Το Εφετείο απέρριψε την έφεση τόσο για την καταδίκη όσο και για τις ποινές, κρίνοντας ως απολύτως αξιόπιστη την μαρτυρία τους ανήλικης, ακόμα και με τις αντιφάσεις που υπήρξαν και εκτιμήθηκαν ως φυσιλογικές
Το Εφετείο απέρριψε ομόφωνα την ποινική έφεση του Α.Α. και επικύρωσε την καταδίκη του, όπως είχε κριθεί μετά από ακροαματική διαδικασία στο Μόνιμο Κακουργοδικείο Λεμεσού, για έξι κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού. Με την απόφαση του Εφετείου, παραμένουν ως έχουν και οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που είχαν επιβληθεί πρωτοδίκως, δώδεκα ετών για τρεις κατηγορίες και δέκα ετών για ακόμη τρεις.
Την σύνθεση του Εφετείου αποτελούσαν οι Δικαστές, Χ.Β. Χαραλάμπους, Μ. Παπαδοπούλου και Μ.Γ. Πικής. Το Γενικό Εισαγγελέα εκπροσώπησε ο Δικηγόρος Η. Ζησίμου.
Βαρύ κατηγορητήριο
Το δικαστήριο παρέπεμψε στο πλαίσιο της πρωτόδικης απόφασης, σύμφωνα με την οποία ο Α.Α., «καταχρώμενος θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής» πάνω στην ανήλικη παραπονούμενη, προχώρησε σε παράνομη συνουσία μαζί της σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.
Η περίοδος που αποδίδονται στις κατηγορίες, όπως καταγράφονται στην απόφαση, αφορούν περιστατικά από τον Απρίλιο του 2020 ως τον Σεπτέμβριο του 2021.
Οι καταδίκες αφορούσαν αδίκημα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση του Άρθρου 6(4)(α) του Νόμου 91(Ι)/2014, που αφορά την πρόληψη και καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης παιδιών και την παιδική πορνογραφία.
Η γνωριμία της παραπονούμενης με τον Α.Α. έγινε στο χωριό όπου διέμενε η οικογένεια, μετά από γάμο συγγενικού προσώπου του. Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δεχθεί ότι ο κατηγορούμενος την προσέγγιζε, της εξέφραζε συναισθήματα και της έλεγε ότι θα την παντρευτεί, ενώ στη συνέχεια, σε διαφορετικές χρονικές φάσεις, υπήρξε επαναλαμβανόμενη σεξουαλική επαφή, στο σπίτι της, σε χρόνο που οι γονείς της απουσίαζαν.
Σε αυτό το σημείο, το Εφετείο δεν μπήκε στην ουσία για να «ξαναδικάσει» τα γεγονότα, σημειώνοντας πως από την στιγμή που το Κακουργιοδικείο έχει αξιολογήσει την ζωντανή μαρτυρία και έχει καταγράψει εύρημα αξιοπιστίας, το Εφετείο μπορεί να παρέμβει μόνο αν προκύπτει σαφές σφάλμα ή ασυμβατότητα με τη λογική ή έλλειψη στήριξης στη μαρτυρία.
Λόγοι Έφεσης
Η έφεση στηρίχθηκε σε τρεις άξονες. Πρώτον, ότι το Κακουργοδικείο εσφαλμένα αποδέχθηκε την παραπονούμενη ως αξιόπιστη, υποστηρίζοντας ότι υπήρχαν ουσιώδεις αντιφάσεις μεταξύ των οπτικογραφημένων καταθέσεών της στην Αστυνομία και της προφορικής μαρτυρίας της στη δίκη. Δεύτερον, ότι υπήρξε πλημμελής διερεύνηση και παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης, επειδή δεν λήφθηκε και δεν εξετάστηκε γενετικό υλικό DNA. Τρίτον, ότι το δικαστήριο έπρεπε να καταλήξει πως η μαρτυρία της παραπονούμενης ήταν υποκινούμενη ή καθοδηγούμενη, ιδίως επειδή, όπως προβαλλόταν, μετά από συνομιλία με τον πατέρα της λίγο πριν την ακρόαση, παρουσίασε πληρέστερη εκδοχή από εκείνη που είχε δοθεί στις ανακριτικές καταθέσεις.
Το Εφετείο συνεξέτασε τον πρώτο και τον τρίτο λόγο, ακριβώς επειδή και οι δύο άγγιζαν το ίδιο κεντρικό ζήτημα που ήταν η αξιοπιστία του θύματος.
Ο Α.Α επικαλέστηκε συγκεκριμένες διαφοροποιήσεις ανάμεσα στις δύο οπτικογραφημένες καταθέσεις και τη μαρτυρία στο δικαστήριο, κυρίως ως προς το πότε και πού αποδίδεται η πρώτη σεξουαλική επαφή και στη συνέχεια η συχνότητα. Το Εφετείο παρατηρεί ότι το Κακουργοδικείο δεν προσπέρασε αυτές τις διαφορές, αλλά τις στάθμισε μέσα στο συνολικό πλαίσιο, λαμβάνοντας υπόψη και τα χαρακτηριστικά της παραπονούμενης, όπως καταγράφηκαν στη δίκη.
