***«Στην πράξη η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται σε μια κατάσταση συνταγματικής εκκρεμότητας»
***«Η έλλειψη θεσμικών αντιβάρων στην Κυπριακή Δημοκρατία σημαίνει στην πράξη ότι ο Κύπριος πολίτης [..] υποβάλλεται καθημερινά σε μια μεγάλη θυσία»
***«Από το 1964, στην απουσία της τ/κ κοινότητας, ο μηχανισμός των θεσμικών αντιβάρων έχει χαθεί καταλείποντας ένα σημαντικό κενό στον τομέα των μηχανισμών ελέγχου για τους κυβερνώντες και τους θεσμούς»
***«Ως έχουν τα πράγματα σήμερα, κατά την άσκηση της εξουσίας από τον εκάστοτε ΠτΔ, στην απουσία του Τ/κ Αντιπροέδρου, δεν είναι δύσκολο για ένα Πρόεδρο να υπερβεί τον θεσμικό του ρόλο»
***«Ο Πρόεδρο της Δημοκρατίας έχει καταλήξει να είναι σήμερα ένας αμιγώς μονοπρόσωπος θεσμός με δεσπόζουσα θέση»
***«Χωρίς επαρκή θεσμικά αντίβαρα ελέγχου της εξουσίας του, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι εύκολο να υπερβαίνει τον θεσμικό του ρόλο χωρίς αυτό να γίνεται αντιληπτό από τους πολίτες»
***«Όταν επικρατεί το προσωπικό στοιχείο στην άσκηση της κρατικής εξουσίας [..] έχει σαν αποτέλεσμα οι θεσμοί αυτοί να οδηγούνται σταδιακά και μοιραία στη διάβρωσή τους»
***«Η μη λύση του κυπριακού προβλήματος [..] δημιουργεί αισθητά ελλείμματα στα ζητήματα των θεσμικών αντιβάρων, της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, του κράτους δικαίου και του δημοκρατικού πολιτεύματος εν γένει»
Η συζήτηση για την απουσία επαρκών θεσμικών αντιβάρων στο κυπριακό Σύνταγμα, η οπoία προκαλεί δυσλειτουργίες των θεσμών στην Κυπριακή Δημοκρατία, βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και χρόνια, χωρίς ωστόσο να αποφασίζει το πολιτειακό και πολιτικό σύστημα να προχωρήσει σε διορθώσεις. Ο Δρ Κώστας Παρασκευά, πρόεδρος του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Κύπρου και αναπληρωτής καθηγητής Δημοσίου Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προειδοποιεί για κινδύνους υπέρβασης εξουσίας και σταδιακής διάβρωσης του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ο καθηγητής είναι ένας από τους εισηγητές στη δημόσια συζήτηση με θέμα «Θεσμικά αντίβαρα του κυπριακού Συντάγματος: αδιέξοδα και επιλογές» που διοργανώνει αύριο, στο Πανεπιστήμιο Κύπρου (18:00), το Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου και η Νομική Βιβλιοθήκη. Οι υπόλοιποι εισηγητές είναι οι Άριστος Δαμιανού, Γιώργος Παμπορίδης και Νικήτας Χατζημιχαήλ. Συντονίστρια η Ελένη Μελεάγρου.
Υπερεξουσίες Προέδρου
Κύριε Παρασκευά, όταν μιλάτε για «έλλειψη θεσμικών αντιβάρων», ποια συγκεκριμένα αντίβαρα θεωρείτε ότι απουσιάζουν σήμερα από το πολιτειακό/πολιτικό μας σύστημα;
Θα έλεγα ότι η έλλειψη θεσμικών αντιβάρων εντοπίζεται κατά κύριο λόγο στις υπερεξουσίες που έχει αποκτήσει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως αποτέλεσμα της κατάρρευσης της αρχιτεκτονικής του κυπριακού Συντάγματος περί τα τέλη του 1963. Όπως είναι γνωστό, από το 1964 ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει δεσπόζουσα θέση έχοντας στα χέρια του σημαντικές υπερεξουσίες, αφού δεν υπάρχει πια το δικέφαλο που προέβλεπε το κυπριακό Σύνταγμα στην κορυφή της κυπριακής Πολιτείας και ήταν η κορυφαία έκφανση του δικοινοτισμού στην Κύπρο. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η θέση του Τουρκοκύπριου αντιπροέδρου της Δημοκρατίας παραμένει κενή.
