Ο οίκος αξιολόγησης Morningstar DBRS επιβεβαίωσε το βράδυ της Παρασκευής τη μακροπρόθεσμη πιστοληπτική ικανότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας σε ξένο και τοπικό νόμισμα στο “Α”. Ταυτόχρονα, επιβεβαίωσε τις βραχυπρόθεσμες αξιολογήσεις εκδότη σε ξένο και τοπικό νόμισμα της Κύπρου στο R-1 (low). Η προοπτική για όλες τις αξιολογήσεις παραμένει σταθερή.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του οίκου, η σταθερή προοπτική αντανακλά την άποψη του DBRS ότι οι κίνδυνοι για τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις είναι ισορροπημένοι.
Όπως σημειώνει, η αναπτυξιακή δυναμική της κυπριακής οικονομίας παρέμεινε ισχυρή κατά το τελευταίο έτος. Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 3,8% το 2025, χάρη στην ισχυρή εγχώρια ζήτηση και την αύξηση των εξαγωγών.
Ανησυχίες για τουρισμό και τιμές ενέργειας εξαιτίας του πολέμου
Σύμφωνα με τον DBRS, οι πρόσφατες εχθροπραξίες στη Μέση Ανατολή έχουν ενισχύσει την αβεβαιότητα σχετικά με τις βραχυπρόθεσμες οικονομικές προοπτικές της Κύπρου, δεδομένης της γεωγραφικής εγγύτητας του νησιού με την περιοχή. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τον τουριστικό τομέα, που τα τελευταία χρόνια αποτελεί σημαντικό μοχλό ανάπτυξης, υπογραμμίζει ο οίκος.
Επιπλέον, σημειώνει ότι ενδεχόμενες υψηλές τιμές ενέργειας διεθνώς, για παρατεταμένο διάστημα, θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και, κατ’ επέκταση, την ιδιωτική κατανάλωση. Το μέγεθος των πιθανών αρνητικών επιπτώσεων της σύγκρουσης στην κυπριακή οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης, επισημαίνει.
Ωστόσο, ο οίκος αξιολόγησης εκτιμά ότι η Κύπρος διαθέτει σημαντικά δημοσιονομικά αποθέματα για να αντιμετωπίσει πιθανές αρνητικές επιπτώσεις από τη σύγκρουση. “Τα δημόσια οικονομικά κατέγραψαν επαναλαμβανόμενα πλεονάσματα τα τελευταία χρόνια, με το ετήσιο δημοσιονομικό πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης να ανέρχεται κατά μέσο όρο στο 2,8% του ΑΕΠ την περίοδο 2022–2025. Αυτή η ευνοϊκή δημοσιονομική επίδοση προέκυψε όχι μόνο από συγκυριακούς παράγοντες που ενίσχυσαν τα δημόσια έσοδα, αλλά και από διαρθρωτικές βελτιώσεις στην πλευρά των εσόδων”, αναφέρει.
Επιπλέον, σημειώνει ότι το δημόσιο χρέος της γενικής κυβέρνησης έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, φθάνοντας στο σχετικά μέτριο επίπεδο του 60,6% του ΑΕΠ τον Σεπτέμβριο του 2025.
Σύμφωνα με τον οίκο αξιολόγησης, οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις της Κύπρου υποστηρίζονται από την ισχυρή δημοσιονομική επίδοση της κυβέρνησης τα τελευταία χρόνια, την ισχυρή χρηματοοικονομική κατάσταση του τραπεζικού τομέα και το σταθερό εγχώριο πολιτικό περιβάλλον.
