Σημεία κοινού
Γράφει η Αγάθη Γεωργιάδου
Απόσπασμα από κείμενο για το βιβλίο του Λεωνίδα Γαλάζη Αμπέλια της απαντοχής, Εκδόσεις Εστία, 2025 στο περιοδικό Περί ου (www.periou.gr), 14 Φεβρουαρίου 2026
Η ποιητική της «απαντοχής»
[…] Παρά τη θλίψη των καθημερινών ματαιώσεων, ωστόσο, τα 62 ποιήματα της συλλογής αφήνουν μια «ρωγμή»: την απαντοχή. Αυτή η έννοια λειτουργεί ως το απόλυτο αντίδοτο στην απόγνωση. Τα «αμπέλια της απαντοχής» και οι «ροδώνες της ελπίδας» ορθώνονται απέναντι στη «θάλασσα της λύπης», μετατρέποντας τον πόνο σε ποιητική δημιουργία. Στο ομότιτλο ποίημα, ο αμπελώνας στέκει ως το έσχατο οχυρό ζωής, ένα οντολογικό αντίβαρο που καρποφορεί υπό συνθήκες πικρού μόχθου. Αναδεικνύει την παράδοση όχι ως μουσειακό είδος, αλλά ως ενεργό τρόπο επιβίωσης, ακόμα και όταν η κίνηση περιορίζεται ασφυκτικά «μέχρι τ’ αντικρινό βουνό».
Ο ίδιος ο τίτλος, άλλωστε, συνιστά ένα ποιητικό μανιφέστο: τα «αμπέλια» συμβολίζουν τις σταθερές μας ρίζες, ενώ η «απαντοχή» —λέξη φορτισμένη με την υπομονή και την προσμονή— μετουσιώνεται σε στάση ζωής και ηθικής αντίστασης. Για τον ποιητή, ο όρος δεν συνεπάγεται μοιρολατρική παραίτηση, αλλά μια αγωνιώδη, ενεργό προσπάθεια του ανθρώπου να σταθεί όρθιος και δημιουργικός «προτού βαθιά νυχτώσει». Είναι η προσπάθεια των «κουρασμένων στρατοκόπων» να διασώσουν τη «λιγοστή σοδειά» τους, αρνούμενοι να μετατραπούν σε «άβουλες σκιές» ή να πνιγούν από την αγχόνη που στήνει η σύγχρονη καθημερινότητα. Παρά το «πικρό ψωμί» και το «κρασί της συμφοράς», τα αμπέλια αυτά εξακολουθούν να αποτελούν σύμβολο ανθεκτικής ανθρωπιάς που αντιστέκεται στο «παγερό φως» του κενού.
Ως προς τη μορφή, η συλλογή ξεχωρίζει για τη μορφική της ποικιλομορφία. Συνυπάρχουν ποιήματα με έμμετρο, παραδοσιακό στίχο και ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία —συχνά οργανωμένα σε δίστιχα— με ελεύθερους στίχους που παραπέμπουν σε θεατρικούς μονολόγους.
Η γλώσσα κινείται ανάμεσα στο λόγιο και το ιδιωματικό: αντλεί από το εκκλησιαστικό ύφος, ενώ ενσωματώνει κυπριακές εκφράσεις, προσδίδοντας αυθεντικότητα και έντονο τοπικό χρώμα. Πλούσια και ρέουσα, ισορροπεί δημιουργικά ανάμεσα στην ειρωνεία και τον λυρισμό. Παράλληλα, η εναλλαγή των ρηματικών προσώπων, του α΄ και του β΄, εντείνει τη δραματικότητα και δημιουργεί μια αίσθηση άμεσου διαλόγου με τον αναγνώστη.