Γιατί λείπουν/απουσιάζουν τα αναγκαία θεσμικά αντίβαρα στην Κυπριακή Δημοκρατία;
Τα αναγκαία θεσμικά αντίβαρα, τα οποία προβλέπονταν στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960, δεν υπάρχουν πια, αφού το συνταγματικό οικοδόμημα -όπως αυτό είχε σχεδιαστεί από τους συντάκτες του- ουσιαστικά είχε καταρρεύσει με την απόσυρση των Τουρκοκυπρίων από τα όργανα του κράτους. Με άλλα λόγια, ο δικοινοτισμός, η διανομή δηλαδή της κρατικής εξουσίας μεταξύ της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής κοινότητας της Κύπρου, που διαχέει τις κυριότερες διατάξεις του Συντάγματος, δεν υπάρχει πια. Έτσι, από το 1964 και εντεύθεν το δίκαιο της ανάγκης καθορίζει τον πολιτειακό μας βίο. Μολονότι, το δόγμα αυτό έδωσε τη δυνατότητα στο κράτος μας να επιβιώσει και να λειτουργήσει στην ουσία εκτός του συνταγματικού κειμένου, το οποίο ένεκα της απουσίας των Τουρκοκυπρίων δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, στην πράξη η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται σε μια κατάσταση συνταγματικής εκκρεμότητας. Και τούτο διότι πολλές από τις διατάξεις που αφορούν το οργανωτικό μέρος του Συντάγματος είναι ανενεργές από το 1964. Ως αποτέλεσμα, το κυπριακό δημόσιο δίκαιο αφενός διαμορφώνεται μέσα από ένα ιδιαίτερα σύνθετο ιστορικό, πολιτικό και νομικό πλαίσιο και αφετέρου το δίκαιο της ανάγκης καθόρισε και πραγματικά στιγμάτισε την εξέλιξη και την πορεία του συνταγματικού δικαίου της χώρας.
Αδρανοποίηση, κατάργηση
Πώς ακριβώς επηρεάζει το δίκαιο της ανάγκης το συνταγματικό δίκαιο της χώρας μας;
Ουσιαστικά, το δίκαιο της ανάγκης επιτρέπει τη λειτουργία των συντεταγμένων οργάνων της Δημοκρατίας χωρίς την προβλεπόμενη από το Σύνταγμα συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη συγκρότηση των συλλογικών οργάνων μόνον από Ελληνοκυπρίους (βλέπε, για παράδειγμα, τα δύο σημερινά Ανώτατα Δικαστήρια, το Υπουργικό Συμβούλιο και τη Βουλή των Αντιπροσώπων), σε άλλες περιπτώσεις την αδρανοποίηση ή/και την κατάργηση οργάνων (βλέπε, για παράδειγμα, τη θέση του Τουρκοκύπριου αντιπροέδρου ή την κατάργηση της Ελληνοκυπριακής Κοινοτικής Συνέλευσης) και σε άλλες περιπτώσεις έχει ως αποτέλεσμα την πλήρωση θέσεων ανεξάρτητων αξιωματούχων, που προορίζονται για Τουρκοκυπρίους, από Ελληνοκυπρίους (βλέπε, για παράδειγμα, τη θέση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα και τη θέση του Βοηθού Γενικού Ελεγκτή).