Παρόλο που οι δείκτες διακυβέρνησης είναι ασθενέστεροι σε σύγκριση με τους περισσότερους εταίρους στην ΕΕ, ο DBRS θεωρεί ότι η συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί σημαντικό παράγοντα στήριξης της θεσμικής ποιότητας. Από την άλλη πλευρά, επισημαίνεται ότι οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις της Κύπρου εξακολουθούν να περιορίζονται από το μικρό μέγεθος της οικονομίας της, η οποία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις υπηρεσίες και επομένως είναι ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς, από το συγκριτικά χαμηλό επίπεδο παραγωγικότητας της εργασίας, καθώς και από το μεγάλο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Όπως σημειώνει ο οίκος, η αξιολόγηση της Κύπρου θα μπορούσε να αναβαθμιστεί αν η οικονομική ανάπτυξη και η δημοσιονομική επίδοση οδηγήσουν σε σημαντική μείωση του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ ή και αν υπάρχουν ενδείξεις για αυξημένη ανθεκτικότητα της οικονομίας και αύξηση των επιπέδων παραγωγικότητας της εργασίας.
Από την άλλη, η αξιολόγηση θα μπορούσε να υποβαθμιστεί αν υπάρξει σημαντική επιδείνωση της πορείας του δημόσιου χρέους, ενδεχομένως λόγω παρατεταμένης περιόδου ασθενικής ανάπτυξης ή αυξανόμενων δημοσιονομικών πιέσεων ή και εξαιτίας της υλοποίηση σημαντικών ενδεχόμενων υποχρεώσεων, ιδιαίτερα από τον μεγάλο εγχώριο τραπεζικό τομέα.
Ισχυρή οικονομική ανάπτυξη το 2025
Η δυναμική της οικονομικής ανάπτυξης παρέμεινε ισχυρή κατά το 2025, αναφέρει ο οίκος αξιολόγησης. Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 3,8% το 2025, υποστηριζόμενο από την ισχυρή εγχώρια ζήτηση και την αύξηση των εξαγωγών υπηρεσιών. Η ιδιωτική κατανάλωση ενισχύθηκε από την αύξηση της απασχόλησης και τις πραγματικές αυξήσεις στους μισθούς των νοικοκυριών, καθώς η ονομαστική αύξηση των μισθών παρέμεινε ισχυρή, την ώρα που οι πληθωριστικές πιέσεις υποχώρησαν.
Η αύξηση των εξαγωγικών υπηρεσιών προήλθε κυρίως από τον τουρισμό και τον τομέα των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών (ICT), καθώς και από τις χρηματοοικονομικές και άλλες επιχειρηματικές υπηρεσίες. Ο αριθμός των τουριστικών αφίξεων αυξήθηκε κατά 12,2% το 2025.
Ο οίκος αναφέρεται στις προβλέψεις του Δεκεμβρίου 2025 της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, σύμφωνα με τις οποίες η δυναμική της ανάπτυξης θα παραμείνει ισχυρή, με το πραγματικό ΑΕΠ να αναμένεται να αυξηθεί κατά 3% τόσο το 2026 όσο και το 2027. Όπως σημειώνει, οι προβλέψεις βασίζονται στην προσδοκία ότι η ιδιωτική κατανάλωση θα παραμείνει ισχυρή, υποστηριζόμενη από ευνοϊκές εξελίξεις στην αγορά εργασίας.
Επιπλέον, η επενδυτική δραστηριότητα αναμένεται να ενισχυθεί από αρκετά μεγάλα επενδυτικά έργα, ιδιαίτερα στους τομείς του τουρισμού και των οικιστικών ακινήτων, καθώς και, σε μικρότερο βαθμό, στους τομείς της ενέργειας, της εκπαίδευσης και της υγείας.
Ωστόσο, η πρόσφατη αύξηση των εχθροπραξιών στη Μέση Ανατολή έχει ενισχύσει την αβεβαιότητα σχετικά με τις βραχυπρόθεσμες οικονομικές προοπτικές της Κύπρου, λόγω της γεωγραφικής εγγύτητας του νησιού με την περιοχή. Αυτό αφορά ιδιαίτερα τον τουρισμό και τις μεγάλες εισροές κεφαλαίων. Επιπλέον, μια πιθανή αύξηση στις τιμές εισαγόμενης ενέργειας θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και, κατ’ επέκταση, την ιδιωτική κατανάλωση.