Κομβικό για την απόρριψη των λόγων έφεσης ήταν το εύρημα ότι η αποκάλυψη των γεγονότων δεν έγινε «με σχέδιο», αλλά συνδέθηκε με τα όσα διαδραματίστηκαν τη νύχτα της 12ης Ιουλίου 2021. Το Εφετείο υιοθετεί τη λογική ότι η σταδιακή αποκάλυψη σε τέτοιες υποθέσεις δεν είναι ασυνήθιστη και ότι δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε «στίγμα αναξιοπιστίας», ειδικά όταν υπάρχει στήριξη από επιστημονική μαρτυρία και από το συνολικό υπόβαθρο της υπόθεσης.
Ψυχολόγος και υπόβαθρο
Στην απόφαση δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στη μαρτυρία κλινικής ψυχολόγου, την οποία το Κακουργοδικείο είχε αποδεχθεί. Η ψυχολόγος, όπως καταγράφεται, ανέφερε ότι η αποκάλυψη σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού συχνά γίνεται τυχαία και ότι παιδιά μπορεί να μην αποκαλύπτουν άμεσα ή να αποκαλύπτουν αποσπασματικά, λόγω παραγόντων όπως φόβος, ντροπή, αίσθημα συνενοχής ή ευθύνης, δυσκολία έκφρασης, φόβος κριτικής, καθώς και το πολιτισμικό υπόβαθρο.
Στο ίδιο πνεύμα, παρατίθεται και η μαρτυρία διαπολιτισμικού διαμεσολαβητή, που ετοίμασε σχετική έκθεση. Η οικογένεια περιγράφεται ως ιδιαίτερα συντηρητική και θρησκευόμενη, με περιορισμένη ένταξη στην κυπριακή κοινωνία, ενώ η ίδια η παραπονούμενη δεν φοιτούσε σε σχολείο στην Κύπρο. Το δικαστήριο καταγράφει επίσης στοιχεία για την ψυχολογική κατάσταση της οικογένειας μετά την καταγγελία και για τον χαρακτήρα της παραπονούμενης, ως «κλειστό». Το Εφετείο αξιοποίησε αυτά τα δεδομένα ως πλαίσιο κατανόησης της συμπεριφοράς της παραπονούμενης και της εξέλιξης των αποκαλύψεών της.
Ο παράγοντας πατέρας
Ένα από τα σημεία που αξιολογήθηκαν ήταν η αναφορά ότι, περίπου δέκα ημέρες πριν από την ακρόαση, η παραπονούμενη μίλησε με τον πατέρα της και ακολούθως έδωσε πληρέστερη εικόνα στη μαρτυρία της. Ο Α.Α προσπάθησε να το παρουσιάσει ως «καθοδήγηση». Το Εφετείο, όμως, δεν αποδέχθηκε μια τέτοια ανάγνωση. Από τη μία, καταγράφεται ότι ο πατέρας, μιλώντας σε γλώσσα κατανοητή για το παιδί, φαίνεται να δημιούργησε συνθήκες ασφάλειας, ώστε η ανήλικη να μιλήσει πιο ολοκληρωμένα. Από την άλλη, το δικαστήριο σημειώνει ότι η αξιοπιστία του πατέρα δεν αμφισβητείται από τους λόγους έφεσης με τρόπο που να ανατρέπει τα σχετικά ευρήματα.
Παράλληλα, το Εφετείο δίνει μια καθαρή, διαδικαστική απάντηση στο σκέλος της «υποκίνησης». Επισημαίνει ότι τέτοια θέση δεν τέθηκε ουσιαστικά στην αντεξέταση της ανήλικης, κάτι που, σύμφωνα με την πάγια πρακτική, δυσκολεύει έως και αποκλείει την προώθηση μιας τόσο σοβαρής αιχμής εκ των υστέρων στο εφετειακό στάδιο.
Το θέμα DNA
Στον δεύτερο λόγο έφεσης, ο Α.Α. υποστήριξε ότι η Αστυνομία όφειλε να προχωρήσει σε εξέταση γενετικού υλικού, ώστε να διαπιστωθεί αν υπήρξε σεξουαλική επαφή στις 12 Ιουλίου 2021. Το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό με δύο βασικά δεδομένα. Πρώτον, σύμφωνα με τη μαρτυρία, εκείνο το βράδυ (12 Ιουλίου 2021) δεν υπήρξε μαρτυρία για σεξουαλική επαφή, αλλά για σωματική οικειότητα στην εξωτερική πόρτα της κουζίνας, την οποία αντιλήφθηκε μάρτυρας γύρω στις 00:30. Δεύτερον, από τη μαρτυρία της ανήλικης δεν προέκυπτε με βεβαιότητα ποια ήταν η τελευταία σεξουαλική επαφή πριν από τη συγκεκριμένη ημερομηνία.