Θυσία Κυπρίων
Τι σημαίνει η έλλειψη θεσμικών αντιβάρων; Τι σημαίνει για τον λαό αλλά και για το πολίτευμα, τους πολιτικούς και τους ίδιους τους θεσμούς;
Τα θεσμικά αντίβαρα αποτελούν νομικά δεσμευτικούς περιορισμούς της πολιτικής εξουσίας. Η έλλειψη θεσμικών αντιβάρων στην Κυπριακή Δημοκρατία σημαίνει στην πράξη ότι ο Κύπριος πολίτης, συχνά χωρίς να το αντιλαμβάνεται, από το 1964 υποβάλλεται καθημερινά σε μια μεγάλη θυσία. Με άλλα λόγια, ο Κύπριος πολίτης ανέχεται τη λειτουργία του κράτους εκτός συνταγματικού πλαισίου και ενίοτε χωρίς την ύπαρξη θεσμικών αντιβάρων για τους κυβερνώντες, στο όνομα της ανάγκης της λειτουργίας του κράτους (μια ανάγκη που αρχικά ήταν προσωρινή και τώρα τείνει να καταστεί μόνιμη) μέχρι την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος.
Σημαντικό κενό
Μήπως επηρεάζει και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων μας η έλλειψη θεσμικών αντιβάρων;
Η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι κεφαλαιώδους σημασίας στο σύγχρονο συνταγματικό δίκαιο και σε μια σύγχρονη φιλελεύθερη δημοκρατία εν γένει. Θα πρέπει να επισημάνω ότι το οργανωτικό μέρος του Συντάγματος, εκείνο δηλαδή που ρυθμίζει και κατανέμει τις εξουσίες, αποβλέπει στην πραγμάτωση του Μέρους του Συντάγματος που κατοχυρώνει τα θεμελιώδη δικαιώματα, που σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία δυτικού τύπου συνιστά και την πεμπτουσία του Συντάγματος. Είναι γνωστό ότι το κυπριακό Σύνταγμα, παρά τα όσα αρνητικά κατά καιρούς του καταλογίζονται, ενσωματώνει στο Μέρος ΙΙ (Άρθρα 6-35) κατά τρόπον σχεδόν αυτούσιο τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ωστόσο, μετρούμε κιόλας πάνω από έξι και πλέον δεκαετίες από την απόσυρση των Τουρκοκυπρίων από τα όργανα της Κυπριακής Δημοκρατίας και την κατάρρευση του συνταγματικού οικοδομήματος της χώρας μας και τη γέννηση και εδραίωση του δικαίου της ανάγκης. Στην πραγματικότητα, από το 1964 το γενικό οργανωτικό μέρος του κυπριακού Συντάγματος δεν λειτουργεί, τα θεσμικά αντίβαρα (που ήταν άρρηκτα συνυφασμένα με τον δικοινοτισμό) έχουν θρυμματισθεί και αυτό έχει μεγάλο αντίκτυπο στο κράτος δικαίου, στον τρόπο λειτουργίας του πολιτεύματός μας και εντέλει στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων μας. Κοντολογίς, από το 1964, στην απουσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας, ο μηχανισμός των θεσμικών αντιβάρων έχει χαθεί καταλείποντας ένα σημαντικό κενό στον τομέα των μηχανισμών ελέγχου για τους κυβερνώντες και τους θεσμούς.
Τ/Κ αντιπρόεδρος
Πόσο σημαντική (καθοριστική;) ήταν η μη λειτουργία του θεσμού του Τουρκοκύπριου αντιπροέδρου για τη σημερινή ισορροπία εξουσιών;
Το γεγονός ότι η λειτουργία του θεσμού του Τουρκοκύπριου αντιπροέδρου διήρκεσε μόλις τρία χρόνια (1960-1963) συχνά μας οδηγεί να ξεχνούμε ή/και να παραβλέπουμε τον καθοριστικό του ρόλο στο δικοινοτικό κράτος του 1960. Ωστόσο, σύμφωνα με το Σύνταγμα, ο Τουρκοκύπριος αντιπρόεδρος είχε μια σειρά από σημαντικές εξουσίες οι οποίες περιόριζαν ή/και διαδραμάτιζαν ρόλο αντιβάρου προς τις εξουσίες του Ελληνοκύπριου Προέδρου. Πέρα από το δικαίωμα αρνησικυρίας (veto), που είχε ο Τουρκοκύπριος αντιπρόεδρος σε θέματα εξωτερικών υποθέσεων, άμυνας και ασφάλειας, είχε επίσης και μια σειρά άλλων εξουσιών που λειτουργούσαν ως αντίβαρα στις εξουσίες του Ελληνοκύπριου Προέδρου. Για παράδειγμα, ο Πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος θα έπρεπε να διορίζουν από κοινού τους ανεξάρτητους αξιωματούχους (για παράδειγμα, τον Γενικό Εισαγγελέα, τον Γενικό Ελεγκτή), καθώς, επίσης, και τους προέδρους και τους δικαστές των δύο Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας. Όπως γίνεται αντιληπτό, από το 1964 αυτή η σημαντική εξουσία έχει περάσει αποκλειστικά στα χέρια του Προέδρου της Δημοκρατίας χωρίς να υπάρχει δυνατότητα παρέμβασης από οποιοδήποτε άλλο κρατικό όργανο, οδηγώντας σε ένα φαινόμενο προεδρικής παντοκρατορίας.
Υπέρβαση θεσμικού ρόλου
Ποιες τάσεις δημιουργούνται για την Προεδρία της Δημοκρατίας λόγω του γεγονότος ότι ο Πρόεδρος της ΚΔ λειτουργεί ως «μονοπρόσωπος θεσμός»;
Ως έχουν τα πράγματα σήμερα, κατά την άσκηση της εξουσίας από τον εκάστοτε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στην απουσία του θεσμικού αντιβάρου του Τουρκοκύπριου αντιπροέδρου, δεν είναι δύσκολο για έναν Πρόεδρο να υπερβεί τον θεσμικό του ρόλο. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει καταλήξει να είναι σήμερα ένας αμιγώς μονοπρόσωπος θεσμός με δεσπόζουσα, όπως έχω πει, θέση και η ανάδειξη του εκάστοτε προσώπου που τον εκπροσωπεί μέσω των προεδρικών εκλογών δεν βοηθά τους πολίτες αλλά ούτε και τον ίδιο τον Πρόεδρο να συνειδητοποιήσουν και πολύ περισσότερο να διαφυλάξουν τα αναγκαία όρια μεταξύ του θεσμικού και του προσωπικού στοιχείου. Χωρίς επαρκή θεσμικά αντίβαρα ελέγχου της εξουσίας του, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι εύκολο να υπερβαίνει τον θεσμικό του ρόλο χωρίς αυτό να γίνεται αντιληπτό από τους πολίτες ως σοβαρός κίνδυνος για τον δημοκρατικό χαρακτήρα του κυπριακού πολιτεύματος. Οι πολίτες καλούνται στην κάλπη σε τακτά χρονικά διαστήματα (ανά πενταετία στην Κύπρο) και εύκολα μπορούν να θεωρήσουν ότι δεν υπάρχει ο οποιοσδήποτε κίνδυνος για το δημοκρατικό μας πολίτευμα.
Υπάρχει κίνδυνος!
