου. Έλεγχος δεδομένων. Λιγότερη αφέλεια.
Η γαλλική πρωτοβουλία δεν λύνει το πρόβλημα της ευρωπαϊκής τεχνολογικής εξάρτησης. Το φωτίζει. Και αυτό, σε αυτή τη φάση, είναι το σημαντικότερο.
Η Ευρώπη δεν χρειάζεται ψηφιακή αυτάρκεια τύπου Κίνας. Χρειάζεται στρατηγική αντοχή. Να μπορεί να λειτουργήσει αν το διεθνές περιβάλλον γίνει πιο σκληρό. Γιατί το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν οι ΗΠΑ θα πατήσουν ποτέ το κουμπί. Είναι αν η Ευρώπη έχει φροντίσει να μην εξαρτάται από αυτό.
Ποιους φόβους γεννά η ευρωπαϊκή εξάρτηση από την τεχνολογία των ΗΠΑ – Το κρυφό, άκρως επικίνδυνο «κουμπί» της Ουάσιγκτον
Η Ευρώπη αντιμετωπίζει έναν αυξανόμενο φόβο εξάρτησης από την αμερικανική τεχνολογία, ο οποίος εκτείνεται πέρα από τις απλές υποδομές και αγγίζει εφαρμογές, εργαλεία και ψηφιακά οικοσυστήματα ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία κρατών και επιχειρήσεων. Η εξάρτηση αυτή δεν είναι απλώς οικονομική, αλλά δημιουργεί έναν στρατηγικό κίνδυνο, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την τεχνολογική τους ισχύ ως μοχλό πίεσης. Η απλή απειλή περιορισμού της πρόσβασης στην αμερικανική τεχνολογία είναι αρκετή για να προκαλέσει ανησυχία. Η Γαλλία έχει ήδη ξεκινήσει να αντιμετωπίζει αυτό το ζήτημα, αποφασίζοντας να αντικαταστήσει αμερικανικές πλατφόρμες επικοινωνίας στο δημόσιο τομέα με γαλλικό λογισμικό έως το 2027. Αυτή η κίνηση δεν θεωρείται αντι-αμερικανική, αλλά ως μια προσπάθεια διασφάλισης της λειτουργίας του κράτους σε συνθήκες κρίσης, όπου η εξάρτηση από ξένες τεχνολογίες θα μπορούσε να αποβεί μοιραία. Η Ευρώπη, παρά τις συχνές αναφορές στην «στρατηγική αυτονομία», παραμένει δομικά εξαρτημένη από την αμερικανική τεχνολογία. Παρόλο που έχουν επιβληθεί σημαντικά πρόστιμα σε αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς για παραβιάσεις κανόνων ανταγωνισμού και προστασίας δεδομένων, η επιλογή έτοιμων, φθηνών και λειτουργικών αμερικανικών λύσεων παραμένει κυρίαρχη. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η έλλειψη εναλλακτικών λύσεων, αλλά και η δυσκολία αποσύνδεσης από τα υπάρχοντα αμερικανικά οικοσυστήματα. Η αλλαγή απαιτεί σημαντικές επενδύσεις σε χρόνο, χρήμα και τεχνογνωσία, καθώς και πολιτική βούληση. Η Ευρώπη πρέπει να αναπτύξει μια συνεκτική στρατηγική για την ενίσχυση της ψηφιακής της αυτονομίας, προκειμένου να μειώσει την ευαλωτότητά της και να διασφαλίσει την ανταγωνιστικότητά της στην παγκόσμια οικονομία.
You Might Also Like
Στα 367,852 δισ. ευρώ το δημόσιο χρέος της Ελλάδας
Ιαν 22
Ο αγώνας δρόμου του $1 τρισ. της Ευρώπης για την ανασυγκρότηση της αμυντικής βιομηχανίας – Η ανάλυση της WSJ
Ιαν 25
Ευρώπη: Πιέσεις στο φυσικό αέριο από το ψύχος στις ΗΠΑ
Ιαν 26
Η Ευρώπη στις συμπληγάδες του LNG: «Αντικαταστήσαμε μία τεράστια εξάρτηση με μία άλλη» – Εκτινάχθηκε η τιμή του
Ιαν 26