Παρότι η κυπριακή οικονομία αναπτύχθηκε με συγκριτικά ισχυρό ρυθμό τα τελευταία χρόνια, ο DBRS αναφέρει ότι οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις εξακολουθούν να περιορίζονται από το μικρό μέγεθος της οικονομίας της, η οποία βασίζεται κυρίως στις υπηρεσίες και συνεπώς είναι ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς. Όσον αφορά τη διάρθρωση της οικονομίας ανά τομέα, η σχετική σημασία της βιομηχανίας ICT έχει αυξηθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία, καθώς αρκετές ξένες εταιρείες τεχνολογίας μετέφεραν δραστηριότητες στην Κύπρο λόγω διαφόρων πολιτικών μέτρων (π.χ. φορολογικά κίνητρα και πολιτικές εγκατάστασης εταιρικών κεντρικών γραφείων).
Ωστόσο, ενώ το μερίδιο του τομέα ICT στη συνολική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία υπερδιπλασιάστηκε από 4,8% σε 12% μεταξύ 2015 και 2025, η αύξηση της απασχόλησης στον τομέα ήταν πολύ πιο περιορισμένη: το 2025 αντιστοιχούσε μόλις στο 4,8% της συνολικής εγχώριας απασχόλησης, από 2,7% το 2015.
Επίσης, σημειώνεται ότι παρότι τα επίπεδα παραγωγικότητας της εργασίας έχουν συγκλίνει τα τελευταία χρόνια, παραμένουν κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, κάτι που αποδίδεται εν μέρει στον σημαντικό ρόλο κλάδων εντάσεως εργασίας, όπως ο τουρισμός. Σύμφωνα με τη Eurostat, το επίπεδο του ονομαστικού ΑΕΠ ανά απασχολούμενο στην Κύπρο αντιστοιχούσε μόλις στο 89,2% του μέσου όρου της ΕΕ-27 το 2023.
Δημόσια οικονομικά
Όπως αναφέρει ο DBRS, η αύξηση των δημόσιων δαπανών προήλθε κυρίως από υψηλότερες δαπάνες για μισθούς στο δημόσιο και κοινωνικές παροχές, καθώς και από αυξημένες δημόσιες επενδύσεις.
Στην πλευρά των εσόδων, τα δημόσια οικονομικά επωφελήθηκαν από τη συνεχιζόμενη ισχυρή αύξηση των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης και των φόρων εισοδήματος, ενώ τα έσοδα από ΦΠΑ επηρεάστηκαν αρνητικά από μέτρα στήριξης των νοικοκυριών, όπως η μείωση του συντελεστή ΦΠΑ για την ηλεκτρική ενέργεια από τον Απρίλιο του 2025 και η συνέχιση του μηδενικού συντελεστή ΦΠΑ για βασικά αγαθά.
Επιπλέον, σημειώνεται ότι οι λογαριασμοί της γενικής κυβέρνησης επηρεάστηκαν αρνητικά από την επιστροφή επιχορήγησης της ΕΕ για τον τερματικό σταθμό στο Βασιλικό (0,2% του ΑΕΠ), και από τα μέτρα στήριξης που σχετίζονται με τις πυρκαγιές στην επαρχία Λεμεσού το καλοκαίρι του 2025 (0,2% του ΑΕΠ).
Παρόλο που η συνεχιζόμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει αυξήσει την αβεβαιότητα για τα μελλοντικά δημοσιονομικά αποτελέσματα, ο DBRS δεν αναμένει επί του παρόντος σημαντική επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών. Επιπλέον, η διαρθρωτική βελτίωση των δημόσιων οικονομικών τα τελευταία χρόνια τοποθετεί την κυβέρνηση σε ισχυρή θέση για να αντιμετωπίσει πιθανές αρνητικές επιπτώσεις της σύγκρουσης στα δημοσιονομικά ισοζύγια, επισημαίνεται.