Το δικαστήριο επισημαίνει ότι η πρώτη οπτικογραφημένη κατάθεση δόθηκε στις 13 Ιουλίου 2021 μετά από ιατροδικαστική εξέταση, όπου καταγράφηκε παλαιά ρήξη παρθενικού υμένα, ενώ ο Α.Α συνελήφθη στις 17 Ιουλίου 2021. Με αυτά τα χρονικά δεδομένα, το Εφετείο κατέληξε ότι η περισυλλογή DNA δεν αποτελούσε «εύλογη γραμμή διερεύνησης», και ότι, μετά την πάροδο ημερών, η απουσία εντοπισμού γενετικού υλικού δεν θα οδηγούσε λογικά σε ασφαλή συμπεράσματα. Το κρίσιμο, κατά το δικαστήριο, είναι ότι δεν καταδείχθηκε πως η μη διενέργεια τέτοιας εξέτασης στέρησε από τον Α.Α ουσιαστική υπεράσπιση ή αλλοίωσε τη δίκαιη αποτίμηση της δίκης στο σύνολό της.
Πόρτα στην έφεση
Με αυτό το σκεπτικό, το Εφετείο έκρινε αβάσιμους τον πρώτο και τον τρίτο λόγο έφεσης και απέρριψε τον δεύτερο, καταλήγοντας στο ότι η κρίση του Κακουργοδικείου ήταν ορθή και ότι δεν στοιχειοθετείται παραβίαση δικαιώματος δίκαιης δίκης.
Στις υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων, οι αντιφάσεις και οι καθυστερημένες αποκαλύψεις εξετάζονται μέσα στο ψυχολογικό και κοινωνικό πλαίσιο του παιδιού και όχι με τη μεζούρα ενός ενήλικου μάρτυρα που θυμάται ημερομηνίες και ώρες. Για την υπεράσπιση, αυτό σημαίνει ότι ο πραγματικός αγώνας δίνεται στο πρωτόδικο στάδιο, μέσα από στοχευμένη αντεξέταση και έγκαιρη ανάδειξη ισχυρισμών.
Στο Εφετείο, όταν το πρωτόδικο δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει στα ευρήματα αξιοπιστίας, δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια για δεύτερη ανάγνωση.
Κλειστή για 12 χρόνια η πόρτα του κελιού για βιαστή ανήλικης
Το Εφετείο της Κύπρου απέρριψε την έφεση του Α.Α., επιβεβαιώνοντας την πρωτόδικη καταδίκη του για έξι κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικης. Οι ποινές φυλάκισης που είχαν επιβληθεί πρωτοδίκως, συνολικού ύψους δώδεκα ετών για τρεις κατηγορίες και δέκα ετών για ακόμη τρεις, παραμένουν σε ισχύ. Η απόφαση του Εφετείου βασίστηκε στην κρίση ότι η μαρτυρία της ανήλικης ήταν απολύτως αξιόπιστη, παρά τις αντιφάσεις που υπήρξαν και εκτιμήθηκαν ως φυσιολογικές. Το δικαστήριο τόνισε ότι δεν προέκυψε κανένα σφάλμα στην πρωτόδικη απόφαση που να δικαιολογεί την ανατροπή της. Ο κατηγορούμενος είχε προσπαθήσει να αμφισβητήσει την αξιοπιστία της ανήλικης, υποστηρίζοντας ότι υπήρχαν αντιφάσεις στις καταθέσεις της. Επίσης, επικαλέστηκε την έλλειψη διερεύνησης γενετικού υλικού DNA και την πιθανότητα η μαρτυρία της να ήταν υποκινούμενη ή καθοδηγούμενη. Ωστόσο, το Εφετείο απέρριψε όλους αυτούς τους ισχυρισμούς. Η υπόθεση αφορούσε παράνομη συνουσία με την ανήλικη σε διάφορες χρονικές περιόδους μεταξύ Απριλίου 2020 και Σεπτεμβρίου 2021, με τον κατηγορούμενο να εκμεταλλεύεται τη θέση εμπιστοσύνης που κατείχε. Η απόφαση του Εφετείου στέλνει ένα ισχυρό μήνυμα κατά της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών και επιβεβαιώνει τη δέσμευση της δικαιοσύνης για την προστασία των ανηλίκων.
You Might Also Like
«Δαμασκηνές κατσίκες» και ιστορίες για αγρίους με απάτη ύψους €420.000
Δεκ 26
Διακινητής από τη Συρία πήγε για μείωση ποινής και έφυγε με 4 χρόνια φυλάκισης
Δεκ 30
Μαχαίρωσε τον αδελφό του και ήθελε αποζημίωση για ρεπορτάζ τηλεοπτικού σταθμού επειδή θίχτηκε!
Δεκ 31
«Έφαγε» €420.000 από συγγενή του στη Λάρνακα και ζητούσε και τα ρέστα
Δεκ 31
Κακουργιοδικείο: Αβάσιμη η ένσταση υπεράσπισης στην υπόθεση Κιουνζέλ
Ιαν 5