Του Πατριάρχη
Η φθορά του παλιού πολιτικού σκηνικού ανοίγει χώρο για νέους παίκτες και αυτό είναι φυσιολογικό. Όταν οι πολίτες νιώθουν ότι τα παραδοσιακά κόμματα δεν τους εκφράζουν, ψάχνουν διέξοδο. Η πολιτική ζωή του τόπου μοιάζει με σκηνικό από θίασο που υπόσχεται την κάθαρση, αλλά στην πραγματικότητα προετοιμάζει την επόμενη πράξη του ίδιου δράματος. Δύο νέες οντότητες, το ΑΛΜΑ και η «Άμεση Δημοκρατία Κύπρου», φιλοδοξούν να εισέλθουν στη Βουλή των Αντιπροσώπων ευαγγελιζόμενες το νέο, το άφθαρτο και την ανατροπή του κατεστημένου. Ωστόσο, παρακολουθώντας τις κινήσεις και τις πρακτικές τους φαίνεται πως οι προοπτικές διαφοροποίησης από το παραδοσιακό κομματικό σύστημα είναι τουλάχιστον ισχνές, αν όχι ανύπαρκτες.
Η αγανάκτηση του κόσμου είναι καλή δικαιολογία για να ανέβεις στη σκηνή, δεν επαρκεί όμως για να σταθείς πάνω της χωρίς να αποκαλυφθείς.
Το ΑΛΜΑ εμφανίζεται ως ένα πολιτικό όχημα που φαίνεται να εξυπηρετεί κυρίως την προσωπική ατζέντα του Οδυσσέα Μιχαηλίδη. Η εμμονή του τέως Γενικού Ελεγκτή να πάρει ρεβάνς για την παύση του από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο είναι διάχυτη σε κάθε του κίνηση. Ο ίδιος δεν κρύβει τις φιλοδοξίες του για το 2028 και το κόμμα μοιάζει με λυχνάρι του Αλαντίν από το οποίο περιμένει να βγει ο τζίνι για να τον κάνει Πρόεδρο.
Στο εσωτερικό του συγκεντρώνονται πρόσωπα με εντελώς διαφορετικές αφετηρίες και θέσεις, όπως η Ειρήνη Χαραλαμπίδου και ο Δημήτρης Παπαδάκης, δημιουργώντας ένα μωσαϊκό που στερείται ιδεολογικής συνοχής. Ήδη οι πρώτες ρωγμές είναι ορατές, καθώς στελέχη αποχωρούν καταγγέλλοντας αρχηγικό αυταρχισμό και πρακτικές που παραπέμπουν στα πιο συγκεντρωτικά μοντέλα που υποτίθεται ότι το κίνημα ήρθε να πολεμήσει.
Θέλει να δείξει διεύρυνση, αλλά καταλήγει να θυμίζει περισσότερο εκλογική συγκόλληση ετερόκλητων υλικών παρά νέα πολιτική σχολή. Δεν αρκεί να δηλώνεις αντισυστημικός όταν η πρώτη εικόνα που δίνεις είναι μεταγραφές α λα καρτ από το ίδιο το σύστημα που καταγγέλλεις.
Από την άλλη πλευρά, η περίπτωση της «Άμεσης Δημοκρατίας» του Φειδία Παναγιώτου αγγίζει τα όρια της γραφικότητας, αν δεν ήταν επικίνδυνη για τους θεσμούς. Ο ευρωβουλευτής έχει στήσει μια ψηφιακή πλατφόρμα, την οποία ο ίδιος ελέγχει και διαχειρίζεται, προκειμένου να αναδείξει τους υποψήφιους βουλευτές. Είναι ο απόλυτος άρχων μιας διαδικασίας που βαφτίζεται «δημοκρατική», ενώ στην ουσία πρόκειται για ένα προσωπικό σόου. Το καταστατικό, γραμμένο από τον ίδιο, του παρέχει υπερεξουσίες, θυμίζοντας περισσότερο ιδιωτική εταιρεία παρά πολιτικό σχηματισμό.
Το πιο ανησυχητικό όμως είναι απαξίωση κάθε θεσμού. Ο Φειδίας Παναγιώτου, ενώ διαχειρίζεται τεράστια ποσά ευρωπαϊκών κονδυλίων και βρίσκεται υπό το μικροσκόπιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για πιθανή διασπάθιση χρήματος, επιδεικνύει μια προκλητική περιφρόνηση προς την Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Η άρνησή του να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις για την προστασία των δεδομένων των πολιτών που εγγράφονται στην πλατφόρμα του, μαρτυρά μια αντίληψη ότι ο νόμος ισχύει μόνο για τους άλλους.
Όταν η «ανατροπή» στερείται πολιτικού βάθους και βασίζεται σε προσωπικές εμμονές ή σε ψηφιακούς ναρκισσισμούς, τότε δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια νέα μορφή λαϊκισμού. Η ιστορία μας έχει διδάξει ότι όσοι ανεβαίνουν στο βήμα κραυγάζοντας κατά του συστήματος, συχνά γίνονται οι πιο στυγνοί διαχειριστές του, μόλις γευτούν την εξουσία. Οι πολίτες ας αναλογιστούν αν η οργή τους αξίζει να γίνει παιχνίδι για τις φιλοδοξίες ανθρώπων που θεωρούν το κράτος και τους θεσμούς ως προσωπικό τους παιχνίδι.
Νέα κόμματα, παλιές συνήθειες
Η πολιτική σκηνή της Κύπρου βλέπει την εμφάνιση νέων κομμάτων, όπως το ΑΛΜΑ και η «Άμεση Δημοκρατία Κύπρου», τα οποία επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν την απογοήτευση των πολιτών από τα παραδοσιακά κόμματα. Ωστόσο, ο αρθρογράφος εκφράζει σκεπτικισμό σχετικά με την πραγματική ικανότητα αυτών των νέων σχηματισμών να προσφέρουν μια ουσιαστική εναλλακτική λύση. Το ΑΛΜΑ φαίνεται να εξυπηρετεί την προσωπική ατζέντα του Οδυσσέα Μιχαηλίδη και την επιθυμία του για εκδίκηση, ενώ η «Άμεση Δημοκρατία Κύπρου» χαρακτηρίζεται από συγκεντρωτισμό και έλλειψη διαφάνειας. Ο αρθρογράφος υπογραμμίζει ότι η απλή διακήρυξη της αντισυστημικότητας δεν αρκεί για να πείσει τους πολίτες, ενώ επισημαίνει την επικίνδυνη απαξίωση των θεσμών από ορισμένους πολιτικούς παράγοντες.