Αναφέρεται, ακόμα, ότι σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, οι δαπάνες για προσαρμογή και μετριασμό της κλιματικής αλλαγής αναμένεται να είναι σημαντικές.
Γενικότερα, σημειώνεται, ακόμα, ότι πιθανές μελλοντικές αλλαγές στη διεθνή φορολογία των εταιρειών αποτελούν παράγοντα κινδύνου για τα δημόσια οικονομικά, δεδομένου ότι η Κύπρος αντλεί σχετικά μεγάλο μέρος των δημοσίων εσόδων της από αυτή την πηγή. Τα έσοδα από τον εταιρικό φόρο ανήλθαν στο 6,9% του ΑΕΠ το 2024, σε σύγκριση με μέσο όρο 3,6% στις χώρες της ΕΕ.
Δημόσιο χρέος
Όσον αφορά το δημόσιο χρέος, ο οίκος αξιολόγησης αναφέρει ότι σύμφωνα με τον προϋπολογισμό για το 2026, ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ θα συνεχίσει τη σταθερή πτωτική του πορεία, με το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης να εκτιμάται ότι θα μειωθεί στο 52,7% του ΑΕΠ ως το τέλος του 2026. Όπως σημειώνει, η μείωση του δημόσιου χρέους τα τελευταία χρόνια έχει επίσης συμβάλει στον περιορισμό των επιπτώσεων από τα υψηλότερα επιτόκια στο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Η Κομισιόν προβλέπει ότι οι δαπάνες τόκων της γενικής κυβέρνησης θα παραμείνουν αμετάβλητες στο 1,3% του ΑΕΠ την περίοδο 2025-2027.
Όσον αφορά το βάρος των τόκων, η κυβέρνηση εξακολουθεί να επωφελείται από το ευνοϊκό – αν και αυξανόμενο – επιτόκιο του δανείου του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) που χορηγήθηκε στην Κύπρο το 2013 και το οποίο αντιστοιχούσε στο 29% του εκκρεμούς ακαθάριστου χρέους της γενικής κυβέρνησης τον Σεπτέμβριο του 2025.
Ωστόσο, ο DBRS υπογραμμίζει ότι το ενδοκυβερνητικό χρέος, το οποίο δεν υπολογίζεται στο χρέος της γενικής κυβέρνησης, είναι σημαντικό. Στο τέλος του 2024, η κεντρική κυβέρνηση όφειλε στα εγχώρια ταμεία κοινωνικής ασφάλισης ποσό που αντιστοιχούσε στο 34,2% του ΑΕΠ, καθώς μεγάλα πλεονάσματα των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης είχαν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για τη χρηματοδότηση ελλειμμάτων του κρατικού προϋπολογισμού.
Παρόλο που η αξιοποίηση αυτών των αποθεματικών αποτελεί μια φθηνή και σταθερή πηγή χρηματοδότησης, ο οίκος προειδοποιεί ότι δημιουργεί και πιθανούς κινδύνους για τα δημόσια οικονομικά της κεντρικής κυβέρνησης, σε περίπτωση που παρατεταμένα ελλείμματα στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης χρειαστεί να καλυφθούν μέσω δημοσιονομικών μεταβιβάσεων.
Ωστόσο, αναφέρει ότι η υλοποίηση αυτού του κινδύνου θεωρείται απίθανη τα επόμενα χρόνια, καθώς προβλέπεται ότι το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης θα συνεχίσει να καταγράφει πλεονάσματα, χάρη στην ισχυρή αύξηση της απασχόλησης και την πρόσφατη αύξηση των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης.
