Τα φύλλα της «Ελευθερίας» του Μαρτίου 1926 δεν είναι απλώς τεκμήρια μιας επετείου αλλά ένα ιδεολογικό εργαστήριο όπου ο ελληνικός λόγος στην Κύπρο επιχειρεί να ορίσει τον εαυτό του. Αν τα διαβάσουμε προσεκτικά, όχι ως μνημεία αλλά ως ζωντανό λόγο, τότε αποκαλύπτουν κάτι πιο ανήσυχο και πιο επίκαιρο.
Στο ποίημα για την 25η Μαρτίου, η «λευτεριά» δεν εμφανίζεται ως αφηρημένη έννοια αλλά ως αισθητηριακή εμπειρία
«γλυκύτατο τραγούδι τραγουδάει
πού τὰ πέλαγα κι’ ἀνθούς σκορπᾶε τῆς καρδιᾶς»
Η μεταφορά είναι χαρακτηριστική της ύστερης ρομαντικής εθνικής ποιητικής. Η ελευθερία δεν κατακτάται μόνο, βιώνεται, διαχέεται, σχεδόν «μολύνει» τον χώρο. Το κρίσιμο εδώ είναι ότι η ελευθερία παρουσιάζεται ως κάτι που ήδη υπάρχει ως δυναμική. Δεν είναι μόνο στόχος, είναι υπόσχεση εν εξελίξει.
Αμέσως μετά, ο τόνος μεταστρέφεται και σκληραίνει
«Κι’ ὄρθιοι μπροστὰ στὴν Ἰδέα ποὺ δὲν ἐκάθη
γελούνται καὶ γελοῦν τοὺς ἐχθρούς»
Εδώ εισάγεται η έννοια της «Ιδέας» με κεφαλαίο. Δεν πρόκειται για πολιτικό πρόγραμμα αλλά για υπερβατική αρχή. Και ταυτόχρονα, υπάρχει μια υπόγεια ειρωνεία, «γελούνται καὶ γελοῦν». Ο αγώνας δεν είναι μόνο ηρωικός, εμπεριέχει και την αυταπάτη. Αυτό το διπλό επίπεδο είναι εξαιρετικά σημαντικό, ήδη από τότε ο λόγος δεν είναι μονοδιάστατα θριαμβικός.
Στον Κωστή Παλαμά, η εθνική αφήγηση αποκτά κανονιστικό χαρακτήρα
«Και δώστε, ὅπως λατρεύετε, στέργα θύμα τῆς ψυχῆς»
Ο Παλαμάς δεν περιγράφει, διατάσσει. Η γλώσσα του είναι προστακτική, σχεδόν λειτουργική. Η πατρίδα δεν είναι απλώς αντικείμενο αγάπης αλλά αντικείμενο θυσίας. Εδώ εντοπίζεται μια κρίσιμη μετατόπιση, από την εμπειρία της ελευθερίας περνάμε στην υποχρέωσή της.
Το κύριο άρθρο, «Η Εθνική Επέτειος», είναι όμως το πιο αποκαλυπτικό. Σε ένα σημείο σημειώνει
«Καθήκον δὲ ἡμῶν εἶναι νὰ ἀναμιμνησκώμεθα τουλάχιστον…»
Η λέξη «τουλάχιστον» είναι το κλειδί. Υπονοεί ότι η μνήμη από μόνη της δεν επαρκεί. Υπάρχει μια διακριτική αλλά σαφής αυτοκριτική, η κοινωνία κινδυνεύει να περιοριστεί σε τελετουργική ανάμνηση αντί ουσιαστικής πράξης.
Και ακόμη πιο αιχμηρά
«Αἱ περιοδικαὶ ἐκρήξεις ἀλόγιστου σωβινισμοῦ…»
Εδώ ο συντάκτης σχεδόν αποδομεί τον ίδιο τον μηχανισμό του εθνικού εορτασμού. Αναγνωρίζει τον κίνδυνο της ρητορικής υπερβολής, του κενού πατριωτισμού. Πρόκειται για μια εξαιρετικά ώριμη παρατήρηση για το 1926 και εξαιρετικά επίκαιρη για το σήμερα.
Αν μεταφέρουμε αυτά τα κείμενα στο παρόν της Κύπρου, το ερώτημα γίνεται αναπόφευκτο, σε ποιο βαθμό έχουμε πράγματι ξεφύγει από αυτό που ήδη τότε αναγνωριζόταν ως κίνδυνος
Σήμερα, η δημόσια σφαίρα κινείται συχνά μεταξύ δύο βολικών άκρων. Από τη μια, ένας επιφανειακός εορταστικός πατριωτισμός που εξαντλείται σε παρελάσεις, αναρτήσεις και τελετουργικές αναπαραγωγές χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Από την άλλη, μια αποστειρωμένη κριτική που, στο όνομα του ρεαλισμού ή της προόδου, αποφεύγει συστηματικά την έννοια της συλλογικής ταυτότητας.
Και τα δύο, στην πράξη, οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα, στην αποδυνάμωση της μνήμης ως εργαλείου κρίσης.
Η ειρωνεία είναι ότι τα κείμενα του 1926 μάς δείχνουν έναν δρόμο που ακόμη δεν έχουμε διανύσει πλήρως. Δεν απορρίπτουν την εθνική ιδέα, την πειθαρχούν. Δεν απορρίπτουν τη μνήμη, την απαιτούν ως ευθύνη.
Σε μια Κύπρο που εξακολουθεί να βιώνει τις συνέπειες της ιστορίας της, από τη διαίρεση μέχρι την κανονικοποίηση της μετριότητας, την ευνοιοκρατία και την απουσία ουσιαστικής αυτοκριτικής, το δίδαγμα αυτό είναι καίριο. Η επίκληση της ιστορίας συχνά λειτουργεί ως άλλοθι αντί ως πρόκληση.
Η «Ελευθερία» δεν μπορεί να είναι ούτε σύνθημα ούτε νοσταλγία. Πρέπει να είναι κριτήριο.
Ίσως τελικά το πιο ριζοσπαστικό στοιχείο αυτών των παλαιών φύλλων να μην είναι ο πατριωτισμός τους αλλά η αυτοσυνείδησή τους. Μας καλούν όχι απλώς να θυμόμαστε αλλά να αναρωτιόμαστε τι πράττουμε με αυτό που θυμόμαστε
Γιατί αν το 1926 η μνήμη ήταν ήδη «τουλάχιστον» καθήκον, το 2026 δεν έχουμε πλέον την πολυτέλεια να τη χρησιμοποιούμε ως άλλοθι
Κρίστοφερ Πιτσιλλίδης
Ιστοριοδίφης συλλογικής μνήμης του εφημεριδικού τύπου
Πηγή: Εφημερίδα «Ελευθερία», 1926
Η Ελευθερία ως απαίτηση: Διαβάζοντας το 1926 από το 2026
Αναλύοντας τα φύλλα της εφημερίδας «Ελευθερία» του Μαρτίου 1926, αποκαλύπτεται μια εποχή όπου ο ελληνικός λόγος στην Κύπρο διαμόρφωνε την ταυτότητά του. Τα κείμενα αυτά δεν είναι απλώς ιστορικά τεκμήρια, αλλά ένα ιδεολογικό εργαστήριο που αποκαλύπτει μια ανήσυχη και επίκαιρη διάσταση της ελευθερίας. Η ελευθερία παρουσιάζεται ως μια αισθητηριακή εμπειρία, μια δυναμική που ήδη υπάρχει και υπόσχεται να διαχυθεί. Ωστόσο, υπάρχει και μια υπόγεια ειρωνεία και αναγνώριση της αυταπάτης στον αγώνα για την ελευθερία. Ο Κωστής Παλαμάς εισάγει μια κανονιστική διάσταση στην εθνική αφήγηση, απαιτώντας θυσία για την πατρίδα. Το κύριο άρθρο αποκαλύπτει μια αυτοκριτική, υπονοώντας ότι η απλή ανάμνηση δεν αρκεί και ότι υπάρχει κίνδυνος να περιοριστεί η κοινωνία σε τελετουργικές αναμνήσεις. Επιπλέον, αναγνωρίζεται ο κίνδυνος του άλογου σωβινισμού και της ρητορικής υπερβολής. Σήμερα, η Κύπρος καλείται να εξετάσει αν έχει πράγματι ξεφύγει από αυτούς τους κινδύνους, αποφεύγοντας τον επιφανειακό πατριωτισμό και την αποστειρωμένη κριτική.