Στην πρόσφατη επίσκεψη του στο Κίεβο, ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης επιχειρηματολόγησε επανειλημμένα ως προς την ομοιότητα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο και της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Εξάλλου, οι ομοιότητες είναι πασιφανείς: Ένας δυνατότερος σε ισχύ γείτονας χρησιμοποιεί ‘ιστορικά’ επιχειρήματα ενός άρρηκτου δεσμού του παρελθόντος, όπου επικρατούσε ως ηγεμόνας στη γενικότερη γεωγραφική επικράτεια. Η παρουσία μιας μειονότητας την οποία ο επίδοξος ηγεμόνας ισχυρίζεται ότι οφείλει να προστατεύσει, ακόμη και με ένοπλη βία. Και στην πραγματικότητα, η αμείλικτη γεωγραφία που επιβάλει για λόγους ζωτικών συμφερόντων τη διασφάλιση του εδάφους του αδύναμου κράτους υπό κηδεμονία, ως ένα είδος cordon sanitaire, δηλαδή μιας ζώνης ουδέτερης και μη εχθρικής προς τον μεγαλύτερο γείτονα.
Λαμβάνοντας όλα αυτά υπόψη το επόμενο ερώτημα που ταλανίζει βεβαίως τον δημόσιο διάλογο στη χώρα μας είναι το πόσο πιθανόν είναι να ασχοληθεί ουσιαστικά ο πρόεδρος Τραμπ και με το κυπριακό. Ενώ οι εχθροπραξίες συνεχίζουν να μαίνονται επί ουκρανικού εδάφους, παρά τις προσπάθειες για επίτευξη μια ειρηνευτικής συμφωνίας, κυρίως με την παρέμβαση του αμερικανικού παράγοντα, το κυπριακό παραμένει πρόβλημα χαμηλής έντασης, ένα frozen conflict που δεν χαρακτηρίζεται τώρα πια από αιματοχυσίες. Έστω κι αν αποτελεί ‘απόστημα’ για το ευρύτερο περιφερειακό σύστημα, σύμφωνα με τον Αμερικανό πρέσβη στην Άγκυρα, Τομ Μπάρακ. Άρα, ενώ η λύση του ουκρανικού παραμένει επείγουσα, η λύση του κυπριακού ακολουθεί τα τελευταία χρόνια μια φθίνουσα πορεία διαπραγματεύσεων και κοινών συνισταμένων, που διέπεται από το ισοζύγιο δυνάμεων της περιοχής μας- ένα ισοζύγιο το οποίο ακολουθεί τον ‘νόμο του Νας’-δηλαδή ένα ισοζύγιο από το οποίο εάν μετακινηθούν μονομερώς τα συμβαλλόμενα μέρη (σε διεθνές και τοπικό επίπεδο) δεν έχουν να κερδίσουν κάτι καλύτερο από ότι έχουν σήμερα. Εξού και το για χρόνια σχεδόν παγωμένο στάτους κβο.
Όμως, ο Αμερικανός πρόεδρος διακατέχεται από επιμονή να αναγνωριστεί ως μέγα ειρηνοποιός ανά το παγκόσμιο και να γίνει αποδέκτης του βραβείου Νόμπελ Ειρήνης, όπως άλλοι τέσσερις προκάτοχοι του μέχρι σήμερα (Theodore Roosevelt, Woodrow Wilson, Jimmy Carter, Barack Obama). Γι’ αυτό κι η συνεχής πρόταξη των υπαρκτών ή μη ειρηνευτικών επιτευγμάτων του. Εξου και το γεγονός ότι και στην περίπτωση της Γάζας και της Ουκρανίας, βάση των ειρηνευτικών προτάσεων που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, ο ίδιος προτίθεται να προεδρεύσει σε αντίστοιχες ‘Επιτροπές Ειρήνης’. Προ της εκλογής του διευκρίνιζε εξάλλου ότι προτεραιότητα του ήταν μεταξύ άλλων η παγκόσμια ειρήνη – σκόπευε δε να λύσει το ουκρανικό, ‘μέσα σε 24 ώρες’, όπως είχε τότε δηλώσει. Άρα, η επιθυμία που εκφράζει κάθε τόσο ο Ντοναλντ Τραμπ, δηλαδή το να αναδειχθεί σε παγκόσμια φυσιογνωμία ειρήνης και συνεργασίας (παρότι πολλές φορές τέτοιες δηλώσεις απευθύνονται σε ένα εσωτερικό ακροατήριο από το οποίο επιζητεί δικαίωση), καθώς κι ο επιχειρηματικός τρόπος με το οποίο αντιμετωπίζει το κάθε ‘deal ‘, θα μπορούσαν να φέρουν κάποια στιγμή και τα βήματα του στην Κύπρο.
Αμερικανικές απαιτήσεις προς την Άγκυρα;
Αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να θορυβήσει την Τουρκία, αναφορικά στη γενικότερη παρουσία και τις διεκδικήσεις της στο νησί μας. Αφενός, θα μπορούσαν να προκύψουν, λόγου χάριν, συγκεκριμένες απαιτήσεις των Αμερικανών προς την Άγκυρα, εάν κι εφόσον η Ουάσιγκτον νιώσει ότι οι τουρκικές φιλοδοξίες παραβιάζουν αμερικανικά συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή, σε επίπεδο ασφάλειας ή ενεργειακών επιδιώξεων που αφορούν αμερικανικούς κολοσσούς, όπως η Exxon Mobil και η Chevron. Αντιστρόφως, όμως, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι ανασταλτικός παράγοντας για την άσκηση σοβαρών πιέσεων προς την Άγκυρα για το κυπριακό, με τρόπο που η Λευκωσία θα επιθυμουìσε, είναι το γεγονός ότι ο πρόεδρος Τραμπ φαίνεται να θαυμάζει απεριόριστα τους strongmen όπως ο Ερντογάν (τον οποίο έχει εκθειάσει αρκετές φορές) και φαίνεται να μπορεί πιο εύκολα να συνεννοηθεί και να συνεργαστεί μαζί τους, ακόμη κι αν δεν υπάρχουν επιτακτικά στρατηγικά συμφέροντα. Που σε αυτή την περίπτωση όχι μόνο υπάρχουν αλλά και προσδίδουν σημαντική αξία στη συνεργασία της Άγκυρας με την Ουάσιγκτον.
Εν πάση περιπτώσει, θα ήταν αξιοσημείωτο να υπήρχε κάποιου είδους ουσιαστική κινητικότητα ή/και διευθέτηση στην Κύπρο. Το κυπριακό είναι ένα άλυτο πρόβλημα δεκαετιών, το οποίο αποτέλεσε το ‘νεκροταφείο’ ακόμη και των ικανότερων διπλωματών, άρα εμπίπτει στη λίστα των ανοικτών λογαριασμών τους οποίους θα μπορούσε θεωρητικά ο Τραμπ να κλείσει. Παρόλα αυτά, όπως έχουμε ήδη προαναφέρει, η Κύπρος αποτελεί μια παγωμένη διένεξη, όπου οι εχθροπραξίες έχουν τερματιστεί εδώ και καιρό. Αυτό καθιστά το κυπριακό λιγότερο επίπονο κι επείγον σε μια λίστα πιο επιτακτικών ειρηνευτικών επιχειρήσεων κι ίσως με αυτό τον τρόπο λιγότερο ελκυστικό ως πρόβλημα που δεν έχει στραμμένα πάνω του τα φώτα της δημοσιότητας και που πρέπει άμεσα να τερματιστεί ώστε να σωθούν ανθρώπινες ζωές και να κατευναστεί η παγκόσμια κοινή γνώμη. Έτσι κι αλλιώς, αυτή τη στιγμή η προσοχή των Αμερικανών βρίσκεται στραμμένη προς την εφαρμογή της συμφωνίας που αφορά τη Γάζα και την επίτευξη μιας συμφωνίας που θα γίνει αποδεκτή από την Ουκρανία. Όμως δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι ο Τραμπ εξακολουθεί να συμπεριφέρεται με τρόπο απροσδόκητο, με τρόπο όπου τίποτε δεν αποκλείεται, είτε στο εγγύς, είτε στο μακρινό μέλλον.
Διαχείριση των φυσικών πόρων
Κρατώ ως οδικό χάρτη το ότι ο Αμερικανός πρόεδρος φαίνεται να έχει προτίμηση στην επίλυση διαφορών με τρόπο που να δίνει χειροπιαστό προβάδισμα στα αμερικανικά επιχειρηματικά κι εμπορικά συμφέροντα. Βάση του τι έχουμε δει μέχρι σήμερα, βάση των δημόσιων τοποθετήσεων του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία αλλά και βάση των δυνατοτήτων του νησιού μας, ένα σχέδιο επίλυσης της αντιπαράθεσης μεταξύ Τουρκίας, Ελλάδας και Κύπρου, με την εξάπλωση της πολιτικής των «ήρεμων νερών» στην Ανατολική Μεσόγειο, πιθανόν να έχει αυτή την οικονομική βάση, με υπόβαθρο τη γενικότερη εξίσωση ασφάλειας της περιοχής. Επιπρόσθετα, οι εμπορικές δυνατότητες των φυσικών πόρων και των αποθεμάτων ενέργειας της περιοχής μας αποτελούν πόλο έλξης για ένα πρόεδρο ο οποίος επικεντρώνεται και στην εμπορική συνεκμετάλλευση του τι υπάρχει διαθέσιμο επί του εδάφους. Αυτός ο κοινός παρονομαστής συνεκμετάλλευσης των φυσικών πόρων υπάρχει και στο σχέδιο για την Γάζα αλλά και για την Ουκρανία.
Κάτι τέτοιο καθιστά δύσκολη μια πολιτική λύση του κυπριακού, όπως τη φανταζόμασταν μέχρι σήμερα. Ο ξένος παράγοντας δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για επί μέρους ζητήματα για τα δικά του συμφέροντα, παρά τη μέγιστη σημασία που τέτοια ζητήματα έχουν για εμάς. Μια συνολική διευθέτηση, λόγου χάριν, του περιουσιακού, του εδαφικού, του κεφαλαίου της εσωτερικής διακυβέρνησης, της αναλογίας πληθυσμών, θα μπορούσαν να περιπλέξουν τα μέγιστα μια περιφερειακή διευθέτηση για τα ενεργειακά και τα θέματα ασφάλειας, που θα συμπεριλάμβανε και την Κύπρο, ειδικά εάν θα έπρεπε να εγκριθούν ως πακέτο λύσης δια μέσω δημοψηφισμάτων από τις δύο πλευρές. Τουναντίον, η επιβολή μιας «ενδιάμεσης» στρατηγικής διευθέτησης ασφάλειας, η οποία μπορεί καν μην κατανομάζεται ως τέτοια αλλά εν τέλει να καθορίζει τις θαλάσσιες οδούς, την ΑΟΖ, τον εναέριο χώρο, την απρόσκοπτη πρόσβαση σε τηλεπικοινωνίες αλλά και την ενεργειακή ασφάλεια της ευρύτερης περιοχής, θα μπορούσε να ήταν το ζητούμενο για τους μεγάλους παίκτες.
Ο λαός και ειδικά η πολιτική ηγεσία οφείλουμε να είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε μια τέτοια υπόθεση εργασίας, αντικειμενικά και χωρίς συναισθηματισμούς και να προσπαθήσουμε παρόλα ταύτα να δημιουργήσουμε μια σύμπλευση των δικών μας θέλω με τα συμφέροντα των μεγάλων παικτών, προβλέποντας και όχι αντιδρώντας. Δεν είναι τυχαίο ότι στις διεθνείς σχέσεις χρησιμοποιούμε πολλές φορές την αναλογία του μπιλιάρδου για να υποδείξουμε ότι κανένας δρώντας δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστος από τις κινήσεις των υπολοίπων παικτών, ακόμη κι αν το αποφασίσει. Όμως είναι η δική του ετοιμότητα που μπορεί να τον βοηθήσει να μετατρέψει την παράπλευρη απώλεια σε ευκαιρία.
Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι η κατάληξη του κυπριακού προβλήματος δεν εναπόκειται μόνο στις δύο κοινότητες και στους δύο τους ηγέτες, ούτε πρόκειται περί εσωτερικού προβλήματος ενός μοιρασμένου νησιού που λύνεται με τον διακοινοτικό διάλογο. Αυτό αποτελεί ένα προσφιλές αφήγημα στην εποχή μας, που μπορεί να εξυπηρετεί προσχήματα και σκοπιμότητες σε πολλές περιπτώσεις. Είναι, όμως, ταυτόχρονα, εντελώς αποκομμένο από τις σκληρές πραγματικότητες του διεθνούς συστήματος.
Πρελούδιο για το κυπριακό…
Έχοντας αυτά τα δεδομένα υπόψη, οφείλουμε να μελετήσουμε και να ειìμαστε προετοιμασμένοι για μια κακή λύση στο ουκρανικό, που ίσως να αποτελούσε πρελούδιο για το κυπριακό, δημιουργώντας ένα αρνητικό προηγούμενο του τι είναι ανεκτό κι αποδεκτό στο διεθνές γίγνεσθαι σήμερα. Κι αυτό που ανησυχεί στην περίπτωση της Ουκρανίας, δεν είναι κυρίως οι εδαφικές παραχωρήσεις αλλά η σε μεγάλο βαθμό περιφρόνηση, ακόμη και για τους τύπους, της δυνατότητας του κάθε λαού να αποφασίζει για το μέλλον του και η επιβολή μιας συμφωνίας, με τρόπο take it or leave it. Χωρίς σοβαρό προβληματισμό, κατά την άποψη μου, του πως αυτό που προτείνεται μπορεί να εφαρμοστεί και να καταστεί βιώσιμο σε βάθος χρόνου. Χωρίς διορατικότητα του τι μπορεί να προμηνύει για την ανθρώπινη ασφάλεια των ίδιων των Ουκρανών αλλά και γενικότερα για την αρχιτεκτονική ασφάλειας και δη την οικονομική σταθερότητα της Ευρώπης, όπως και το μέλλον του διεθνούς συστήματος. Κάτι που προκύπτει μέσα από την ουσιαστική επιβράβευση της δυνατότερης της μίας εκ των δύο πλευρών, χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερη πρόνοια κάποιου αντισταθμίσματος που θα την κάνει έστω ανεκτή και αιτιολογημένη ως λύση σε ένα βαθμό, από την πλευρά του αδυνάτου.
Μια λύση στην Ουκρανία που θα αφήνει αλώβητο και θα επιβραβεύει ουσιαστικά τον εισβολέα, θα παραβιάζει επισήμως θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου, θα περιφρονεί τα ανθρώπινα δικαιώματα και θα καλλιεργεί τις προϋποθέσεις για παρόμοιες στρατιωτικεìς επεμβάσεις στο μέλλον, πιθανότατα να επισφραγίσει και το μέλλον της Κύπρου, όταν φτάσει το πλήρωμα του χρόνου. Θα το επισφραγίσει με το πνεύμα μιας εποχής όπου (bad) ‘things happen’, σύμφωνα με τον πρόεδρο Τραμπ. Θα τo επισφραγίσει, δηλαδή, με προμετωπίδα το συγκεκριμένο tone from the top από τον νυν πλανητάρχη και μακριά από τις νόρμες του διεθνούς συστήματος όπως αυτό αναδομήθηκε μέσα από τις στάχτες του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, με πρωτεργάτες μάλιστα τους ίδιους τους Αμερικανούς.
Ας θυμηθούμε ότι συνήθως, για να μπορέσει να έχει άμεσα αποτελέσματα μια διαμεσολάβηση, δεδομένα πιέζει την αδύνατη πλευρά ή τουλάχιστον την πλευρά που είναι περισσότερο επιρρεπής προς τις πιέσεις, ώστε να υποχωρήσει και να κλείσει η συμφωνία. Η καταπάτηση του διεθνούς δικαίου, της εθνικής κυριαρχίας, η χρήση της βίας για κατοχή και ενσωμάτωση εδαφών, τα εγκλήματα πολέμου περνούν σε δεύτερη μοίρα. Θυμίζω ότι η δική μας πλευρά -και αυτό αποτελεί κανόνα για τα μικρά κράτη τα οποία δεν έχουν συγκριτικά πλεονεκτήματα ισχύος από τα οποία να κρατηθούν- προβάλει το διεθνές δίκαιο ως τη βάση της εξωτερικής πολιτικής της για επίλυση του κυπριακού. Με βάση όλα τα πιο πάνω, αποτελεί αυταπόδεικτο ότι οφείλουμε να διαμορφώσουμε ένα επιπρόσθετο αφήγημα ως αφετηρία για τις επιδιώξεις μας για την επιβίωση της ΚΔ και των πολιτών της, πέρα των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και του πλαισίου της μέχρι τώρα διαπραγμάτευσης υπό τα Ηνωμένα Έθνη.