Πιθανοί βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι χρηματοδότησης περιορίζονται από το ταμειακό απόθεμα της κεντρικής κυβέρνησης, το οποίο ανερχόταν στο 4,6% του ΑΕΠ τον Δεκέμβριο του 2025. Οι κύριοι κίνδυνοι για τα δημόσια οικονομικά προέρχονται από ένα πιθανό οικονομικό σοκ ή από την υλοποίηση ενδεχόμενων υποχρεώσεων στον μεγάλο εγχώριο τραπεζικό τομέα, του οποίου το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων ανερχόταν στο 193% του ΑΕΠ τον Δεκέμβριο του 2025 και χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό συγκέντρωσης. Προς το παρόν, αυτοί οι κίνδυνοι μετριάζονται εν μέρει από την ισχυρή χρηματοοικονομική κατάσταση του τραπεζικού τομέα.
Σύμφωνα με τον οίκο, ο τραπεζικός τομέας επωφελείται από πολύ μεγάλα κεφαλαιακά αποθέματα, αλλά η ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων παραμένει ασθενέστερη σε σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ
Η χρηματοοικονομική κατάσταση του τραπεζικού τομέα έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια και πλέον αξιολογείται ως ισχυρή. Τα κεφαλαιακά αποθέματα των τραπεζών έχουν αυξηθεί σημαντικά, καθώς η προσωρινή αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους ενίσχυσε τα κέρδη που διακρατήθηκαν από τις τράπεζες. Ο μέσος δείκτης CET1 διαμορφώθηκε στο 26,1% τον Σεπτέμβριο του 2025, από 17,8% τον Δεκέμβριο του 2022. Επιπλέον, οι θέσεις ρευστότητας των τραπεζών συνεχίζουν να επωφελούνται από πολύ υψηλά επίπεδα ταμειακών διαθεσίμων.
Η ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων του τραπεζικού τομέα έχει βελτιωθεί, ωστόσο το απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων από την κρίση του 2012–2013 παραμένει αδυναμία από πιστοληπτικής άποψης. Παρόλο που ο δείκτης ΜΕΧ μειώθηκε σημαντικά από 46,4% τον Δεκέμβριο του 2016 σε 3,2% τον Δεκέμβριο του 2025, κυρίως λόγω πωλήσεων και διαγραφών προβληματικών δανείων, εξακολουθεί να είναι υψηλότερος από ό,τι στις περισσότερες οικονομίες της ΕΕ, που ήταν στο 2,2% τον Σεπτέμβριο του 2025.
Οντότητες ειδικού σκοπού
Ο οίκος αξιολόγησης επισημαίνει, ακόμη, ότι τα εξωτερικά οικονομικά της Κύπρου επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από τον ρόλο της χώρας ως χρηματοοικονομικού κέντρου και από τις δραστηριότητες των οντοτήτων ειδικού σκοπού (Special Purpose Entities – SPEs), οι οποίες έχουν περιορισμένους δεσμούς με την εγχώρια οικονομία. Η επίδραση των SPEs είναι ιδιαίτερα εμφανής στην αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση της οικονομίας, η οποία ανερχόταν στο 87,9% του ΑΕΠ το τρίτο τρίμηνο του 2025. Εάν εξαιρεθούν τα εξωτερικά περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις που κατέχουν οι SPEs, η αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση μειώνεται στο 37,3% του ΑΕΠ.
Ταυτόχρονα, η ισχυρή εγχώρια ζήτηση στην οικονομία εκτός SPEs έχει αυξήσει σημαντικά το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών τα τελευταία χρόνια. Μεταξύ του Δ΄ τριμήνου 2024 και του Γ΄ τριμήνου 2025, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών (εξαιρουμένων των SPEs) διαμορφώθηκε σε πολύ υψηλό επίπεδο, στο 8,5% του ΑΕΠ, σε σύγκριση με μόλις 1,4% το 2017.
