Η κριτική που γίνεται «κακόπιστη» επειδή ενοχλεί
Συχνά στον χώρο του ποδοσφαίρου, και όχι μόνο, ακούμε ότι είναι αποδεκτή η καλόπιστη κριτική, αλλά όχι η κακόπιστη.
Ο αποδέκτης της μπορεί να είναι ο πρόεδρος, ένας παράγοντας, ένας αξιωματούχος ή ακόμη και ένας ποδοσφαιριστής. Το ερώτημα, όμως, είναι απλό: ποιος αποφασίζει τελικά αν μια κριτική είναι καλόπιστη ή κακόπιστη;
Πολύ συχνά αυτός που δέχεται την κριτική, αναλαμβάνει και τον ρόλο του «κριτή». Και εκεί αρχίζει το πρόβλημα. Διότι δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες ως καλόπιστη εκλαμβάνεται η κριτική που είναι ευχάριστη ή ανεκτή, ενώ ως κακόπιστη απορρίπτεται εκείνη που ενοχλεί ή εκθέτει.
Με αυτόν τον τρόπο, όμως, η κριτική δεν αξιολογείται με βάση την τεκμηρίωση ή την ουσία της, αλλά με βάση το πώς «ηχεί» στον αποδέκτη της.
Γι’ αυτό και όταν ένας άνθρωπος του ποδοσφαίρου επιλέγει να απαντά μόνο σε όσα θεωρεί ο ίδιος καλόπιστα, δημιουργείται η εντύπωση ότι δεν απαντά στην κριτική συνολικά, αλλά μόνο στο μέρος εκείνο που τον εξυπηρετεί.
Η καλόπιστη κριτική, ωστόσο, δεν ορίζεται από το αν είναι αρεστή, αλλά από το αν έχει βάση, αν είναι τεκμηριωμένη. Είναι σαφές ότι δεν αναφερόμαστε σε ύβρεις ή προσωπικές προσβολές, αλλά στην κριτική που, όσο σκληρή κι αν είναι, παραμένει προσηλωμένη στα γεγονότα. Κι όμως, πολύ συχνά, ακριβώς επειδή αυτή η κριτική είναι σκληρή, «βαφτίζεται» κακόπιστη και απορρίπτεται χωρίς απάντηση.
Όταν το κριτήριο διάκρισης ανάμεσα στην καλόπιστη και την κακόπιστη κριτική περνά μέσα από την προσωπική άνεση του αποδέκτη, τότε η συζήτηση παύει να είναι ουσιαστική και μετατρέπεται σε μια επιλεκτική διαχείριση της κριτικής.
Η κριτική που γίνεται «κακόπιστη» επειδή ενοχλεί
Το άρθρο αναφέρεται στο φαινόμενο της κριτικής στον χώρο του ποδοσφαίρου (και όχι μόνο) και στο πώς αυτή χαρακτηρίζεται ως «καλόπιστη» ή «κακόπιστη». Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι η διάκριση αυτή είναι συχνά υποκειμενική και εξαρτάται από τον αποδέκτη της κριτικής, ο οποίος συχνά αναλαμβάνει και τον ρόλο του κριτή. Συχνά, ως καλόπιστη εκλαμβάνεται η κριτική που είναι ευχάριστη ή ανεκτή, ενώ ως κακόπιστη απορρίπτεται η κριτική που ενοχλεί ή εκθέτει. Με αυτόν τον τρόπο, η κριτική δεν αξιολογείται με βάση την τεκμηρίωση ή την ουσία της, αλλά με βάση το πώς «ηχεί» στον αποδέκτη. Ο αρθρογράφος τονίζει ότι η καλόπιστη κριτική ορίζεται από το αν έχει βάση και είναι τεκμηριωμένη, και όχι από το αν είναι αρεστή. Επισημαίνει ότι η σκληρή κριτική, εφόσον παραμένει προσηλωμένη στα γεγονότα, δεν θα πρέπει να απορρίπτεται ως κακόπιστη. Συνολικά, το άρθρο υπογραμμίζει την ανάγκη για μια πιο αντικειμενική και ουσιαστική προσέγγιση στην αξιολόγηση της κριτικής, ανεξάρτητα από το αν είναι ευχάριστη ή όχι.