Έντονη ανησυχία και σοβαρές καταγγελίες για τις συνθήκες εργασίας και την ασφάλειά τους διατυπώνει η πλειοψηφία των χειριστών κινητών μονάδων φωτοεπισήμανσης στην Κύπρο, μέσω ανοικτής – ανώνυμης επιστολής που δημοσιοποιήθηκε μετά από πρόσφατο περιστατικό βίας εναντίον εργαζομένου του συστήματος. Οι εργαζόμενοι, που δηλώνουν ότι μιλούν υπό τον φόβο απολύσεων, περιγράφουν ένα περιβάλλον καθημερινής ανασφάλειας και ακραίας πίεσης, κάνοντας λόγο για κατάσταση που, όπως τονίζουν, «έχει ξεπεράσει κάθε όριο».
Σύμφωνα με την επιστολή, οι χειριστές των κινητών καμερών υποστηρίζουν ότι εργάζονται «σε καθεστώς απόλυτου τρόμου», καταγγέλλοντας ότι το σύστημα λειτουργίας των κινητών μονάδων τούς εκθέτει σε σοβαρούς κινδύνους. Όπως αναφέρουν, συχνά καλούνται να τοποθετούνται σε απομονωμένα, σκοτεινά και απόμερα σημεία του οδικού δικτύου, χωρίς επαρκή προστασία, ενώ παράλληλα – όπως υποστηρίζουν – δεν υπάρχει ξεκάθαρη ενημέρωση προς το κοινό για τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος, γεγονός που εντείνει την ένταση και τη δυσαρέσκεια εναντίον των εργαζομένων.
Οι χειριστές σημειώνουν ότι τα περιστατικά βίας δεν αποτελούν μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά μέρος μιας κλιμακούμενης κατάστασης. Στην επιστολή γίνεται αναφορά σε σειρά επιθέσεων και απειλών που φέρονται να έχουν καταγραφεί το τελευταίο διάστημα, μεταξύ των οποίων ρίψη βομβών μολότοφ σε κινητή μονάδα στα Πολεμίδια, άγριος ξυλοδαρμός χειριστή στις Κυβίδες, πυροβολισμοί εναντίον βαν του συστήματος, καθώς και καθημερινές απειλές, ύβρεις και τραμπουκισμοί σε βάρος των εργαζομένων.
Οι συντάκτες της επιστολής κατηγορούν τη διαχειρίστρια εταιρεία ότι δεν λαμβάνει επαρκή μέτρα για την προστασία του προσωπικού, υποστηρίζοντας ότι η βασική προτεραιότητα παραμένει η συνεχής λειτουργία του συστήματος και η κάλυψη των βαρδιών. Όπως αναφέρουν, οι εργαζόμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με εξαντλητικά ωράρια που, σύμφωνα με τους ίδιους, φτάνουν ακόμη και τις 220 έως 240 ώρες εργασίας τον μήνα. Η συνεχής οδήγηση, η σωματική εξάντληση, το άγχος και η εργασία σε απομονωμένα σημεία, όπως σημειώνουν, δημιουργούν ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο εργασιακό περιβάλλον.
Παράλληλα, οι χειριστές εκφράζουν έντονη δυσαρέσκεια και για την απουσία, όπως υποστηρίζουν, ουσιαστικής παρέμβασης από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες. Στην επιστολή γίνεται ειδική αναφορά στο Υπουργείο Εργασίας και στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας, με τους εργαζόμενους να διερωτώνται «πού βρίσκεται το κράτος» όταν, όπως ισχυρίζονται, επικρατούν συνθήκες που θέτουν σε κίνδυνο την υγεία και την ασφάλειά τους.
