Του Πατριάρχη
Στις 24 Μαΐου οι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας καλούνται στις κάλπες για να εκλέξουν τα 56 μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων, δηλαδή το νομοθετικό μας σώμα. Η ίδια η Βουλή περιγράφει ως βασικές της αρμοδιότητες της το νομοθετικό έργο και τον κοινοβουλευτικό έλεγχο προς την κυβέρνηση, με δυνατότητα ακόμη και να τροποποιεί ή να καταψηφίζει νομοσχέδια και τον κρατικό προϋπολογισμό.
Εδώ αρχίζει και η μεγάλη πολιτική απάτη της προεκλογικής εμποροπανήγυρης, γιατί άλλο βουλευτής και άλλο Πρόεδρος ή Υπουργός. Άλλο νομοθετική εξουσία και άλλο εκτελεστική. Το κράτος δεν είναι λαϊκή αγορά να φωνάζει ο καθένας ότι του κατέβει ελπίζοντας ότι θα βρεθούν αρκετά αυτιά ψεκασμένων για να ακούσουν. Η Βουλή δεν κυβερνά, δεν χαράσσει από μόνη της εξωτερική πολιτική, δεν κάθεται να σχεδιάσει τον κρατικό προϋπολογισμό, δεν αποφασίζει μόνη της τη φορολογική στρατηγική της χώρας, δεν διοικεί τα σχολεία, ούτε ασκεί την εκτελεστική εξουσία. Αυτά ανήκουν στην κυβέρνηση.
Ο βουλευτής έχει άλλο έργο, κρίσιμο αλλά διαφορετικό. Καταθέτει προτάσεις νόμου, συζητεί, τροποποιεί, απορρίπτει, εγκρίνει, ελέγχει υπουργούς, αναδεικνύει σκάνδαλα, πιέζει πολιτικά, συμμετέχει στις κοινοβουλευτικές επιτροπές και επηρεάζει τη δημόσια συζήτηση.
Συνεπώς, όταν ένας υποψήφιος βουλευτής υπόσχεται ότι «θα αλλάξει την εξωτερική πολιτική της χώρας», «θα μειώσει τους φόρους», «θα αλλάξει την παιδεία» ή «θα κυβερνήσει αλλιώς», έχουμε δύο εξηγήσεις. Είτε δεν γνωρίζει τα στοιχειώδη της συνταγματικής τάξης είτε γνωρίζει πολύ καλά και απλώς πουλά παραμύθι. Και τα δύο είναι προβληματικά. Στην πρώτη περίπτωση είναι επικίνδυνα αδαής και στη δεύτερη είναι συνειδητός λαϊκιστής. Καμία από τις δύο εκδοχές δεν αποτελεί σύσταση σοβαρότητας για το νομοθετικό σώμα.
Ακόμη πιο χονδροειδής είναι η υπόσχεση, ότι κάποιοι «θα βάλουν τους απατεώνες και τους διεφθαρμένους φυλακή». Όχι, δεν θα βάλουν κανέναν φυλακή. Οι βουλευτές δεν είναι ανακριτές, δεν είναι εισαγγελείς, δεν είναι δικαστές. Η απονομή δικαιοσύνης ανήκει στη δικαστική εξουσία. Ο βουλευτής μπορεί να ασκήσει πίεση για έλεγχο, να ζητήσει λογοδοσία, να συμβάλει σε αυστηρότερο θεσμικό πλαίσιο και να αποδώσει πολιτικές ευθύνες. Μέχρι εκεί. Από εκεί και πέρα μιλά η Δικαιοσύνη.
Γι’ αυτό το πραγματικό ερώτημα της κάλπης δεν είναι ποιος θα πει τις περισσότερες ανοησίες, αλλά το ποιος καταλαβαίνει τον ρόλο που ζητά να υπηρετήσει. Ποιος έχει επάρκεια να νομοθετήσει σωστά, ποιος μπορεί να ελέγξει αποτελεσματικά την κυβέρνηση, ποιος ξέρει τη διαφορά ανάμεσα στην πολιτική ευθύνη και στην ποινική καταδίκη και ποιος αντιμετωπίζει τον πολίτη ως ώριμο άνθρωπο και όχι ως πελάτη πανηγυριού.
Στις 24 Μαΐου δεν εκλέγουμε σωτήρες, σερίφηδες και μικρούς αυτοκράτορες. Εκλέγουμε αντιπροσώπους για τη Βουλή. Και μόνο το γεγονός ότι χρειάζεται να το υπενθυμίζουμε, λέει πολλά για το επίπεδο πολλών εξ αυτών που ζητούν την ψήφο μας.
Οι παπατζήδες επίδοξοι νομοθέτες
Η Κύπρος πλησιάζει στις βουλευτικές εκλογές της 24ης Μαΐου, και ο Πατριάρχης σχολιάζει την παραπληροφόρηση και τις υπερβολικές υποσχέσεις που συχνά συνοδεύουν την προεκλογική περίοδο. Επισημαίνει ότι οι βουλευτές έχουν διαφορετικό ρόλο από την κυβέρνηση, καθώς η Βουλή νομοθετεί και ελέγχει, ενώ η κυβέρνηση εκτελεί και διαχειρίζεται. Οι υποψήβιοι συχνά υπόσχονται πράγματα που δεν είναι εντός των αρμοδιοτήτων τους, όπως αλλαγές στην εξωτερική πολιτική ή τη φορολογική στρατηγική, είτε λόγω άγνοιας είτε λόγω λαϊκισμού. Ο Πατριάρχης τονίζει επίσης ότι οι βουλευτές δεν έχουν την εξουσία να θέτουν ανθρώπους στη φυλακή, καθώς η απονομή δικαιοσύνης ανήκει στη δικαστική εξουσία. Καταλήγει υπογραμμίζοντας ότι οι πολίτες πρέπει να εκλέξουν αντιπροσώπους που κατανοούν τον ρόλο τους και μπορούν να νομοθετήσουν αποτελεσματικά, να ελέγξουν την κυβέρνηση και να αντιμετωπίσουν τους πολίτες με σεβασμό.