Η χρησιμότητα της Κύπρου ως πυλώνα σταθερότητας
Χιλιάδες χρόνια πριν ο Θουκυδίδης, σε μια ανάλυση που ο ίδιος θεωρούσε ‘κτήμα εσαεί’, συνόψισε στην Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου την επιτομή της realpolitik, ακριβώς γιατί η ανθρώπινη φύση και δη ο κόσμος δύσκολα αλλάζει. Ο ισχυρός, λοιπόν, αναποìφευκτα παίρνει αυτά που του επιτρέπει η ισχύς του, ενώ ο αδύναμος υπομένει αυτά που του επιβάλλει η αδυναμία του. Αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να παραδώσουμε τα όπλα. Μεταφρìαζεται στο ότι παρά την περιορισμένη ισχύ την οποία έχουμε, δεν έχουμε επιλογή παρά να κτίσουμε ένα νέο αφήγημα αναγκαιότητας και σημαντικότητας της θέσης μας στο περιφερειακό γίγνεσθαι, χρησιμοποιώντας πρωτίστως αυτό ως ανάχωμα για την προάσπιση των συμφερόντων μας κι εξασφαλιìζοντας κι ìαλλους περιφερειακουìς συμμαìχους με παρìομοια συμφεìροντα κι επιδιωìξεις. Παράλληλα, πρέπει να υπάρχει η επίγνωση ότι κάθε δική μας κίνηση στη διεθνή σκακιέρα, όπως λόγου χάρη η στρατηγική συνεργασία μας με Ισραήλ και ΗΠΑ ή η σύναψη συμφωνιωìν με κράτη της περιοχης μας, εκλαμβάνεται ως απειλή από τον αντίπαλο μας και προκαλεί τη δική του αντίδραση προς εξουδετέρωση κάθε πλεονεκτήματος που μπορεί να αποκομίσουμε.
Γι’ αυτό, οφείλουμε ως Κυπριακή Δημοκρατία να επικεντρωθούμε σε μακροχρόνιο στρατηγικό σχεδιασμό, μακριά από τακτικισμούς και αχρείαστες δημόσιες δηλώσεις. Το αποτύπωμα για τα οφέλη και τα ρίσκα που δημιουργεί κάθε μας κίνηση σε σχέση με τους στρατηγικούς σχεδιασμούς ασφάλειας της Τουρκίας σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πρέπει να αναλυθεί με γνώμονα τον πολλαπλασιασμό της ισχύος μας αλλά και την μείωση των κινδύνων, επιλέγοντας σταθερά τη σύμπλευση με συνοδοιπόρους με τα ίδια ή παρόμοια συμφέροντα, με πλήρη επίγνωση ότι οι εταίροι κι οι συνεργάτες δεν αποτελούν σταθερούς συμμάχους ούτε κινούνται στα πλαίσια αποκλειστικότητας. Όμως, η δημιουργία σημαντικότητας και χρησιμότητας της Κύπρου ως πυλώνα συνδεσιμότητας, σταθερότητας κι επιχειρηματικότητας στην Ανατολική Μεσόγειο για τους Αμερικανούς, τους Ευρωπαίους, τις χώρες της Μέσης Ανατολής και τις χώρες του Κόλπου αποτελεί μονόδρομο. Όσο περισσότερα linkages δημιουργηθούν σε πολλά διαφορετικά επίπεδα, τόσο πιο πολύ βάθος και βιωσιμότητα αποκτούν οι σχέσεις. Με αυτό τον τρόπο, τα συμφέροντα πίσω από τις σχέσεις ωθούν τους μεγαλύτερους παίκτες να προστατεύσουν τα συμφέροντα των μικρών, προστατεύοντας τα δικά τους.