Πάντως, το συναισθηματικό τοπίο, αν και σκοτεινό, δεν διολισθαίνει στην απελπισία. Η συλλογή αναπνέει μέσα από μια λυρική τρυφερότητα, όπου ο έρωτας και η πίστη λειτουργούν ως «Βάλσαμο». Στα ερωτικά του ποιήματα, ο Γαλάζης επιστρατεύει τη γηγενή ντοπιολαλιά για να υμνήσει μια αγάπη απόλυτη, που σαν «λαμπρόν» (φωτιά) σαρώνει τη φθορά και υπόσχεται πως το «ρόδο της αγάπης» θα ανθίζει παντοτινά, κόντρα στις παγωμένες εποχές. Αυτός ο ερωτικός λυρισμός συναντά τη θρησκευτική κατάνυξη, καθώς οι «τελευταίες ρανίδες απ’ την πληγή της Παναγίας» στάζουν στο χώμα ως πράξη ίασης και παρηγοριάς. Σε αυτό το πλαίσιο, η ποίηση υποκλίνεται μπροστά στην ίδια τη ζωή, αναγνωρίζοντας πως μια «σταγόνα μέλι» —η ελάχιστη δηλαδή προσφορά αγάπης— είναι συχνά πιο ζωτική από χιλιάδες στίχους. Όπως ο Καρυωτάκης χρησιμοποίησε την ειρωνεία ως ασπίδα, έτσι και ο Γαλάζης επιστρατεύει τον έρωτα και τη φύση ως αντίβαρο στην υπαρξιακή «άβυσσο». Απέναντι «στων αρμάτων την ταραχή», στα «κουρέλια των ιερών και των οσίων», («Ύψωσε τα χέρια σου»), η «απαντοχή» δεν είναι μια παθητική αναμονή, αλλά στρατηγική επιβίωσης. Είναι η δύναμη που μετουσιώνει τη θλίψη σε δημιουργική ορμή και την προσωπική οδύνη σε συλλογική καρτερία.
Αυτή η στάση συνδέεται άρρηκτα με την τοπιογραφία της Κύπρου. Η Μαδαρή, βουνοκορφή του Τροόδους, μετουσιώνεται από γεωγραφικό σημείο σε ένα υμνητικό σύμβολο ηθικού αναστήματος, λειτουργώντας ως ένας «αδάκρυτος» φρουρός που επιβλέπει το τραύμα της κατεχόμενης Μόρφου. Ενώ ο άνθρωπος της πόλης περιγράφεται ως δέσμιος μιας άβουλης καθημερινότητας, η ιερότητα του βουνού προσφέρει την προοπτική μιας πνευματικής φυγής προς την ελευθερία, όπου η «απαντοχή» μετατρέπεται από πικρή υπομονή σε μια ενεργητική πράξη πίστης και ιστορικής επιβίωσης.
Συνοψίζοντας, τα Αμπέλια της απαντοχής αποτελούν μια πικρή αλλά διεισδυτική ανατομία της σύγχρονης ψυχής. Ο Λεωνίδας Γαλάζης κατορθώνει να μεταφέρει την καρυωτακική αγωνία στον 21ο αιώνα, μπολιάζοντάς την με το φως του κυπριακού τοπίου και τη δύναμη της παράδοσης. Η συλλογή λειτουργεί ως μια «ρωγμή» στο τείχος της καθημερινής ματαίωσης, υπενθυμίζοντας πως η τέχνη είναι το «κρασί του παραδείσου» που φυλάσσεται σε «δέντρα του πόνου καρπερά». Τελικά, η απαντοχή στον Γαλάζη δεν είναι απλώς υπομονή, αλλά η πνευματική αντίσταση που επιτρέπει στον δημιουργό να μεταμορφώνει τη θλίψη σε ελπίδα και το αδιέξοδο σε ποίηση.
Η ποιητική της «απαντοχής»
Το άρθρο παρουσιάζει μια θετική κριτική για το βιβλίο του Λεωνίδα Γαλάζη, «Αμπέλια της απαντοχής». Η κριτική εστιάζει στην ποιητική της «απαντοχής» ως αντίδοτο στην απόγνωση και στην ικανότητα του ποιητή να μετατρέπει τον πόνο σε δημιουργία. Τα «αμπέλια» συμβολίζουν τις ρίζες και η «απαντοχή» την προσπάθεια για επιβίωση και αντίσταση. Η γλώσσα του βιβλίου είναι πλούσια και ρέουσα, συνδυάζοντας λόγιο και ιδιωματικό ύφος, ενώ η μορφή των ποιημάτων ποικίλλει. Η κριτική αναδεικνύει την ικανότητα του Γαλάζη να συνδυάζει τον λυρισμό με την ειρωνεία και να δημιουργεί έναν άμεσο διάλογο με τον αναγνώστη. Παρά το σκοτεινό συναισθηματικό τοπίο, το βιβλίο αναπνέει μέσα από μια λυρική τρυφερότητα, όπου ο έρωτας και η πίστη λειτουργούν ως παρηγοριά. Η ποίηση υποκλίνεται μπροστά στη ζωή, αναγνωρίζοντας την αξία της αγάπης και της ελπίδας. Το άρθρο τονίζει ότι το βιβλίο δεν προσφέρει μια μοιρολατρική παραίτηση, αλλά μια ενεργή προσπάθεια για επιβίωση και δημιουργία, ακόμα και υπό δύσκολες συνθήκες. Η «απαντοχή» δεν είναι απλώς υπομονή, αλλά μια ηθική αντίσταση και μια επιλογή ζωής.