Κινδυνεύει το δημοκρατικό πολίτευμά μας από μία κυριαρχία του προσωπικού επί του θεσμικού στοιχείου;
Θα έλεγα ότι, ναι, υπάρχει κίνδυνος για το δημοκρατικό μας πολίτευμα. Πιστεύω ότι από την ενδεχόμενη κυριαρχία του προσωπικού επί του θεσμικού στοιχείου μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο το δημοκρατικό πολίτευμα. Και τούτο διότι όταν επικρατεί το προσωπικό στοιχείο στην άσκηση της κρατικής εξουσίας καταλήγει ενίοτε να αποτελεί και το κυρίαρχο κριτήριο επιλογής των προσώπων που καλούνται να εκπροσωπήσουν τους υπόλοιπους θεσμούς και αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι θεσμοί αυτοί να οδηγούνται σταδιακά και μοιραία στη διάβρωσή τους.
Πόσο επικίνδυνη είναι στην πράξη η σύγχυση μεταξύ θεσμικού και προσωπικού ρόλου;
Χωρίς καμία αμφιβολία, με τη σύγχυση μεταξύ θεσμικού και προσωπικού ρόλου φαλκιδεύεται ο δημοκρατικός και φιλελεύθερος χαρακτήρας του πολιτεύματος. Αυτό συμβαίνει όταν, για παράδειγμα, κριτήριο επιλογής των προσώπων που θα συγκροτήσουν μια ανεξάρτητη Αρχή ή θα στελεχώσουν τη δικαστική εξουσία είναι αλλότριοι σκοποί και όχι το κατά πόσον οι επιλεγόμενοι πληρούν τα υψηλά πρότυπα που προϋποθέτει ο θεσμός ή το κατά πόσον είναι πράγματι σε θέση να προασπίσουν αποτελεσματικά τον θεσμικό τους ρόλο, στον οποίον περιλαμβάνεται -ας μην ξεχνούμε- και ο έλεγχος αυτών που τους επέλεξαν.
Ροκανίζοντας τους θεσμούς
Θεωρείτε ότι το πρόβλημα είναι κυρίως συνταγματικό ή αφορά την πολιτική κουλτούρα;
Θεωρώ ότι τα δύο δεν είναι καθόλου άσχετα μεταξύ τους και αυτό ανάγεται -κατά την άποψή μου- και στα πρώτα χρόνια λειτουργίας της Κυπριακής Δημοκρατίας όπου δεν εδραιώθηκε η σωστή πολιτική κουλτούρα. Πιστεύω πως εκείνο το οποίο πραγματικά έλειψε κατά τα τρία πρώτα χρόνια λειτουργίας της Δημοκρατίας ήταν η καλλιέργεια της συνείδησης υπακοής όλων των πολιτών στον υπέρτατο θεμελιώδη νόμο του κράτους –το Σύνταγμα. Απουσίαζε, με άλλα λόγια, η καλλιέργεια συνταγματικής συνείδησης, η δημιουργία κουλτούρας συνταγματικού πατριωτισμού. Αντί αυτού, οι δύο κοινότητες είχαν επιδοθεί σε μία προσπάθεια επιβολής η μία στην άλλη, ροκανίζοντας ή/και διαβρώνοντας τους θεσμούς, με αποτέλεσμα τον παραγκωνισμό του συνταγματικού κειμένου. Θα ήταν, ομολογουμένως, δύσκολο να αντιτείνει κανείς πως αυτή η κουλτούρα υποβάθμισης της σημασίας του σεβασμού του Συντάγματος και κατ’ επέκταση και των συνταγματικών θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών δεν έχει κληρονομηθεί και δεν ισχύει και στις μέρες μας. Ενδεχομένως για αυτό να φταίει και το γεγονός ότι έχει επικρατήσει η άποψη ότι το Σύνταγμά μας ήταν «δοτό», κάτι που μας είχε επιβληθεί και αυτό έχει περάσει στη συνείδηση των πολιτών και των πολιτικών.