Οι εργαζόμενοι απευθύνουν, επίσης, μήνυμα προς την κοινωνία, επιχειρώντας να αποστασιοποιηθούν από την ευθύνη για την επιβολή προστίμων μέσω του συστήματος φωτοεπισήμανσης. Όπως τονίζουν, οι ίδιοι δεν αποφασίζουν για τα σημεία όπου τοποθετούνται οι κινητές μονάδες ούτε για το ωράριο ή τους δρόμους που ελέγχονται. «Είμαστε απλοί εργαζόμενοι που εκτελούμε εντολές», σημειώνουν, καλώντας τους πολίτες να μην στρέφουν την οργή τους εναντίον όσων «προσπαθούν απλώς να βγάλουν το μεροκάματο».
Η επιστολή καταλήγει με μια αυστηρή προειδοποίηση προς την εταιρεία και την πολιτεία. Οι χειριστές εκφράζουν φόβους ότι, εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα για την προστασία τους, είναι θέμα χρόνου να υπάρξει θύμα εν ώρα εργασίας. «Δεν είναι ζήτημα αν θα συμβεί, αλλά πότε», τονίζουν χαρακτηριστικά.
Με τη δημοσιοποίηση της επιστολής, οι εργαζόμενοι δηλώνουν ότι επιδιώκουν να καταγραφεί δημόσια η κατάσταση που – όπως υποστηρίζουν – βιώνουν καθημερινά, ώστε κανένας αρμόδιος να μην μπορεί στο μέλλον να ισχυριστεί ότι δεν γνώριζε. Όπως υπογραμμίζουν, ζητούν άμεσες παρεμβάσεις πριν, όπως αναφέρουν, συμβεί «το ανεπανόρθωτο».
Διαβάστε επίσης:
Κραυγή απόγνωσης από χειριστές κινητών καμερών: «Περιμένουν τον πρώτο νεκρό;»
Οι χειριστές κινητών μονάδων φωτοεπισήμανσης στην Κύπρο εκφράζουν έντονη ανησυχία για την ασφάλειά τους και τις συνθήκες εργασίας τους, μέσω μιας ανώνυμης επιστολής. Καταγγέλλουν ότι εργάζονται σε ένα περιβάλλον καθημερινής ανασφάλειας και ακραίας πίεσης, συχνά σε απομονωμένα και σκοτεινά σημεία, χωρίς επαρκή προστασία. Αναφέρουν περιστατικά βίας, όπως ρίψη βομβών μολότοφ, ξυλοδαρμούς και πυροβολισμούς, ενώ παράλληλα επισημαίνουν την έλλειψη ενημέρωσης του κοινού για το σύστημα, γεγονός που εντείνει την ένταση. Οι εργαζόμενοι κατηγορούν τη διαχειρίστρια εταιρεία για αμέλεια στην προστασία του προσωπικού, υποστηρίζοντας ότι η προτεραιότητα είναι η συνεχής λειτουργία του συστήματος. Επιπλέον, καταγγέλλουν εξαντλητικά ωράρια εργασίας, που φτάνουν τις 220-240 ώρες τον μήνα, και την ψυχολογική πίεση που προκαλεί η εργασία σε απομονωμένα σημεία. Εκφράζουν επίσης δυσαρέσκεια για την έλλειψη παρέμβασης από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες, όπως το Υπουργείο Εργασίας και το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας, αμφισβητώντας τον ρόλο του κράτους στην προστασία της υγείας και της ασφάλειάς τους. Οι εργαζόμενοι τονίζουν ότι δεν είναι υπεύθυνοι για την επιβολή προστίμων και καλούν τους πολίτες να μην στρέφουν την οργή τους εναντίον τους. Η επιστολή αποτελεί μια κραυγή απόγνωσης από τους χειριστές, οι οποίοι φοβούνται ότι θα χρειαστεί να συμβεί ένα τραγικό ατύχημα για να ληφθούν σοβαρά υπόψη οι ανησυχίες τους. Ζητούν άμεση λήψη μέτρων για την προστασία τους και τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας τους, καθώς και την ευαισθητοποίηση του κοινού για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν.