Η δήλωση του Βενιαμίν Νετανιάχου στο The Economist ότι το Ισραήλ θα μπορούσε, μέσα στην επόμενη δεκαετία, να μειώσει σταδιακά την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια φτάνοντας έως και στον πλήρη τερματισμό της, δεν εξέπληξε ως προς το περιεχόμενό της. Το αντίθετο, μάλιστα.
Το Ισραήλ, γνωστό για τη μοναδική του οξυδέρκεια –την οποία καλλιέργησε η περικύκλωσή του από εχθρούς για σχεδόν έναν αιώνα– παρακολουθεί και αναλύει προσεκτικά τις παγκόσμιες εξελίξεις, ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, και γνωρίζει ότι η πιθανότητα εκλογικής ανατροπής και η έλευση μιας πολύ λιγότερο φιλικής προς το εβραϊκό κράτος ηγεσίας στην Ουάσιγκτον δεν αποτελεί απλώς φόβο, αλλά ένα απολύτως υπαρκτό σενάριο.
Ο πόλεμος στη Γάζα, άλλωστε, επιβεβαίωσε την ορθότητα αυτής της προσέγγισης. Συν τοις άλλοις, η ισραηλινή πολεμική βιομηχανία είναι πρωτοπόρα σε πολλές κατηγορίες οπλικών συστημάτων τα οποία εξάγει, και ακόμη περισσότερο στον τομέα της αμυντικής τεχνολογίας. Η εικόνα της αμυντικής «εξάρτησης» της χώρας από τις ΗΠΑ, παρότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δημιουργεί μια αντίφαση που δεν συμφέρει το Ισραήλ. Απλά ειπωμένο, μειώνει το γόητρο της χώρας και την καθιστά ευάλωτη σε πιέσεις, ακόμη και σε μονομερείς κυρώσεις, όπως είδαμε και κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Γάζα.
Εάν κάτι προκάλεσε έκπληξη, ήταν η χρονική στιγμή που επέλεξε ο Βενιαμίν Νετανιάχου να προβεί σε αυτή τη δήλωση. Με τη δημοσίευση της συνέντευξης στο The Economist, πολλοί στο Ισραήλ διερωτήθηκαν πόσο συνετή ήταν αυτή η κίνηση τώρα και κατά πόσο θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα στη σχέση με τις ΗΠΑ.
Αρχικά φαινόταν παρακινδυνευμένη και ίσως υπερβολική. Όταν όμως ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκρέιαμ, ένας από τους πλέον ένθερμους υποστηρικτές του Ισραήλ στις ΗΠΑ, δήλωσε ότι το Ισραήλ είναι πολύτιμος σύμμαχος, αλλά αν αυτή είναι η πρόθεση «δεν χρειάζεται να περιμένουμε» δέκα χρόνια, τα δεδομένα άλλαξαν. Ο γερουσιαστής πρόσθεσε ότι τα χρήματα αυτά θα μπορούσαν να διοχετευθούν στην ενίσχυση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων. Η δήλωση Γκρέιαμ δεν ήταν ένδειξη ενόχλησης, αλλά πραγματισμού, σε μια περίοδο κρίσιμη τόσο για την ασφάλεια όσο και για τη διατήρηση της αμερικανικής υπεροχής στο παγκόσμιο σκηνικό.
Ωστόσο, στο ίδιο το Ισραήλ η συζήτηση συνεχίζεται και επικεντρώνεται κυρίως στη χρονική στιγμή που επιλέχθηκε για αυτή την κίνηση. Την ώρα που οι ΗΠΑ αναθεωρούν τις παγκόσμιες προτεραιότητές τους, πολλοί διερωτώνται γιατί το Ισραήλ άνοιξε αυτό το συγκεκριμένο θέμα τώρα, εισάγοντας στη δημόσια συζήτηση το ενδεχόμενο μείωσης της βοήθειας πολύ νωρίτερα, με δεδομένο μάλιστα ότι οι απειλές για τη χώρα παραμένουν άμεσες και σοβαρές.
Κάποιοι αμφισβητούν ακόμη και τα βαθύτερα κίνητρα του Νετανιάχου, σημειώνοντας ότι, σε εσωτερικό επίπεδο, απευθύνεται σε ένα ακροατήριο που θέλει να βλέπει το Ισραήλ ως πλήρως κυρίαρχη δύναμη και όχι ως κράτος που βασίζεται διαρκώς στη στήριξη τρίτων. Αυτό είναι σωστό επί της αρχής, με τη διαφορά ότι πρόκειται για ένα σχετικά περιορισμένο ακροατήριο, το οποίο σίγουρα δεν αντιπροσωπεύει το σύνολο – ή έστω το ένα τρίτο – της ισραηλινής κοινωνίας, ενός λαού που, λόγω του εξωτερικού κινδύνου, χαρακτηρίζεται από έντονη προσήλωση στα δεδομένα της ασφάλειας.
