Η απαξίωση των πολιτών για τα κοινά δεν είναι ένα στιγμιαίο φαινόμενο ούτε μια παροδική «μόδα» πολιτικής κούρασης. Ενόψει των επερχόμενων βουλευτικών εκλογών στην Κύπρο, αναδεικνύεται πλέον ως δομικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης πολιτικής πραγματικότητας. Μαζική αδιαφορία για την εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους και, κυρίως, η αποχή, η οποία εξελίσσεται με σταθερότητα στο πρώτο και πολυπληθέστερο «κόμμα» της χώρας. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί πολιτικό μήνυμα, και μάλιστα ιδιαίτερα ηχηρό.
Τα δεδομένα των τελευταίων τριών βουλευτικών εκλογών καταγράφουν μια ριζική μεταβολή της συμπεριφοράς του Κύπριου ψηφοφόρου. Ο εκλογικός χάρτης δεν άλλαξε απλώς χρώματα, άλλαξε λογική. Οι ιδεολογικές παρωπίδες που χαρακτήριζαν επί δεκαετίες τη συμπεριφορά μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος υποχωρούν, ενώ η κομματική ταύτιση αντικαθίσταται από μια πιο ρευστή, συχνά κριτική αλλά και αποστασιοποιημένη στάση. Το αποτέλεσμα είναι διττό. Αφενός η καταψήφιση -έστω και σιωπηρή- του παλαιοκομματισμού και αφετέρου η αναζήτηση εναλλακτικών σχηματισμών, ακόμη κι αν αυτοί αποδεικνύονται βραχύβιοι.
Η εκλογική συρρίκνωση των παραδοσιακών κομμάτων είναι ενδεικτική. Ο ΔΗΣΥ, μέσα σε μια δεκαετία, έχασε περίπου 40.000 ψήφους, ενώ το ΑΚΕΛ κατέγραψε απώλειες που ξεπερνούν τις 50.000. Το ΔΗΚΟ και η ΕΔΕΚ ακολούθησαν την ίδια καθοδική πορεία. Τα ποσοστά τους, όσο κι αν επιχειρείται να παρουσιαστούν ως «αντοχές», στην πραγματικότητα λειτουργούν παραπλανητικά, καθώς υπολογίζονται επί ενός ολοένα και μικρότερου αριθμού έγκυρων ψηφοδελτίων. Όταν οι εγγεγραμμένοι αυξάνονται, αλλά οι ψηφίζοντες μειώνονται, το πρόβλημα δεν είναι αριθμητικό, είναι βαθιά πολιτικό.
Και για να μιλάμε με στοιχεία: Στις βουλευτικές εκλογές του 2011, τα έγκυρα ψηφοδέλτια ήταν 404.577 σε ένα εκλογικό σώμα 531.463. Το 2021, τα έγκυρα ήταν 357.714 -μείωση άλλων 50.000- ενώ το εκλογικό σώμα αυξήθηκε κατά 25.000 φτάνοντας στις 557.836.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εκτόξευση της αποχής. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 μέχρι το 2021, δεκάδες χιλιάδες πολίτες επέλεξαν συνειδητά να μείνουν εκτός της εκλογικής διαδικασίας. Η αποχή δεν μπορεί πλέον να ερμηνευθεί ως αδιαφορία ή τεμπελιά. Σε μεγάλο βαθμό συνιστά έλλειμμα εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα, αίσθημα ότι «όλοι είναι ίδιοι» και πεποίθηση ότι η ψήφος δεν επιφέρει ουσιαστική αλλαγή. Είναι, με άλλα λόγια, μια σιωπηρή αλλά μαζική μορφή καταψήφισης.
Την ίδια στιγμή, παρατηρείται εντυπωσιακή άνοδος των ψήφων προς κόμματα που δεν εξασφαλίζουν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση (συνολικά, το 2011 έλαβαν 9.177 ψήφους, ποσοστό 2,27, ενώ το 2021 έλαβαν 52.205, 14,58% ), καθώς και η εμφάνιση νέων σχηματισμών που συχνά λειτουργούν ως δοχεία εκτόνωσης της κοινωνικής δυσαρέσκειας και καταφέρνουν να μπουν στην Βουλή. Η περίπτωση του ΕΛΑΜ είναι χαρακτηριστική. Από περιθωριακή δύναμη το 2011, κατέγραψε σημαντική εκλογική άνοδο το 2021. Το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να αναλυθεί αποκομμένο από την κρίση αξιοπιστίας των παραδοσιακών κομμάτων, όταν, το πολιτικό κέντρο αποτυγχάνει να πείσει, τα άκρα ή τα «αντισυστημικά» σχήματα βρίσκουν χώρο να αναπτυχθούν.
Παράλληλα, κόμματα όπως το ΕΥΡΩΚΟ, η Αλληλεγγύη, η Συμμαχία Πολιτών, που κάποτε εισήλθαν στη Βουλή, εξαφανίστηκαν από τον πολιτικό χάρτη, επιβεβαιώνοντας ότι η ψήφος διαμαρτυρίας είναι συχνά ευκαιριακή και όχι σταθερή. Αυτό ενισχύει περαιτέρω τον φαύλο κύκλο της απογοήτευσης. Οι πολίτες δοκιμάζουν, απογοητεύονται εκ νέου και τελικά αποσύρονται.
Το κρίσιμο ερώτημα ενόψει των επόμενων εκλογών δεν έγκειται στο γεγονός ποια κόμματα θα αντέξουν ή ποια θα καταρρεύσουν. Αλλά, αν το πολιτικό σύστημα θα καταφέρει να ανακτήσει την εμπιστοσύνη ενός εκλογικού σώματος που απομακρύνεται σταθερά. Αν η αποχή συνεχίσει να αυξάνεται, τότε ακόμη και οι εκλογικοί «νικητές» θα κυβερνούν με περιορισμένη κοινωνική νομιμοποίηση. Και αυτό αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση για τη δημοκρατία στην Κύπρο. Όχι την εναλλαγή κομμάτων, αλλά την αποκατάσταση της πίστης ότι η συμμετοχή έχει νόημα.
Η διόγκωση του ρήγματος της κομματικής κρίσης
Η πολιτική απαξίωση και η αδιαφορία των πολιτών για τα κοινά αποτελούν ένα δομικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης πολιτικής πραγματικότητας στην Κύπρο, όπως φαίνεται και ενόψει των επερχόμενων βουλευτικών εκλογών. Η αποχή από την ψηφοφορία αυξάνεται σταθερά, καθιστώντας την τον μεγαλύτερο "κόμμα" της χώρας και στέλνοντας ένα ισχυρό μήνυμα προς το πολιτικό σύστημα. Η συμπεριφορά των Κύπριων ψηφοφόρων έχει αλλάξει ριζικά τις τελευταίες τρεις εκλογές, με την υποχώρηση των ιδεολογικών παρωπίδων και της κομματικής ταύτισης. Αυτό έχει οδηγήσει σε καταψήφιση του παλαιοκομματισμού και αναζήτηση εναλλακτικών σχηματισμών, ακόμη και βραχύβιων. Τα παραδοσιακά κόμματα, όπως ο ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ, έχουν υποστεί σημαντική εκλογική συρρίκνωση, χάνοντας χιλιάδες ψήφους. Παρά τις προσπάθειες να παρουσιαστούν τα ποσοστά τους ως αντοχές, η μείωση του αριθμού των ψηφοφόρων καθιστά το πρόβλημα βαθιά πολιτικό. Η άνοδος της αποχής είναι ενδεικτική έλλειψης εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα και πεποίθησης ότι η ψήφος δεν επιφέρει ουσιαστική αλλαγή. Παράλληλα, παρατηρείται αύξηση των ψήφων προς κόμματα που δεν εκπροσωπούνται στο κοινοβούλιο και εμφάνιση νέων σχηματισμών που εκφράζουν την κοινωνική δυσαρέσκεια, όπως η περίπτωση του ΕΛΑΜ.