Dialogos

Κυπριακό: Χωρίς πολιτική βούληση δεν αρκεί μια νέα διάσκεψη «5+1», λέει η Ολγκίν

Δημοσιεύτηκε Φεβρουάριος 1, 2026, 13:00
Κυπριακό: Χωρίς πολιτική βούληση δεν αρκεί μια νέα διάσκεψη «5+1», λέει η Ολγκίν

Την ανάγκη πολιτικής βούλησης, συμπεριληπτικού διαλόγου και μικρών αλλά ουσιαστικών βημάτων που αποδεικνύουν στην πράξη ότι η συνεργασία είναι εφικτή, υπογραμμίζει η Προσωπική Απεσταλμένη του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για το Κυπριακό, Μαρία Άνχελα Ολγκίν, σε συνέντευξή της στην εφημερίδα «Πολίτης», η οποία δημοσιεύεται την Κυριακή.
Η κ. Ολγκίν τονίζει παράλληλα ότι οι ηγέτες των δύο πλευρών οφείλουν να εμπλέξουν ενεργά την κοινωνία στη διαδικασία, ώστε να καλλιεργηθεί κατανόηση και στήριξη προς μια ενδεχόμενη λύση, διαβεβαιώνοντας πως μια συμφωνία δεν θα διαταράξει την καθημερινότητα των πολιτών, αλλά αντίθετα μπορεί να τη βελτιώσει.
Όπως σημειώνει, η ελάχιστη προϋπόθεση για ουσιαστική πρόοδο είναι «μια κοινή δέσμευση για συμμετοχή με καλή πίστη», προειδοποιώντας ότι μια νέα άτυπη διάσκεψη τύπου «5+1» δεν αρκεί από μόνη της για να ξεπεραστεί το αδιέξοδο. Οι διεθνείς συναντήσεις, εξηγεί, μπορούν να στηρίξουν τη διαδικασία, όχι όμως να υποκαταστήσουν την πολιτική βούληση των εμπλεκόμενων πλευρών.
Η Προσωπική Απεσταλμένη του ΓΓ του ΟΗΕ εντοπίζει τα βασικά εμπόδια στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης όχι μόνο στο πολιτικό, αλλά και στο ψυχολογικό επίπεδο. Όπως αναφέρει, δεκαετίες χωρίς συνολική λύση έχουν δημιουργήσει κόπωση, επιφυλακτικότητα και αυξανόμενο σκεπτικισμό ως προς το αν η αλλαγή είναι εφικτή, ενώ τα αφηγήματα του παρελθόντος συνεχίζουν να βαραίνουν το παρόν και να δυσκολεύουν την επανεκκίνηση της διαδικασίας.
Την ίδια ώρα, διαπιστώνει ότι σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας υπάρχει έντονη επιθυμία για βελτίωση της καθημερινής ζωής και για ένα πιο προβλέψιμο μέλλον, ιδιαίτερα σε μια περίοδο έντονης περιφερειακής και διεθνούς αβεβαιότητας. Η πρόκληση, όπως επισημαίνει, είναι αυτή η κοινή επιθυμία να μετατραπεί σε πρακτική συνεργασία. «Η εμπιστοσύνη δεν αποκαθίσταται με δηλώσεις, αλλά με σταθερές και καθημερινές πράξεις που αποδεικνύουν αξιοπιστία και αμοιβαίο όφελος», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Αναφερόμενη στα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, η κ. Ολγκίν σημειώνει ότι η αξία τους έγκειται στο γεγονός ότι παράγουν απτά αποτελέσματα και αποδεικνύουν στην πράξη ότι η συνεργασία μπορεί να προχωρήσει ακόμη και σε περιβάλλον πολιτικών διαφορών. Όπως υπογραμμίζει, η πρόοδος δεν προϋποθέτει συμφωνία σε όλα τα ζητήματα ταυτόχρονα, αλλά τον εντοπισμό πεδίων όπου μπορεί να υπάρξει σύγκλιση και να δημιουργηθεί θετική δυναμική.
Σε σχέση με το ενδεχόμενο νέας συνάντησης «5+1», τονίζει ότι το καθοριστικό στοιχείο είναι η διατήρηση της απευθείας επικοινωνίας μεταξύ των ηγετών, ακόμη και όταν οι θέσεις τους δεν συμπίπτουν. Χαρακτηρίζει θετικό το γεγονός ότι έχει ήδη συμφωνηθεί νέα απευθείας συνάντηση τις επόμενες εβδομάδες, σημειώνοντας ότι τέτοιες επαφές μπορούν να συμβάλουν στον εντοπισμό πιθανών σημείων σύγκλισης.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει στη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών, αναφέροντας ότι οι επαφές της με τη νεολαία, ακαδημαϊκούς, οργανώσεις και επιχειρηματικούς φορείς ανέδειξαν σημαντική ενέργεια και δημιουργικότητα εκτός των στενών πολιτικών πλαισίων. Αυτές οι φωνές, σημειώνει, μπορούν να εμπλουτίσουν τη διαδικασία και να διατηρήσουν την εστίαση στην ανθρώπινη διάσταση της ειρήνης, ενισχύοντας τη νομιμοποίηση και την ανθεκτικότητα της προσπάθειας.
Αναφερόμενη στις γεωπολιτικές εξελίξεις, η κ. Ολγκίν επισημαίνει ότι η Κύπρος επηρεάζεται αναπόφευκτα από τις περιφερειακές και διεθνείς δυναμικές, χωρίς ωστόσο αυτές να καθορίζουν το αποτέλεσμα. «Οι Κύπριοι μπορούν να ελέγχουν τον διάλογό τους, τις επιλογές τους και το μέλλον τους», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι η πρόοδος παραμένει εφικτή όταν υπάρχει σαφής σκοπός και διάθεση για εποικοδομητική εμπλοκή.
Κλείνοντας, αντλεί διδάγματα από την ειρηνευτική διαδικασία στην Κολομβία, τονίζοντας ότι η ειρήνη δεν είναι στιγμιαίο γεγονός αλλά μακρόχρονη διαδικασία που απαιτεί επιμονή, υπομονή και προετοιμασία των κοινωνιών. Πέρα από μια συμφωνία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, καταλήγει, απαιτείται δημόσια κατανόηση και στήριξη, ώστε η λύση να βιωθεί ως προοπτική βελτίωσης και όχι ως απειλή.