Το ότι θέλει η Κυπριακή Δημοκρατία να γίνει μέλος του χώρου Σένγκεν είναι δεδομένο. Θα μπορέσει, ωστόσο, μέσα στη δική της προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή το πρώτο εξάμηνο του 2026, να προωθήσει την ένταξή της ή θα πρέπει να πάρει απόφαση πως κάτι τέτοιο δεν γίνεται χωρίς διχοτόμηση ή επανένωση της Κύπρου; Θα κρατήσουμε και θα ενισχύσουμε τις ξένες επενδύσεις ή οι υποσχέσεις μας θα αποδειχτούν κενές περιεχομένου; Αυτό θα είναι και το μεγάλο στοίχημα, όχι μόνο της χρονιάς, αλλά και της ίδιας της ιστορίας της χώρας.
Η ένταξη στην ΕΕ, χωρίς την ένταξη στον χώρο Σένγκεν, καθιστά την Κυπριακή Δημοκρατία κάτι λιγότερο από ίσο μέλος. Οι Κύπριοι πολίτες το βιώνουν όταν ταξιδεύουν από Κύπρο για προορισμούς εντός της ΕΕ, ακόμη και της Ελλάδας, όπου οι αρχές των αεροδρομίων τους στέλνουν στην ουρά για έλεγχο στην εκτός Σένγκεν ζώνη που περιλαμβάνει και τους προορισμούς εκτός της Ένωσης. Για τον επιχειρηματικό κόσμο, ωστόσο, η απώλεια της ιδιότητας Σένγκεν είναι πολύ περισσότερα από μια επιπλέον ταλαιπωρία στα αεροδρόμια. Ειδικά οι επιχειρήσεις στην Κύπρο που είναι ξένων συμφερόντων, βλέπουν τη μη συμπερίληψη της Κυπριακής Δημοκρατίας στον χώρο ως εμπόδιο (και είναι) για τους εργαζόμενούς τους, οι οποίοι συνήθως είναι υπήκοοι τρίτων χωρών. Με άλλα λόγια, οι εργαζόμενοι αυτοί μένουν εγκλωβισμένοι στην Κύπρο και απαιτείται να έχουν βίζα για τα επαγγελματικά ή ιδιωτικά τους ταξίδια εντός της ΕΕ.
Προεκλογικά, το θέμα τέθηκε και όλοι οι υποψήφιοι Πρόεδροι δεσμεύτηκαν για ένταξη της Κύπρου στο Σένγκεν. Ο Πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης, ωστόσο, είναι αυτός που έχει κληθεί να υλοποιήσει την υπόσχεση. Η ικανότητα του Προέδρου να δείξει ότι εννοεί αυτά που λέει και κάνει αυτά που υποστηρίζει προς τους ξένους επενδυτές είναι εδώ που θα κριθεί. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι αν μπορεί να το κάνει χωρίς επανένωση της Κύπρου και χωρίς να υπογράψει την οριστική διχοτόμησή της. Από το τιμόνι της προεδρίας της ΕΕ, έχει μια σπάνια ευκαιρία να μοιράσει την τράπουλα και να εξετάσει τι μπορεί η ΕΕ να δώσει στην Τουρκία (τελωνειακή ένωση και βίζα) και να πάρει ως αντάλλαγμα τους ελέγχους στα λιμάνια και τα αεροδρόμια των κατεχομένων από την ΕΕ. Αυτό θα διασφάλιζε τον αποτελεσματικό έλεγχο σε όλα τα σημεία εισόδου και εξόδου εντός της Κύπρου και συνεπώς θα άνοιγε τον δρόμο για ένταξη στη ζώνη του Σένγκεν.
Το ερώτημα είναι κατά πόσο αυτό είναι επιθυμητό και από τους Τουρκοκύπριους, αλλά και πόσο έτοιμοι είναι στην Κυπριακή Δημοκρατία να επιτρέψουν έτσι το απευθείας εμπόριο των κατεχομένων, μέσα από μια αναθεώρηση του κανονισμού της Πράσινης Γραμμής και την ταυτοποίησή τους. Δύσκολη εξίσωση χωρίς το πακέτο να περιλαμβάνει την ασφάλεια του νησιού είτε μέσα από ΝΑΤΟποίηση των στρατευμάτων στο νησί είτε αποστρατικοποίηση, αλλά και ρύθμιση της νεκρής ζώνης και της περίκλειστης πόλης της Αμμοχώστου. Μιλάμε δηλαδή αν όχι για την επίλυση του Κυπριακού, σίγουρα για τη μετάβασή του σε μια επόμενη φάση που σύντομα θα οδηγούσε σε υπογραφή για επανένωση ή οριστική διχοτόμηση. Μπορεί ο οποιοσδήποτε Πρόεδρος της Δημοκρατίας να πάρει ένα τέτοιο ρίσκο;
Η απάντηση είναι σίγουρα ναι. Όχι γιατί το θέλει, αλλά γιατί το ρίσκο της οριστικής διχοτόμησης είναι υπαρκτό και στα πλαίσια της δικής της προεδρίας της ΕΕ έχει τουλάχιστον κάποιο λόγο. Πώς αν δεν το κάνει τώρα, η Τουρκία κάποια στιγμή θα ξεκλειδώσει, με ή χωρίς να το θέλουμε, και τα θέματα βίζας και την τελωνειακή ένωση και πως το απευθείας εμπόριο των κατεχομένων δεν είναι τόσο απομακρυσμένο σενάριο όσο ήταν κάποτε. Τώρα είναι, λοιπόν, η ώρα να καθίσει ο Πρόεδρος στις συνομιλίες για την επίλυση του Κυπριακού ή τουλάχιστον να κάνει ένα καθοριστικό βήμα εντάσσοντας όλη την Κύπρο στο Σένγκεν.
Ειδικές ευχαριστίες γι' αυτό το άρθρο στον Ευτύχιο και τον Γρηγόρη, με τους οποίους συζητήσαμε το θέμα στο εορταστικό τραπέζι.
Η χρονιά Σένγκεν και όχι μόνο;
Η Κύπρος βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη χρονιά, με σημαντικότερο στοίχημα την ένταξή της στον χώρο Σένγκεν κατά τη διάρκεια της προεδρίας της στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2026. Η ένταξη αυτή θα ισοτιμοποιούσε την Κύπρο με τα υπόλοιπα κράτη μέλη της ΕΕ, διευκολύνοντας τις μετακινήσεις των πολιτών και των επιχειρήσεων. Ωστόσο, η επίτευξη αυτού του στόχου συνδέεται με την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος, καθώς απαιτείται έλεγχος στα λιμάνια και τα αεροδρόμια των κατεχομένων περιοχών. Η κυβέρνηση καλείται να διαπραγματευτεί με την Τουρκία και την Τουρκοκυπριακή πλευρά, προκειμένου να βρεθεί μια λύση που θα διασφαλίζει την ασφάλεια του νησιού και θα ανοίγει τον δρόμο για την ένταξη στον Σένγκεν, είτε μέσω επανένωσης είτε μέσω οριστικής διχοτόμησης.