Ταυτόχρονα, απαραίτητος παραμένει ο διμερής διάλογος με όλα τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, τα οποία ανανεώνουν τους όρους εντολής της ΟΥΝΦΙΚΥΠ σε ετήσια βάση. Αποχώρηση της ειρηνευτικής δύναμης των ΗΕ δεν θα δημιουργούσε μόνο σοβαρά θέματα ασφάλειας, αλλά θα σήμαινε και τη λήξη του κυπριακού, αφού σύμφωνα με το ψήφισμα 186/1964 του ΣΑ θα πρέπει να παραμείνουν εδώ μέχρι την αποκατάσταση της ‘κανονικής τάξης πραγμάτων’ στην Κύπρο. Αποχώρηση τους δια μέσω του βέτο μιας από τις πέντε χώρες (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Αγγλία, Γαλλία) θα αποτελούσε για ευνόητους πολιτικούς λόγους την ταφόπλακα του προβλήματος.
Η Κύπρος να δημιουργήσει Δόγμα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας
Έχοντας πλήρη επίγνωση των παγκόσμιων εξελίξεων και τάσεων, οφείλουμε να εκσυγχρονίσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε όχι μόνο τα θέματα εξωτερικής πολιτικής αλλά και τα θέματα ασφάλειας, λειτουργώντας έτσι υπό το πρίσμα του inclusive security.
Αφενός, τα όρια μεταξύ εξωτερικής κι εσωτερικής ασφάλειας έχουν καταστεί αδιόρατα πολλές φορές. Ένα απλό παράδειγμα αποτελεί η παραγωγή του συνθετικού ναρκωτικού Captagon από τη δυναστεία του Άσαντ . Ενός ναρκωτικού που αποτελούσε πηγή δισεκατομμυρίων για το καθεστώς του και διαιώνιζε έτσι την παραμονή του στην εξουσία αλλά και τον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία. Δημιουργώντας εσωτερικά ζητήματα ασφάλειας στις χώρες της γύρω περιοχής όπου γινόταν η χρήση του, ενθαρρύνοντας την φυσική ανθεκτικότητα στρατιωτών τρομοκρατικών οργανώσεων όπως το ΙΣΙΣ, αλλά και δημιουργώντας ζητήματα προστασίας συνόρων σε χώρες όπως η Κύπρος και ο Λίβανος, πολιτικά προβλήματα κοινωνικής πόλωσης και ανόδου ακραίων κινημάτων σε τοπικές κοινωνίες όπου δεν μπορούσαν να ενσωματωθούν επιτυχώς τα μεταναστευτικά ρεύματα κ.ά.
Αφετέρου, τα σώματα ασφαλείας, οι υπηρεσίες πληροφοριών και τα σώματα προστασίας του πολίτη πρέπει να προσαρμοστούν στην ανάγκη δημιουργία ενός ενιαίου δόγματος, που δεν θα εξυπηρετεί μόνο στην αποσαφήνιση των στόχων της εξωτερικής πολιτικής της χώρας αλλά και τους σκοπούς της δικής τους ύπαρξης και λειτουργίας. Πέρα της σημασίας της προστασίας των κρατικών συνόρων και των σημείων εισόδου στη χώρα, η πρόνοια για την προστασία της ανθρώπινης ασφάλειας από τη βία και την εγκληματικότητα είναι, επίσης, αναγκαία. Ταυτόχρονα, τα σώματα ασφαλείας οφείλουν να αντιμετωπίσουν ζητήματα περιβαλλοντικής ασφάλειας όπως οι πυρκαγιές, ζητήματα ενεργειακής ασφάλειας όπως οι τρομοκρατικές απειλές κατά κρίσιμων υποδομών κ.ά. Συμπερασματικά, το πρίσμα της ασφάλειας δεν δείχνει μόνο την ασφάλεια της διατήρησης της κρατικής υπόστασης κι επικράτειας αλλά και την ασφάλεια όλων όσων κατοικούν μέσα αυτή, εξασφαλίζοντας όχι μόνο την επιβίωση αλλά και την ποιότητα ζωής και των δικαιωμάτων τους.
Καταληκτικά, η Κυπριακή Δημοκρατία, εν μέσω της ρευστότητας του διεθνούς περιβάλλοντος, εν μέσω των εξελίξεων που μπορεί να προκύψουν στην περιοχή μας αλλά και στην Ευρασία, χρειάζεται να δημιουργήσει το δικό της Δόγμα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας. Κατά πρώτο, το Δόγμα αυτό θα πρέπει να θέτει μακροχρόνιες προτεραιότητες και πλάνο δράσης, ενσωματώνοντας μεταξύ άλλων κι όσα έχουν προαναφερθεί αλλά και λειτουργώντας με όρους ασφάλειας, ενσωματώνοντας εξωτερική πολιτική, άμυνα κι αστυνόμευση. Κατά δεύτερο, το Δόγμα αυτό θα πρέπει να κινείται μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων μας, μακριά από μικρομεγαλισμούς αλλά και μακριά από αυτοαναίρεση. Κατά τρίτο, θα πρέπει να είναι εφαρμόσιμο και όχι θεωρητικό, παραμένοντας καταχωνιασμένο σε κάποιο συρτάρι. Κατά τέταρτο και πιο σημαντικό, γνώμονας και κέντρο βάρους του πρέπει να είναι οι πιθανές εξελίξεις που αφορούν το μεγαλύτερο και σοβαρότερο υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας και του λαού μας, το κυπριακού, σταματώντας την υποβάθμιση του ως ένα δικοινοτικό πρόβλημα εσωτερικού διαλόγου. Το οφείλουμε ως διασφάλιση του μέλλοντος των επόμενων γενιών, με ή χωρίς λύση.
*Η Άννα Κουκκίδη-Προκοπίου είναι 2026 Yale Peace Fellow, μέλος του ΕΜΙ- Eastern Mediterranean Initiative του Geneva Centre for Security/Swisspeace και πρόεδρος του Κέντρου Κοινωνικό-Πολιτικής Σκέψης Πολιτεία. Διετέλεσε Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως της ΚΔ.
Κύπρος- Ουκρανία: Βίοι Παράλληλοι;
Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης, κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στο Κίεβο, τόνισε τις ομοιότητες μεταξύ της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο και της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Και στις δύο περιπτώσεις, ένας ισχυρότερος γείτονας χρησιμοποίησε ιστορικά επιχειρήματα και την παρουσία μειονότητας ως δικαιολογία για ένοπλη επέμβαση. Η γεωπολιτική κατάσταση και η ανάγκη διασφάλισης των συμφερόντων του ισχυρότερου γείτονα είναι κοινά στοιχεία και στις δύο περιπτώσεις. Αναφορικά με το Κυπριακό, υπάρχει αμφιβολία για το αν ο Ντόναλντ Τραμπ θα ασχοληθεί ουσιαστικά με το θέμα, δεδομένου ότι το θεωρεί ένα «παγωμένο» πρόβλημα χαμηλής έντασης. Ωστόσο, η επιθυμία του Τραμπ να αναδειχθεί ως ειρηνοποιός και ο επιχειρηματικός του τρόπος διαπραγμάτευσης θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ευκαιρίες για επανεκκίνηση των συνομιλιών. Το Κυπριακό, σε αντίθεση με το ουκρανικό, δεν έχει την ίδια επείγουσα διάσταση, αλλά παραμένει ένα σημαντικό ζήτημα για την περιφερειακή σταθερότητα.
You Might Also Like
Η ομάδα Street Work μια «αγκαλιά» για τους άστεγους της Αθήνας
Δεκ 25
Έλενα Περικλέους: «Είναι μια θέση ευθύνης με ηθικό βάρος»
Δεκ 28
Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος: Ριζοσπαστικές τομές στα εκκλησιαστικά δρώμενα – «Aρρωστημένος ζηλωτισμός» απειλή για την Εκκλησία
Δεκ 28
Γιάννης Τουμαζής: Μια ώριμη κοινωνία δεν ζητά από την τέχνη να σιωπά
Δεκ 28
Στην εποχή των διευθετήσεων αντί των λύσεων
Ιαν 11