Τραγικά επίπεδα εμπιστοσύνης
Υπάρχουν σημάδια που δείχνουν ότι η «διάβρωση θεσμών» βρίσκεται σε εξέλιξη; Ποια είναι αυτά τα σημάδια;
Η παρατεταμένη από το 1964 έλλειψη εξισορροπητικών θεσμικών αντιβάρων έχει αρχίσει να κάνει αισθητά τα σημάδια της στην κυπριακή πολιτεία. Αυτό, πιστεύω, αντικατοπτρίζεται και στα τραγικά πολλές φορές επίπεδα εμπιστοσύνης που οι πολίτες έχουν απέναντι σε διάφορους θεσμούς στη χώρα μας. Το γεγονός αυτό δυσκολεύει ιδιαίτερα τους θεσμούς όταν καλούνται να διαχειριστούν σημαντικές κρίσεις και η κοινωνία, αντί να τους περιβάλλει με αίσθημα εμπιστοσύνης, τους βλέπει με αίσθημα καχυποψίας.
Ποιότητα Δημοκρατίας
Πώς επηρεάζουν οι διαδικασίες διορισμών σε ανεξάρτητες Αρχές την ποιότητα της Δημοκρατίας;
Οι ανεξάρτητες Αρχές θεωρούνται πολύ ισχυρά θεσμικά αντίβαρα για τον περιορισμό της κυβερνητικής εξουσίας. Συνεπώς, οι διαδικασίες διορισμών σε ανεξάρτητες Αρχές διασφαλίζουν ότι τα θεσμικά αντίβαρα θα λειτουργήσουν αποτελεσματικά και ως φραγμός απέναντι στην κατάχρηση της εξουσίας από τους κρατούντες συνεισφέροντας καταλυτικά στην ποιότητα της δημοκρατίας. Έχει, λοιπόν, πολύ μεγάλη σημασία να διορίζονται εκείνοι οι οποίοι πληρούν τα υψηλά πρότυπα που προϋποθέτει ο θεσμός και είναι πράγματι σε θέση να προασπίσουν αποτελεσματικά τον θεσμικό τους ρόλο.
Το φάντασμα του άλυτου Κυπριακού
Ερωτηθείς «γιατί δεν θεσπίζουμε θεσμικά αντίβαρα», ο Δρ Κώστας Παρασκευά απάντησε ότι «το ζήτημα της τροποποίησης ή/και αναθεώρησης του κυπριακού Συντάγματος με αντικείμενο την έλλειψη θεσμικών αντιβάρων ή/και του εκσυγχρονισμού του Συντάγματος εγείρει αναγκαστικά το ερώτημα κατά πόσον η ελληνοκυπριακή κοινότητα από μόνη της (στην απουσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας) μπορεί να προβεί σε τέτοιας έκτασης τροποποιήσεις που να αγγίζουν τον σκληρό πυρήνα των θεμελιωδών διατάξεων και οι οποίες ενδεχομένως να αλλάζουν τον χαρακτήρα του κυπριακού Συντάγματος».
Μπορεί η ελληνοκυπριακή κοινότητα, με την κάλυψη της Κυπριακής Δημοκρατίας -και άλυτο το Κυπριακό- από μόνη της να θεσπίσει θεσμικά αντίβαρα;
Είναι ένα δύσκολο νομικό ερώτημα. Παρά το γεγονός ότι η διεθνής νομική προσωπικότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι κατοχυρωμένη και η εσωτερική οργάνωση του κράτους είναι ζήτημα εθνικού συνταγματικού δικαίου, δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει το φάντασμα του άλυτου κυπριακού προβλήματος. Με άλλα λόγια, η μη λύση του κυπριακού προβλήματος, πέρα από τις άλλες συνέπειες που έχει για τον τόπο μας, αγγίζει πλέον την καθημερινότητα του Κύπριου πολίτη και δημιουργεί αισθητά ελλείμματα στα ζητήματα των θεσμικών αντιβάρων, της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, του κράτους δικαίου και του δημοκρατικού πολιτεύματος εν γένει. Την ίδια στιγμή, η μη εξεύρεση λύσης αποστερεί την επιβεβλημένη από το Σύνταγμα παρουσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας στην προσπάθεια για ριζικό εκσυγχρονισμό του συνταγματικού οικοδομήματος της Δημοκρατίας.