Παρόλο που η διεύρυνση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών αυξάνει τις εξωτερικές ευαλωτότητες, αυτό μετριάζεται εν μέρει από το γεγονός ότι χρηματοδοτείται κυρίως μέσω άμεσων ξένων επενδύσεων (FDI) χωρίς δημιουργία χρέους, όπως αγορές ακινήτων από ξένους και εισφορές κεφαλαίου σε εταιρείες. Αντίθετα, το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος (εξαιρουμένων των SPEs) μειώθηκε στο 167% του ΑΕΠ τον Σεπτέμβριο του 2025, από 315% του ΑΕΠ τον Δεκέμβριο του 2017.
Οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις υποστηρίζονται από σταθερό πολιτικό περιβάλλον
Το πολιτικό περιβάλλον στην Κύπρο είναι σταθερό, σημειώνεται, ενώ αναφέρεται ότι οι προσεχείς βουλευτικές εκλογές δεν αναμένεται να οδηγήσουν σε σημαντικές αλλαγές πολιτικής, ιδιαίτερα όσον αφορά τη δημοσιονομική πολιτική και τις μεταρρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο σχέδιο ανάκαμψης της Κύπρου.
Όσον αφορά την ποιότητα των θεσμών, η κατάταξη της χώρας στους Δείκτες Παγκόσμιας Διακυβέρνησης (Worldwide Governance Indicators) – όπως ο έλεγχος της διαφθοράς και το κράτος δικαίου – έχει επιδεινωθεί τα τελευταία χρόνια και πλέον βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Παράλληλα, ο DBRS θεωρεί ότι η συμμετοχή της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί σημαντικό παράγοντα στήριξης της θεσμικής ποιότητας.
Σε σχέση με τις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό, ο DBRS εκτιμά ότι οι πιθανότητες σημαντικής προόδου παραμένουν περιορισμένες.
Ο DBRS επιβεβαίωσε την πιστοληπτική ικανότητα Κύπρου σε Α με «σταθερή» προοπτική – Ανησυχία για τουρισμό
Ο οίκος αξιολόγησης DBRS Morningstar επιβεβαίωσε την πιστοληπτική ικανότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας στο «Α» με σταθερή προοπτική, τόσο σε ξένο όσο και σε τοπικό νόμισμα. Η επιβεβαίωση αφορά και τις βραχυπρόθεσμες αξιολογήσεις εκδότη. Ο οίκος αναφέρει ότι η σταθερή προοπτική αντανακλά την ισορροπία των κινδύνων για τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις. Σύμφωνα με τον DBRS, η κυπριακή οικονομία παρουσιάζει ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική, με το ΑΕΠ να αυξήθηκε κατά 3,8% το 2023, λόγω της ισχυρής εγχώριας ζήτησης και των εξαγωγών. Ωστόσο, οι πρόσφατες εχθροπραξίες στη Μέση Ανατολή έχουν αυξήσει την αβεβαιότητα για τις βραχυπρόθεσμες οικονομικές προοπτικές της Κύπρου, ιδίως για τον τουριστικό τομέα. Ο οίκος προειδοποιεί ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Παρόλα αυτά, εκτιμά ότι η Κύπρος διαθέτει σημαντικά δημοσιονομικά αποθέματα για να αντιμετωπίσει πιθανές αρνητικές επιπτώσεις από τη σύγκρουση. Τα δημόσια οικονομικά παρουσιάζουν πλεονάσματα τα τελευταία χρόνια και το δημόσιο χρέος έχει μειωθεί σημαντικά. Οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις της Κύπρου υποστηρίζονται από την ισχυρή δημοσιονομική επίδοση, την υγεία του τραπεζικού τομέα και το σταθερό πολιτικό περιβάλλον. Παρά τις αδυναμίες στη διακυβέρνηση, η συμμετοχή της Κύπρου στην ΕΕ θεωρείται σημαντικός παράγοντας στήριξης. Ωστόσο, το μικρό μέγεθος της οικονομίας και η εξάρτηση από τις υπηρεσίες αποτελούν περιοριστικούς παράγοντες.