Πολύ πιο πιθανή εξήγηση είναι ότι ο Νετανιάχου θέλησε να στείλει το μήνυμα πως το Ισραήλ δεν είναι απλώς αποδέκτης ξένης βοήθειας – και σίγουρα δεν είναι πλέον – αλλά ένας αξιόπιστος, ισχυρός εταίρος με επιλογές. Ένας εταίρος που επιδιώκει να βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση όταν ξεκινήσει η ουσιαστική διαπραγμάτευση για τη λήξη του ισχύοντος Μνημονίου Αμυντικής Συνεργασίας ΗΠΑ–Ισραήλ το 2028.
Το πιθανότερο, λοιπόν, είναι ότι ο Βενιαμίν Νετανιάχου ανέλαβε ένα σημαντικό ρίσκο με αυτή την πρώτη εξαγγελία ενός αμυντικού –έστω μερικού προς το παρόν– «απογαλακτισμού» του Ισραήλ από την Ουάσιγκτον, εκτιμώντας ότι η εικόνα ενός ευάλωτου και εξαρτημένου εβραϊκού κράτους το αποδυναμώνει τόσο ως προς την αποτρεπτική του ισχύ όσο και ως προς την αναγκαία ενίσχυση της αμυντικής του βιομηχανίας στον δρόμο προς την αυτάρκεια, για την οποία απαιτούνται και νέοι πελάτες.
Σε αυτού του είδους τις κινήσεις, ο Νετανιάχου έχει αποδειχθεί ιδιοφυής στο παρελθόν, ξανά και ξανά. Κάτι που, βεβαίως, δεν μπορεί να προσφέρει κάποια εγγύηση και για το σήμερα. Πόσω μάλλον το αύριο.
Καλή η ιδέα, λάθος η στιγμή;
Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Βενιαμίν Νετανιάχου, δήλωσε στο περιοδικό The Economist ότι το Ισραήλ θα μπορούσε σταδιακά να μειώσει την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια, φτάνοντας ακόμη και στον πλήρη τερματισμό της μέσα στην επόμενη δεκαετία. Η δήλωση αυτή, αν και δεν προκάλεσε έκπληξη λόγω της ισχυρής ισραηλινής αμυντικής βιομηχανίας και της επιθυμίας για μεγαλύτερη αυτονομία, προκάλεσε συζήτηση σχετικά με την χρονική στιγμή που επιλέχθηκε για να γίνει. Ορισμένοι αναρωτιούνται αν αυτή η κίνηση θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα στις σχέσεις με τις ΗΠΑ, ειδικά σε μια περίοδο που η Ουάσιγκτον αναθεωρεί τις παγκόσμιες προτεραιότητές της. Ωστόσο, η δήλωση του Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκρέιαμ, ότι τα χρήματα αυτά θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την ενίσχυση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, υποδηλώνει έναν ρεαλισμό και από τις δύο πλευρές. Η συζήτηση στο Ισραήλ επικεντρώνεται στο αν η δήλωση αυτή αντανακλά μια πραγματική πρόθεση ή μια προσπάθεια να απευθυνθεί σε ένα συγκεκριμένο εσωτερικό ακροατήριο.
You Might Also Like
WSJ: Ο Ερντογάν μιλά για καταστροφή του «σιωνιστικού Ισραήλ» - H πώληση F35 στην Άγκυρα θα μπορούσε να οδηγήσει σε πόλεμο
Δεκ 27
Τα μυστικά της Σομαλιλάνδης: Πώς η αναγνώριση από το Ισραήλ ανατρέπει τα δεδομένα και γιατί ανησυχεί ο Ερντογάν
Δεκ 28
Τα μυστικά της Σομαλιλάνδης: Η αναγνώριση από το Ισραήλ και γιατί ανησυχεί ο Ερντογάν
Δεκ 28
Το πανηγύρι που τελειώνει
Δεκ 29
Γιατί ο Νετανιάχου προειδοποίησε τον Ερντογάν; Γιατί ο Ν. Χριστοδουλίδης εμμένει στη διζωνική;
Ιαν 5