Άρα, οι Ελληνοκύπριοι είμαστε όμηροι του προβληματικού/λειψού κυπριακού Συντάγματος;
Δεν νομίζω ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά θα πρέπει να θεωρεί τον εαυτό της όμηρο ενός λειψού και αποστεωμένου συνταγματικού κειμένου και της συγκυριακής εφαρμογής του δικαίου της ανάγκης ούτε και να αισθάνεται ανήμπορη να εκσυγχρονίσει το συνταγματικό πλαίσιο. Ωστόσο, ο εκσυγχρονισμός του κυπριακού Συντάγματος δεν θα μπορούσε να αποχρωματιστεί από την έντονη πολιτική του σημειολογία. Δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι το συνταγματικό κείμενο είναι στοιχείο βαρύνουσας σημασίας για την Κυπριακή Δημοκρατία. Επιτελεί έναν διόλου ευκαταφρόνητο ρόλο, αυτόν δηλαδή της συμβολικής λειτουργίας του Συντάγματος ως γενέθλιας πράξης και ως εμβλήματος της ύπαρξης και της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, που ήταν προϊόν ενός διεθνούς διακανονισμού (των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου) και με κλασικό χαρακτηριστικό τον δικοινοτισμό.
Θα μπορούσε να ενισχυθεί ο ρόλος της Βουλής των Αντιπροσώπων ως αντίβαρο;
Θα έλεγα ότι το ζητούμενο είναι η διασφάλιση της ύπαρξης και λειτουργίας αποτελεσματικών αντιβάρων απέναντι στη δεσπόζουσα θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας -κάτι που θα ενισχύσει το κράτος δικαίου στην Πολιτεία μας. Ένα πολύ καλό παράδειγμα εμπλοκής της Βουλής των Αντιπροσώπων στον διορισμό αξιωματούχων και λειτουργίας της ως θεσμικού αντιβάρου απέναντι στις υπερεξουσίες του Προέδρου είναι η περίπτωση διορισμού του επιτρόπου Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, ο εν λόγω αξιωματούχος διορίζεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ύστερα από εισήγηση του Υπουργικού Συμβουλίου και με προηγούμενη σύμφωνη απόφαση της πλειοψηφίας της Βουλής των Αντιπροσώπων. Συνεπώς, αν δεν προηγηθεί σύμφωνη απόφαση της Βουλής δεν μπορεί να προχωρήσει διορισμός από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Όπως γίνεται αντιληπτό, η λύση αυτή είναι εκτός του αυστηρού πλαισίου του Συντάγματος, έχει γίνει όμως αποδεκτή και λειτουργεί ως ένα ικανοποιητικό, θα έλεγα, θεσμικό αντίβαρο για τον περιορισμό της κυβερνητικής εξουσίας.
Politis
Ο Κώστας Παρασκευά για το κυπριακό Σύνταγμα: «Οδηγηθήκαμε σε προεδρική παντοκρατορία»
Ο καθηγητής Νομικής Κώστας Παρασκευά επισημαίνει την έλλειψη θεσμικών αντιβάρων στο κυπριακό Σύνταγμα, η οποία οδηγεί σε μια "προεδρική παντοκρατορία". Υποστηρίζει ότι η κατάρρευση του δικοινοτικού συστήματος το 1964 οδήγησε σε συγκέντρωση εξουσίας στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, με αποτέλεσμα την υπέρβαση του θεσμικού του ρόλου και τη διάβρωση των δημοκρατικών θεσμών. Η απουσία επαρκών ελέγχων στην άσκηση της εξουσίας, σε συνδυασμό με τη μη λύση του Κυπριακού, δημιουργεί κινδύνους για το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Η συζήτηση για το θέμα θα διεξαχθεί αύριο στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.